<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822</id><updated>2012-02-16T17:17:27.185+02:00</updated><title type='text'>ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ</title><subtitle type='html'>«Η θεμελιώδης αξία σε μια δημοκρατική ή λαϊκή κυβέρνηση είναι η Αρετή. Αναφέρομαι σ’ αυτήν την δημόσια Αρετή, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο από την αγάπη για την πατρίδα και για τους νόμους της» (Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος)</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>11</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-669081422240582442</id><published>2010-01-06T19:26:00.001+02:00</published><updated>2010-01-06T19:26:58.627+02:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;em&gt;"Ηχήστε οι σάλπιγγες...&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;em&gt;Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα... Βογκήστε τύμπανα πολέμου...&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;em&gt;Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα..."&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;(Άγγελος Σικελιανός).&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-669081422240582442?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/669081422240582442/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2010/01/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/669081422240582442'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/669081422240582442'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2010/01/blog-post.html' title=''/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-5194532731084405078</id><published>2009-11-12T00:54:00.003+02:00</published><updated>2009-11-12T01:11:47.419+02:00</updated><title type='text'>Λουδοβίκος Αύγουστος Μπλανκί, Ωγκύστ Μπλανκί(Louis Auguste Blanqui, Puget-Theniers 8 Φεβρουαρίου 1805 – 1 Ιανουαρίου 1881)</title><content type='html'>&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/SvtEfi9c-yI/AAAAAAAAAoU/YUMVYQgNfTk/s1600-h/Louis+Auguste+Blanqui.bmp"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 153px; FLOAT: left; HEIGHT: 200px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5402987486712232738" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/SvtEfi9c-yI/AAAAAAAAAoU/YUMVYQgNfTk/s200/Louis+Auguste+Blanqui.bmp" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Λουδοβίκος Αύγουστος Μπλανκί, Ωγκύστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, Puget-Theniers 8 Φεβρουαρίου 1805 – 1 Ιανουαρίου 1881). Γάλλος δημοκράτης και σοσιαλιστής επαναστάτης, η πιο ηρωϊκή προσωπικότητα του γαλλικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, καταδικάστηκε κατ’ επανάληψη σε θάνατο, πέρασε το μισό σχεδόν της ζωής του (συνολικά 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του) στις φυλακές και υπήρξε ο θεωρητικός συγκεκριμένης επαναστατικής μεθοδολογίας η οποία απεκλήθη «Μπλανκισμός» («Blanquisme») και εστιαζόταν στην αιφνιδιαστική ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από έναν μικρό κύκλο καλοεκπαιδευμένων επαναστατών.&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Γάλλος δημοκράτης και σοσιαλιστής επαναστάτης, η πιο ηρωϊκή προσωπικότητα του γαλλικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, καταδικάστηκε κατ’ επανάληψη σε θάνατο, πέρασε το μισό σχεδόν της ζωής του (συνολικά 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του) στις φυλακές και υπήρξε ο θεωρητικός συγκεκριμένης επαναστατικής μεθοδολογίας η οποία απεκλήθη &lt;strong&gt;«Μπλανκισμός»&lt;/strong&gt; («Blanquisme») και εστιαζόταν στην αιφνιδιαστική ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από έναν μικρό κύκλο καλοεκπαιδευμένων επαναστατών.&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A0)(CE)(A1)(CE)(A9)(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(99)_(CE)(91)(CE)(93)(CE)(A9)(CE)(9D)(CE)(95)(CE)(A3)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;ΠΡΩΤΟΙ ΑΓΩΝΕΣ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Γεννήθηκε το &lt;strong&gt;1805&lt;/strong&gt; από την αστική οικογένεια του δημόσιου υπαλλήλου &lt;strong&gt;Jean Dominique Blanqui&lt;/strong&gt; στο Puget-Theniers της επαρχίας Alpes-Maritimes, αδελφός του οικονομολόγου &lt;strong&gt;Jerome Adolphe Blanqui&lt;/strong&gt;, και σπούδασε στο Παρίσι νομικά και φαρμακολογία, εργαζόμενος παράλληλα ως &lt;strong&gt;δημοσιογράφος&lt;/strong&gt;, ωστόσο από ένα σημείο και μετά εστίασε το ενδιαφέρον του αποκλειστικά στις πολιτικές επιστήμες, αναπτύσσοντας προχωρημένες θεωρητικές προτάσεις.&lt;br /&gt;Θεωρώντας τον εαυτό του &lt;em&gt;«μαθητή και διάδοχο του Γράκχου Μπαμπέφ»,&lt;/em&gt; σε ηλικία 19 μόλις ετών (το έτος &lt;strong&gt;1824&lt;/strong&gt;) προσχώρησε στο γαλλικό τμήμα της επαναστατικής πολιτικής εταιρείας των &lt;strong&gt;«Καρμπονάρων»&lt;/strong&gt; («Carbonari») και ανέπτυξε εντονότατη δράση με κορύφωση την συμμετοχή του το έτος &lt;strong&gt;1827&lt;/strong&gt; σε σοβαρές οδομαχίες στο Παρίσι ενάντια στην τυραννία του &lt;strong&gt;Καρόλου&lt;/strong&gt; του 10ου (1824 - 1830) κατά τις οποίες τραυματίσθηκε σοβαρά, διέφυγε όμως της σύλληψης από την μοναρχική αστυνομία. Τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του &lt;strong&gt;1830&lt;/strong&gt; συμμετείχε στην εξέγερση του παρισινού λαού που ανέτρεψε τον Κάρολο και την επόμενη χρονιά προσχώρησε στην οργάνωση &lt;strong&gt;«Φίλοι του Λαού»&lt;/strong&gt; («Amis du Peuple»), όπου συνεργάστηκε με τους επαναστάτες&lt;strong&gt; Μπουοναρρότι&lt;/strong&gt; (Philippe Buonarroti, 1761 – 1837), &lt;strong&gt;Ρασπάϊγ&lt;/strong&gt; (Francois - Vincent Raspail, 1794 - 1878) και &lt;strong&gt;Μπαρμπέ&lt;/strong&gt; (Sigismond Auguste Armand Barbes, 1809 – 1870, τον επονομαζόμενο «Μπαγιάρ της Δημοκρατίας).&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(97)_(CE)(91)(CE)(A0)(CE)(9F)(CE)(A0)(CE)(95)(CE)(99)(CE)(A1)(CE)(91)_(CE)(95)(CE)(A0)(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(91)(CE)(A3)(CE)(A"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1839&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Κατά την βασιλεία του &lt;strong&gt;Λουδοβίκου Φιλίππου&lt;/strong&gt; (1830 - 1848) κυνηγήθηκε κατ’ επανάληψη για τις δημοκρατικές – επαναστατικές ιδέες του και φυλακίστηκε 5 φορές (το &lt;strong&gt;1831&lt;/strong&gt; δικάστηκε ως ύποπτος συμμετοχής σε συνομωσία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για εξύβριση του δικαστηρίου, το &lt;strong&gt;1832&lt;/strong&gt; δικάστηκε για προτροπή σε στάση και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους, το &lt;strong&gt;1834 &lt;/strong&gt;φυλακίστηκε για μερικούς μήνες ως ένοχος ανατρεπτικής αρθρογραφίας, τον Αύγουστο του &lt;strong&gt;1836 &lt;/strong&gt;καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών ως ένοχος ίδρυσης παράνομης οργάνωσης, της &lt;strong&gt;«Societe des Familles»,&lt;/strong&gt; καθώς και κατασκευής όπλων και εκρηκτικών –αμνηστεύθηκε την επόμενη χρονιά με το διάταγμα της &lt;strong&gt;7ης Μαϊου 1837&lt;/strong&gt;- και το &lt;strong&gt;1839 &lt;/strong&gt;καταδικάστηκε ξανά ως αρχηγός συνομωσίας, αυτή την φορά σε θάνατο). Στο άρθρο του &lt;strong&gt;«Δημοκρατική Προπαγάνδα»&lt;/strong&gt; (1833), ο Μπλανκί γράφει: &lt;em&gt;«για να προχωρήσουμε χρειάζεται πρώτα να αποκαταστήσουμε τις δυνατότητές μας για ελεύθερη προπαγάνδα. Στο επίπεδο των ιδεών, οι αριστοκράτες είναι ανίσχυροι απέναντι των δημοκρατών. Ο λόγος που ακόμα έχουν ως όπλο τους τον Τύπο, είναι γιατί γνωρίζουν ότι με αυτόν μπορούν να διασπείρουν συκοφαντίες, την ώρα που εμείς μπορούμε να πείσουμε τις λαϊκές μάζες με μόνη δύναμή μας τις αρχές μας για ισότητα και αδελφοσύνη. Είναι απαραίτητο όμως η φωνή μας να μπορεί να τις φθάσει. Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, πολίτες, για να καταστρέψουμε το πιο αισχρό όλων των μονοπωλίων, το μονοπώλιο στην διαφώτιση. Για να διδάξουμε τους προλετάριους ότι έχουν δικαίωμα στις ελευθερίες, ότι έχουν δικαίωμα σε δωρεάν, κοινή και ίση εκπαίδευση, ότι έχουν δικαίωμα να ελέγχουν την κυβέρνηση, ότι έχουν δικαίωμα σε ένα σωρό πράγματα που τώρα τους τα απαγορεύουν. Όπως βλέπετε, πολίτες, αυτό που έχουμε κατά νου δεν είναι τόσο μία πολιτική αλλαγή, όσο μία κοινωνική αλλαγή εκ θεμελίων».&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;a style="MARGIN-LEFT: auto; MARGIN-RIGHT: auto" href="http://www.blogger.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/lknlco/blanquiyoung.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Το δικό του πολιτικό ρεύμα, οι λεγόμενοι «μπλανκιστές» («blanquistes») της οργάνωσης &lt;strong&gt;«Εταιρεία των Εποχών»&lt;/strong&gt; («Societe des Saisons») σε συνεργασία με τους Γερμανούς οπαδούς του Μπαμπέφ της οργάνωσης &lt;strong&gt;«Λίγκα των Ίσων»&lt;/strong&gt;, ηγήθηκαν τον Μάϊο του &lt;strong&gt;1839&lt;/strong&gt; μίας ακόμη αποτυχημένης ένοπλης εξέγερσης στο Παρίσι κατά του βασιλιά. Ο Μπλανκί συνελήφθη και στις 14 Ιανουαρίου &lt;strong&gt;1840 &lt;/strong&gt;καταδικάστηκε σε θάνατο ως αρχηγός της εξέγερσης, αν και η ποινή μετατράπηκε τελικά σε ισόβια κάθειρξη στην φυλακή Mont-Saint-Michel, όπου οι άθλιες συνθήκες κράτησης υπέσκαψαν σοβαρά την υγεία του. Το &lt;strong&gt;1844 &lt;/strong&gt;μεταφέρθηκε σε μία φυλακή της Tours.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(97)_(CE)(95)(CE)(A0)(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(91)(CE)(A3)(CE)(A4)(CE)(91)(CE)(A3)(CE)(97)_(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(A5)_1848"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1848&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Στις αρχές του 1848 ξέσπασε μία ακόμη παρισινή επανάσταση, όταν στις 23 Φεβρουαρίου ο στρατός του «βασιλιά - πολίτη» &lt;strong&gt;Λουδοβίκου Φίλιππου&lt;/strong&gt; πυροβόλησε ειρηνικούς διαδηλωτές. Την επόμενη κιόλας ημέρα όλο το Παρίσι ήταν γεμάτο οδοφράγματα και κόκκινες σημαίες με αίτημα την Δημοκρατία και μέχρι το βράδυ τα ανάκτορα είχαν πέσει στα χέρια των επαναστατών που έκαψαν τον θρόνο του «δημοκράτη» μονάρχη, ενώ ο ίδιος έφευγε τρομοκρατημένος και σχηματιζόταν προσωρινή κυβέρνηση με ταυτόχρονη ανακήρυξη της λεγόμενης &lt;strong&gt;«Δεύτερης Δημοκρατίας»&lt;/strong&gt; («Deuxième République», 1848 - 1851). Την ίδια ημέρα που έπεφτε το καθεστώς του Λουδοβίκου Φίλιππου, άνοιγαν και οι πόρτες των φυλακών προς την ελευθερία για όλους τους φυλακισμένους επαναστάτες. Οι &lt;strong&gt;Μπλανκί, Μπερνάρ, Μπαρμπέ&lt;/strong&gt; και όλοι οι υπόλοιποι σύντροφοί τους ήσαν τώρα ελεύθεροι να συμμετάσχουν στις επαναστατικές διαδικασίες. Η προσωρινή κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχαν και σοσιαλιστές όπως ο προστάτης των ανέργων &lt;strong&gt;Λουϊ Μπλαν&lt;/strong&gt; (Louis Blanc, 1811 - 1882), είχε υιοθετήσει την καθολική ψηφοφορία, είχε διακηρύξει το δικαίωμα στην εργασία και είχε προβεί σε μείωση των ωρών εργασίας, όμως είχε απορρίψει όχι μόνον την υιοθέτηση της κόκκινης σημαίας, αλλά και όλα τα ριζοσπαστικά μέτρα κατά του ιδιωτικού πλούτου, τα οποία απαιτούσε η παράταξη των επαναστατών σοσιαλιστών. Καθώς οι διεκδικήσεις αυτές αναδύονταν η μία μετά την άλλη, πολύ σύντομα η μετριοπαθής κυβέρνηση άρχισε να ασχολείται αποκλειστικά με την αποτροπή εκείνου που την φόβιζε πιο πολύ από ο,τιδήποτε άλλο, δηλαδή μιας &lt;strong&gt;«κόκκινης δημοκρατίας»&lt;/strong&gt;: &lt;em&gt;«δεν ζούμε πια στο 1793, αλλά στο 1848! Η τρίχρωμη σημαία δεν είναι πια η σημαία της Δημοκρατίας, αλλά η σημαία του Λουδοβίκου Φιλίππου και της μοναρχίας. Υπό την τρίχρωμη σημαία διαπράχθησαν οι σφαγές στην οδό Transnonain, στο Faubourg de Vaise, στο Saint-Etienne και πάνω από 20 φορές βουτήχθηκε αυτή στο αίμα των εργατών. Ο λαός στα οδοφράγματα ύψωσε και εφέτος απέναντί της το κόκκινο χρώμα, όπως το ύψωσε και στα οδοφράγματα του Ιουνίου 1832, του Απριλίου 1834 και του Μαϊου 1839 και το καθαγίασε διπλά με την ήττα και την νίκη. Το κόκκινο χρώμα είναι πλέον το χρώμα αυτού του μαχόμενου λαού, μέχρι χθές κυμάτιζε υπερήφανα στις προσόψεις των κτιρίων και τώρα η αντίδραση το μολύνει σέρνοντάς το με ασέβεια στις λάσπες. Λένε ότι είναι μία σημαία αίματος και βεβαίως και είναι, μόνο που είναι του αίματος των μαρτύρων, του ίδιου αίματος που την έχει αναδείξει στο πραγματικό σύμβολο της Δημοκρατίας. Η προσβολή προς αυτήν είναι προσβολή προς τους νεκρούς μας»,&lt;/em&gt; έγραφε ο Μπλανκί, όταν εισηγείτο την υιοθέτηση από τους επαναστάτες της κόκκινης σημαίας ως σημαίας τους.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(97)_(CE)(A0)(CE)(A1)(CE)(9F)(CE)(92)(CE)(9F)(CE)(9A)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(A3)(CE)(99)(CE)(91)_(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(A5)_(CE)("&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑ ΤΟΥ ΛΕΝΤΡΥ - ΡΟΛΛΕΝ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, ο Μπλανκί είχε ιδρύσει την πολυπληθή επαναστατική οργάνωση &lt;strong&gt;«Κεντρική Δημοκρατική Εταιρεία»&lt;/strong&gt; («Societe Republicaine Centrale»), με την οποία ζητούσε τα κεφάλια &lt;em&gt;«τουλάχιστον 300.000 στελεχών της κοινωνίας του οργανωμένου κανιβαλισμού» ως προϋπόθεση για ν’ ανοίξει ο δρόμος προς την πραγματική ελευθερία και διακήρυσσε ότι «η χειρότερη σκλαβιά είναι η πείνα»&lt;/em&gt; και &lt;em&gt;«κάθε τι που βοηθάει την δειλία να σβήσει το ιερό δικαίωμα του δυναμισμού, αποτελεί επίθεση στις κοινωνικές αξίες, στην ελευθερία, στην φυσική τάξη, στην ουσία του ανθρώπου»&lt;/em&gt; (όπως παρατίθεται από τον Dommanget, σελ. 49), ενώ αντίθετα ο &lt;strong&gt;Μπαρμπέ&lt;/strong&gt; είχε επιλέξει, προφανώς από ευγνωμοσύνη προς τον υπουργοποιημένο πια &lt;strong&gt;Λαμαρτίνο&lt;/strong&gt; που του είχε σώσει την ζωή πριν 9 χρόνια, να μην στραφεί ενάντια στην νέα κυβέρνηση, αλλ’ αντιθέτως να την στηρίξει, αναλαμβάνοντας μάλιστα την διοίκηση του 12ου τάγματος της Εθνοφρουράς. &lt;em&gt;«Έβαλε το τυφλό του πάθος στην υπηρεσία των αστών, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν άριστα την ματαιοδοξία του»&lt;/em&gt; δήλωνε θυμωμένα ο Μπλανκί, που την ίδια εποχή είχε απορρίψει τις προτάσεις που του έκανε σε κατ’ ιδίαν συνάντηση ο Λαμαρτίνος, να μην επιτίθεται ενάντια στην κυβέρνηση (όταν την επόμενη χρονιά δικαζόταν ο Λαμαρτίνος και ανάμεσα στα άλλα τον κατηγορούσαν επίσης ότι είχε κάνει τότε ύποπτη ιδιωτική συνάντηση με τον Μπλανκί, είχε απαντήσει χαρακτηριστικά με την φράση &lt;em&gt;«ω ναι, συνωμότησα μαζί του, όσο μπορεί να συνωμοτήσει ο κεραυνόπληκτος με τον κεραυνό!»).&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Η αρχική διάσταση Μπλανκί - Μπαρμπέ έγινε περισσότερο εμφανής πρώτον με την ίδρυση από τον δεύτερο της καθαρά ανταγωνιστικής οργάνωσης &lt;strong&gt;«Λέσχη της Επανάστασης»&lt;/strong&gt; («Club de la Revolution») μετά από παρότρυνση του πολυμήχανου υπουργού εσωτερικών &lt;strong&gt;Λεντρύ - Ρολλέν&lt;/strong&gt; (Alexandre Auguste Ledru - Rollin, 1807 – 1874) και της κοινής τους φίλης &lt;strong&gt;Γεωργίας Σάνδη&lt;/strong&gt; (Amantine Aurore Lucile Dupin ή «George Sand», 1804 - 1876) και δεύτερον με την εναντίωση στις δυναμικές διαδηλώσεις που είχαν οργανώσει στις 17 Μαρτίου &lt;strong&gt;1848&lt;/strong&gt; οι «μπλανκιστές», οι οποίοι ζητούσαν αναβολή των εκλογών για την Εθνοφρουρά και την Εθνοσυνέλευση για έναν μήνα, ώστε να έχει χρόνο να ενημερωθεί ο πληθυσμός. Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες η διάσταση αυτή εξελίχθηκε σε ανοικτή έχθρα, όταν ο Μπαρμπέ εξαπατήθηκε από την πιο αισχρή προπαγάνδα και στράφηκε πια ανοικτά κατά του πρώην συναγωνιστή του: για να εξουδετερωθεί ο «ανεξέλεγκτος» και «επικίνδυνος», αλλά σχεδόν μυθικός, ιδίως για τους νέους επαναστάτες, Μπλανκί, η κυβέρνηση προώθησε δια χειρός Λεντρύ - Ρολλέν σε δημοσίευση στις &lt;strong&gt;31 Μαρτίου 1848&lt;/strong&gt; ενός ανυπόγραφου χειρογράφου που δήθεν προερχόταν από τα αστυνομικά αρχεία του 1839, αλλά στην ουσία είχε γραφτεί λίγες ημέρες πριν, από τους συνεργάτες του.&lt;br /&gt;Το χειρόγραφο, το οποίο δέχθηκε να ανατυπώσει στην ασήμαντη έως τότε εφημερίδα του &lt;strong&gt;«Revue Retrospective»&lt;/strong&gt; ο απατεωνίσκος, συνεργάτης της αστυνομίας και μετέπειτα «αυτοκρατορικός βιβλιοθηκάριος» του Ναπολέοντος του Γ &lt;strong&gt;Jules Antoine Taschereau&lt;/strong&gt; (1801 – 1874), αποδιδόταν αυθαίρετα στον Μπλανκί και παρουσιαζόταν ως δήθεν… χαφιέδικη αναφορά του στην μυστική αστυνομία τις παραμονές της εξέγερσης της 12ης Μαϊου 1839! Παρά το γεγονός ότι το χειρόγραφο φυσικά δεν είχε ούτε τον γραφικό χαρακτήρα του Μπλανκί, ούτε την υπογραφή του, ο Λεντρύ – Ρολλέν είχε πετύχει τον σκοπό του, καθώς η δημοσίευση έπεσε σαν βόμβα στους κύκλους των επαναστατών, όπου πρόθυμοι όσοι ήσαν υποστηρικτές της κυβέρνησης υιοθετούσαν και προωθούσαν περαιτέρω την συκοφαντία, ο δε Μπαρμπέ δήλωνε ανοικτά ότι ήταν παραπάνω από σίγουρος ότι ο Μπλανκί ήταν όντως χαφιές της μυστικής αστυνομίας και είχε προδώσει την απόπειρα της 12ης Μαϊου!&lt;br /&gt;Την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης, ως έσχατη άμυνά του, ο &lt;em&gt;«ξαφνικά τυλιγμένος με το πουκάμισο του Νέσσου»&lt;/em&gt; (όπως ο ίδιος το έγραψε) Μπλανκί υπέβαλε την παραίτησή του από την ηγεσία της «Κεντρικής Δημοκρατικής Εταιρείας», αλλά αμέσως απέσπασε την δήλωση απόλυτης εμπιστοσύνης από τα περίπου 600 μέλη της, επανεξελέγη παμψηφεί και συνοδεύθηκε πανηγυρικά στο σπίτι από ένα μεγάλο πλήθος οπαδών του. Ωστόσο οι μη άμεσοι οπαδοί του, εκείνοι οι χιλιάδες αγωνιστές που δεν τον γνώριζαν προσωπικά, είχαν φυσικά καταπιεί την προπαγάνδα, απέναντι στην οποία το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Μπλανκί ήταν να γράψει στις 14 Απριλίου στην «La République» και επίσης να κυκλοφορήσει ως μπροσούρα σε 100.000 αντίτυπα μια απάντησή του, ένα συγκλονιστικό κείμενό του, στο οποίο επεκαλείτο το αυτονόητο, ότι δηλαδή η καλύτερη απόδειξη της καθαρότητάς του ήταν η πολύχρονη και υπό τρομακτικές συνθήκες φυλάκισή του: &lt;em&gt;«τον πρώτο χρόνο της φυλάκισής μου η σύζυγός μου πέθανε από απελπισία, ενώ για 4 ολόκληρα χρόνια, σε απόλυτη απομόνωση, έζησα την κόλαση και όταν βγήκα από εκεί τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει, η καρδιά και το σώμα μου είχαν ραγίσει. Τώρα ακούν τα αυτιά μου κραυγές, όπως θάνατος στον προδότη! να τον σταυρώσουμε!... πούλησε τους συντρόφους του για χρυσό! χρυσό; έτσι ονομάζουν αυτοί τον αργό θάνατο σε μία σκοτεινή τρύπα και την αγωνία να προσπαθεί κανείς να επιζήσει μόνο με μαύρο ψωμί και νερό;»&lt;/em&gt; (Stewart, σελ.121).&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(97)_(CE)(91)(CE)(A0)(CE)(9F)(CE)(A4)(CE)(A5)(CE)(A7)(CE)(97)(CE)(9C)(CE)(95)(CE)(9D)(CE)(97)_(CE)(95)(CE)(9E)(CE)(95)(CE)(9"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ 15Ης ΜΑΪΟΥ 1848&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Στις 15 Μαϊου δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές και αριστεροί εθνοφύλακες που απαιτούσαν πιο ριζοσπαστική και φιλεργατική εφαρμογή της Δημοκρατίας, καθώς και σύσταση «υπουργείου Εργασίας» εισέβαλαν στο «Palais-Bourbon» όπου στεγαζόταν η Εθνοσυνέλευση. Ο Μπλανκί που ηγείτο του πλήθους και 12 ακόμα ηγέτες της επαναστατικής Αριστεράς (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Μπαρμπέ) συνελήφθησαν ως υπαίτιοι και κλείστηκαν στις φυλακές για μια ακόμη φορά, κατηγορούμενοι για ένοπλη στάση, ενώ το ακέφαλο λαϊκό κίνημα οδηγήθηκε εύκολα στην εξόντωσή του κατά τις αιματοβαμμένες ημέρες του Ιουνίου. Η δίκη τους έγινε τον Μάρτιο του &lt;strong&gt;1849 &lt;/strong&gt;στο «Haute Cour» της πόλης του Bourges και ο &lt;strong&gt;Μπλανκί&lt;/strong&gt;, με τον οποίο διαπληκτιζόταν σε όλη την διάρκεια της δίκης ο Μπαρμπέ, καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση, ο &lt;strong&gt;Μπαρμπέ&lt;/strong&gt; σε ισόβια, ο &lt;strong&gt;Ρασπάϊλ&lt;/strong&gt; σε 6 χρόνια, ενώ οι υπόλοιποι (&lt;strong&gt;Λουϊ Μπλαν, Albert, Benjamin Flotte, Sobrier&lt;/strong&gt;, κ.ά.) σε μικρότερες ποινές.&lt;br /&gt;Κατά την παραμονή του στην φυλακή Sainte-Pelagie, ο Μπλανκί συστηματοποίησε την δική του θεωρία για τον επαναστατικό Σοσιαλισμό με σταδιακή μετάβαση των κοινωνιών από την καπιταλιστική οικονομία σε μία κομμουνιστική, έπειτα από βίαιη επανάσταση, στην οποία μία ελίτ επαναστατών θα καταλάμβανε την πολιτική εξουσία και θα κοινωνικοποιούσε τα μέσα παραγωγής. Για τον Μπλανκί &lt;strong&gt;ο επαναστάτης ώφειλε να είναι αποφασισμένος, αφοσιωμένος, ορθολογιστής και φυσικά εχθρός της Εκκλησίας&lt;/strong&gt;, η οποία αποτελεί παρασιτικό μηχανισμό που συμβάλλει στην ανθρώπινη δυστυχία και εμποδίζει την πρόοδο των κοινωνιών. Κάθε επαναστατική «μπλανκιστική» οργάνωση έπρεπε για λόγους ασφαλείας να διέπεται από αυστηρή ιεράρχηση ρόλων, η οποία είχε ήδη εφαρμοστεί στην &lt;strong&gt;«Εταιρεία των Εποχών»:&lt;/strong&gt; τα μέλη αποτελούσαν ανά 7 μία χωριστή μονάδα, την «εβδομάδα», στην οποία οι 6 ακολουθούσαν τις εντολές του εβδόμου που ονομαζόταν «Κυριακή». Ανά τέσσερις τέτοιες ομάδες συγκροτούσαν μια δευτεροβάθμια μονάδα, τον «μήνα», με δύο αρχηγούς που ονομάζονταν «Ιούλιος» και «Δεκέμβριος», ενώ ανά τρεις «μήνες» συγκροτούσαν μία τριτοβάθμια μονάδα, την «εποχή», της οποίας οι αρχηγοί αναφέρονταν απευθείας στο τριμελές Συμβούλιο που αποτελούσε την ανώτατη αρχή της οργάνωσης.&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(95)(CE)(A0)(CE)(99)(CE)(98)(CE)(95)(CE)(A3)(CE)(97)_(CE)(A3)(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(9D)_(CE)(A7)(CE)(A1)(CE)(99)(CE)(A3)(CE)(A"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Έχοντας περιοδεύσει διάφορες φυλακές (στο φρούριο του Belle Isle, από το οποίο κατόρθωσε πρόσκαιρα να δραπετεύσει αλλά καταδόθηκε από έναν ψαρά, στην Κορσική και στην Lambessa της Αλγερίας) αποφυλακίστηκε τελικά το &lt;strong&gt;1859&lt;/strong&gt; με την ολοκλήρωση της ποινής του και επέστρεψε στο Παρίσι. Μετά από μόλις 2 χρόνια, το &lt;strong&gt;1861&lt;/strong&gt;, συνελήφθη για μία ακόμη φορά με την κατηγορία της συνωμοσίας και της ίδρυσης παρανόμων οργανώσεων και κλείστηκε ξανά στις φυλακές, ωστόσο δραπέτευσε τον Αύγουστο του 1865 και έφυγε στο εξωτερικό (πρώτα στην Γενεύη και μετά στις Βρυξέλλες), συνεχίζοντας με ακόμα μεγαλύτερη ένταση την προπαγανδιστική δράση του ενάντια όχι μόνο στην μοναρχία αλλά και στον Χριστιανισμό: &lt;strong&gt;&lt;em&gt;«πρέπει ν’ απαρνηθούμε τον τίτλο του χριστιανού που μας επιβλήθηκε μέσα από απίστευτη βία, και επίσης πρέπει να τιμωρηθεί κάθε έκφραση της θρασύτητας που ούτε λίγο ούτε πολύ θέτει σήμερα εκτός νόμου όλα και όλους που δεν ανήκουν στην χριστιανική σέχτα. Παντού πια αυτό το όνομα του χριστιανού έχει υποκαταστήσει το όνομα του ανθρώπου σε σημείο που κάποιος απειλείται να μην θεωρείται άνθρωπος εάν δεν είναι χριστιανός»,&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt; έγραψε στις 29 Μαρτίου &lt;strong&gt;1869&lt;/strong&gt;, επανερχόμενος στις 8 Απριλίου 1869 με εκ θεμελίων απόρριψη του Χριστιανισμού: &lt;em&gt;«η πηγή της προόδου είναι η ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών, συνεπώς ως κακό μπορεί να ορισθεί κάθε τι που εμποδίζει αυτήν την κυκλοφορία, ενώ ως καλό κάθε τι που την ενισχύει και την αναπαράγει. Υπό αυτή την οπτική, η ανακάλυψη της τυπογραφίας απετέλεσε την μεγαλύτερη ευεργεσία για την ανθρωπότητα και ο Χριστιανισμός την χειρότερη πληγή της, αφού αλυσοδένει το ανθρώπινο πνεύμα σε ένα ακίνητο δόγμα και απαιτεί θεωρητικά και έμπρακτα την συστηματική καταστροφή όλων των ιδεών με σκοπό την διατήρηση μιας αυτόκλητης απόλυτης αλήθειας και μιας αιώνιας ακινητοποίησης της σκέψης. Δεν είναι αυτό μια ανοικτή επίθεση ενάντια σε όλη την ανθρωπότητα; Κάθε τι που αποσκοπεί στην διαιώνιση αυτής της θρησκείας του θανάτου αποτελεί το κατ’ εξοχήν έγκλημα και η δική μας πρωταρχική υποχρέωση είναι η με κάθε τίμημα εξαφάνιση αυτής της πανούκλας».&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(9D)(CE)(95)(CE)(95)(CE)(A3)_(CE)(91)(CE)(A0)(CE)(9F)(CE)(A0)(CE)(95)(CE)(99)(CE)(A1)(CE)(95)(CE)(A3)_(CE)(95)(CE)(A0)(CE)(9"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΝΕΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Κατά διαστήματα επισκεπτόμενος μυστικά το Παρίσι, δημοσίευσε τον Απρίλιο του 1869 από τις Βρυξέλλες τις σκέψεις του για έναν φιλοσοφικό &lt;strong&gt;«Θετικισμό»,&lt;/strong&gt; ικανό &lt;strong&gt;να βοηθήσει την ανθρωπότητα να ξεφύγει από το σκοτάδι του Χριστιανισμού&lt;/strong&gt; και να επανανακαλύψει την λογικότητα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. Για τον Μπλανκί, που εκτιμούσε ότι η Γαλλική Επανάσταση σηματοδοτεί στην Ιστορία την απόλυτη ήττα των δυνάμεων της οργανωμένης καταπίεσης από την λαϊκή συλλογική βούληση, το &lt;strong&gt;«πραγματικό επαναστατικό όπλο»&lt;/strong&gt; ήταν η &lt;strong&gt;μόρφωση&lt;/strong&gt;, η οποία μόνον αυτή επέτρεπε στον άνθρωπο να φθάσει στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων του. &lt;strong&gt;Η επανάσταση λοιπόν δεν αρκούσε να είναι μόνον πολιτική, αλλά επίσης και, κυρίως, κοινωνική, σε ένα μεγάλο τμήμα της μάλιστα μορφωτική.&lt;/strong&gt; Η γενική αμνηστία του &lt;strong&gt;1869&lt;/strong&gt; του επέτρεψε την επιστροφή του από το Βέλγιο στο Παρίσι, όπου στις 12 Ιανουαρίου 1870 και στις 14 Αυγούστου &lt;strong&gt;1870&lt;/strong&gt; οργάνωσε δύο ακόμα εξεγέρσεις που όμως δεν στέφθηκαν από επιτυχία. Στην πρώτη είχε προσπαθήσει να προκαλέσει λαϊκή ανάφλεξη εκμεταλλευόμενος την διάχυτη οργή στην κηδεία του δημοσιογράφου &lt;strong&gt;Νουάρ&lt;/strong&gt; (Victor Noir, 1848 – 1870) την οποία είχαν παρακολουθήσει περισσότερα από 100.000 άτομα, και στην δεύτερη είχε αποπειραθεί με οπαδούς του να αρπάξει οπλισμό από στρατιωτικές αποθήκες. Στις 2 Σεπτεμβρίου όμως, ο Γάλλος αυτοκράτορας &lt;strong&gt;Ναπολέων ο Γ&lt;/strong&gt; και 100.000 στρατιώτες του αιχμαλωτίσθηκαν από τον γερμανικό στρατό του Βίσμαρκ στα ανατολικά σύνορα της Γαλλίας και δύο ημέρες μετά η δημοκρατική αντιπολίτευση ανακήρυξε στο Παρίσι την &lt;strong&gt;«Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου»&lt;/strong&gt;, ενώ οι Γερμανοί προέλαυναν κατά της γαλλικής πρωτεύουσας. Στην «Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου», ο καταζητούμενος μέχρι τότε Μπλανκί βρήκε την ευκαιρία να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή ιδρύοντας την επαναστατική λέσχη &lt;strong&gt;«Η πατρίδα σε κίνδυνο»&lt;/strong&gt; («La patrie en danger», ένας καθαρά ιακωβινικός τίτλος), η οποία εξέδιδε και ομώνυμη ημερήσια εφημερίδα. Όταν το Παρίσι πολιορκήθηκε μετά από λίγο καιρό από τους Γερμανούς, &lt;strong&gt;η συντηρητική δημοκρατική κυβέρνηση άρχισε μυστικές συνομιλίες με τον Βίσμαρκ με σκοπό την συνθηκολόγηση&lt;/strong&gt;, ενώ ως αποτέλεσμα φημών που κυκλοφορούσαν για την επικείμενη προδοσία πλήθαιναν οι διαδηλώσεις του δημοκρατικού λαού, μεγάλο τμήμα του οποίου ήταν πλέον οπλισμένο.&lt;br /&gt;&lt;a style="MARGIN-LEFT: auto; MARGIN-RIGHT: auto" href="http://www.blogger.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/lknlco/commune1871.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Στις &lt;strong&gt;31 Οκτωβρίου 1870&lt;/strong&gt; ένοπλες ομάδες πολιτοφυλάκων καθοδηγούμενες από τον Μπλανκί και τους οπαδούς του κατέλαβαν όλα τα δημόσια κτίρια του Παρισιού για να πυροδοτήσουν γενική εξέγερση, αλλά απομονώθηκαν και κτυπήθηκαν από τον στρατό, ο δε Μπλανκί καταδικάστηκε στις 9 Μαρτίου &lt;strong&gt;1871&lt;/strong&gt; ερήμην εις θάνατο.&lt;br /&gt;Συνελήφθη στις 17 Μαρτίου μετά από κατάδοση ενώ κοιμόταν στο σπίτι ενός φίλου του στο Bretenoux και φυλακίστηκε στο Cahors, όμως σε λίγο το Παρίσι γνώρισε μία ακόμη μεγάλη εξέγερση και αυτήν την φορά πέρασε στα χέρια των επαναστατών: στις 26 Μαρτίου το επαναστατημένο Παρίσι εξέλεξε καινούργιο δημοτικό συμβούλιο με επίτιμο πρόεδρο τον φυλάκισμένο Μπλανκί (τον οποίο αρνήθηκε η κυβέρνηση του Θιέρσιου να ανταλλάξει, ούτε καν με αντάλλαγμα όλους τους έως τότε δικούς της αιχμαλώτους των κομμουνάρων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Παρισιού) και δύο ημέρες μετά, στις 28 Μαρτίου, ανακηρύχθηκε η «Παρισινή Κομμούνα», στην οποία οι «μπλανκιστές» αποτελούσαν την πλειοψηφία.&lt;/div&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(97)_(CE)(9A)(CE)(9F)(CE)(9C)(CE)(9C)(CE)(9F)(CE)(A5)(CE)(9D)(CE)(91)_(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(A5)_(CE)(A0)(CE)(91)(CE)(A1)(CE)("&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Οι κομμουνάροι πάγωσαν τις τιμές στα ενοίκια κατά την διάρκεια του πολέμου, &lt;strong&gt;δήμευσαν την εκκλησιαστική περιουσία&lt;/strong&gt;, πάγωσαν τις πληρωμές των χρεών, εξίσωσαν τους μισθούς των υπαλλήλων και απαγόρευσαν τον ενεχυροδανεισμό και τον τοκισμό. Η σοσιαλιστική εκείνη Δημοκρατία υπήρξε ωστόσο βραχύβια, αφού τον Μάϊο του 1871 ο μοναρχικός γαλλικός στρατός εισέβαλε στο Παρίσι και την κατέλυσε μέσα σε ένα λουτρό αίματος και θέατρο απίστευτης θηριωδίας που κόστισε τις ζωές περισσότερων από 20.000 κομμουνάρων. Ο φυλακισμένος Μπλανκί, του οποίου η υγεία είχε πλέον επιδεινωθεί σοβαρά, καταδικάστηκε σε νέα πολυετή ποινή, ως ηθικός αυτουργός στην εξέγερση.&lt;br /&gt;Το &lt;strong&gt;1872 &lt;/strong&gt;εκδόθηκε το σχεδόν φιλοσοφικό βιβλίο του &lt;strong&gt;«Η Αιωνιότητα μέσα από τα άστρα»&lt;/strong&gt; (στο οποίο, με βάση την αστρονομία, παρουσίασε λογοτεχνικά την προσωπική του θεωρία περί ύπαρξης παράλληλων κόσμων, των οποίων η Ιστορία είναι όμοια, αλλ’ απλώς διαφέρει στις λεπτομέρειες και τις εκβάσεις της), το δε &lt;strong&gt;1877&lt;/strong&gt; μεταφέρθηκε στην φυλακή υψίστης ασφαλείας Chateau d'If σε νησί της Μεσογείου, από όπου αποφυλακίστηκε τον Ιούνιο του &lt;strong&gt;1879 &lt;/strong&gt;έπειτα από 8 χρόνια παραμονής στην φυλακή, όταν εξελέγη βουλευτής στο διαμέρισμα του Μπορντώ (Bordeaux) στις εκλογές της 20ης Απριλίου του ιδίου έτους.&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(98)(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(A3)_(CE)(9A)(CE)(91)(CE)(99)_(CE)(9C)(CE)(95)(CE)(93)(CE)(91)(CE)(9B)(CE)(9"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΗΔΕΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Συνέχισε απτόητος την επαναστατική δράση του, η οποία τερματίστηκε μόνον όταν έπαθε καρδιακή προσβολή κατά την διάρκεια μιας ομιλίας του σε επαναστατική πολιτική εκδήλωση στην Salle Ragache του Παρισιού την Τρίτη 1 Ιανουαρίου &lt;strong&gt;1881&lt;/strong&gt;, όπου αντιμετωπίστηκε με καγχασμό από μία μικροομάδα αναιδών νεαρών κομμουνιστών. Ξεψύχησε μετά από λίγο στο νοσοκομείο και τάφηκε στο νεκροταφείο Περ Λεσαίζ (Pere Lachaise) στις 5 Ιανουαρίου. Στην κηδεία του παρευρέθησαν περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι, κυρίως εργάτες και οπαδοί του με κόκκινες σημαίες και μαντίλια, ενώ η αστυνομία βρισκόταν σε αυξημένη επιφυλακή από τον φόβο πιθανής εξέγερσης. Επάνω από τον τάφο του, η θεία του και θαυμάστριά του &lt;strong&gt;Μαντάμ Αντουάν&lt;/strong&gt; κατέστρεψε ένα στεφάνι που είχε τα χρώματα της «tricolore», ως «έμβλημα της τυραννίας», λίγο προτού αρχίσει να εκφωνεί τον επικήδειο λόγο η 50χρονη τότε επαναστάτρια &lt;strong&gt;Λουϊζα Μισέλ&lt;/strong&gt; (Louisa Michel, 1830 - 1905), που επέμενε να ορκίζεται στο όνομά του κάθε φορά που την έσερναν ως κατηγορούμενη στα δικαστήρια.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, είδε το φώς της δημοσιότητας το βιβλίο του &lt;strong&gt;«Κοινωνική Κριτική»&lt;/strong&gt; («Critique Sociale», 1885), στο οποίο διασώθηκαν διάφορα κείμενά του για οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Οι οπαδοί του, οι «μπλανκιστές», αφομοιώθηκαν σιγά – σιγά ως «πολιτική τάση» στα, ακόμα επαναστατικά τότε, Σοσιαλιστικά Κόμματα. Κατά την προσφιλή τους τακτική, &lt;strong&gt;οι μαρξιστές κομμουνιστές απαξίωσαν και αυτόν τον μεγάλο προγενέστερό τους επαναστάτη, που δήθεν δεν είχε καταλάβει την «αξία» του «προλεταριάτου» και των «μαζών»,&lt;/strong&gt; αν και η Ιστορία του 20ου αιώνα, του αιώνα των λαϊκών ολοκληρωτισμών τόσο της λεγόμενης Δεξιάς όσο και της λεγόμενης Αριστεράς, δικαίωσε πέρα για πέρα την αντίληψη ότι η καταφυγή στην «μάζα» προκαλεί πάντοτε τον πλήρη εκχυδαϊσμό όλων των υψηλών ιδεωδών. Για τον &lt;strong&gt;Ένγκελς&lt;/strong&gt; λ.χ. ο Μπλανκί &lt;em&gt;«ήταν σοσιαλιστής μόνο μέσα από το συναίσθημα, μέσα από την συμπόνια του για τα βάσανα του κόσμου, αλλά δεν έχει ούτε σοσιαλιστική θεωρία, ούτε ξεκάθαρες πρακτικές προτάσεις για τα κοινωνικά προβλήματα. Στην πολιτική του δραστηριότητα υπήρξε κυρίως ένας άνθρωπος της δράσης, πιστεύοντας πως μια μικρή και καλά οργανωμένη μειοψηφία, που θα επιχειρούσε ένα ισχυρό πολιτικό κτύπημα την κατάλληλη στιγμή, θα μπορούσε να συμπαρασύρει τον κόσμο μαζί της με μερικές αρχικές επιτυχίες και άρα να πραγματοποιήσει μια επιτυχημένη επανάσταση… βλέπουμε επομένως, πως ήταν ένας επαναστάτης της προηγούμενης γενιάς».&lt;/em&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η μετά θάνατον κατά βούληση χρήση του εξαιρετικού εκείνου ανθρώπου, δεν τερματίστηκε βεβαίως με τους αυτόκλητους «ειδικούς» της «σωστής» κοινωνικής ανατροπής. Κατά την φάση της μεταστροφής του μετέπειτα Ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι από σοσιαλιστή σε λαϊκιστή φασίστα, ο τελευταίος ιδιοποιήθηκε από τον Νοέμβριο του 1914 μέχρι το 1918 ως προμετωπίδα στην εφημερίδα του «Ο λαός της Ιταλίας» («Il Popolo d' Italia») την φράση του Μπλανκί &lt;em&gt;&lt;strong&gt;«όποιος έχει τα σιδερικά (δηλαδή τα όπλα) έχει και ψωμί».&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(95)(CE)(A1)(CE)(93)(CE)(91)_(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(A5)_(CE)(9C)(CE)(A0)(CE)(9B)(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(9A)(CE)(99)(3A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΜΠΛΑΝΚΙ:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;«Η Αιωνιότητα μέσα από τα άστρα» («L’Eternite par les asters», 1872)&lt;br /&gt;«Κοινωνική Κριτική» («Critique Sociale», 1885)&lt;/span&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(92)(CE)(99)(CE)(92)(CE)(9B)(CE)(99)(CE)(9F)(CE)(93)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A6)(CE)(99)(CE)(91)_(CE)(93)(CE)(99)(CE)(91)_(CE)(A"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΛΑΝΚΙ:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Bernstein Samuel, «Auguste Blanqui and the art of insurrection», εκδόσεις «Lawrence and Wishart», London, 1971&lt;br /&gt;Corcoran Paul E., ed., «Before Marx: socialism and communism in France, 1830 – 1848», εκδόσεις «Macmillan», London, 1983&lt;br /&gt;Dommanget Maurice, «Blanqui et L’Opposition Revolutionnaire a la Fin Du Second Empire», Paris, 1960Fourniere Eugene, «Les theories socialistes au XIXe siecle de Babeuf a Proudhon», εκδόσεις «F. Alcan. Bibliotheque de philosophie contemporaine», Paris, 1904&lt;br /&gt;Geffroy Gustave, «L' Enferme», εκδόσεις «Bibliotheque Charpentier», Paris, 1897&lt;br /&gt;Hunt Herbert James, «Le socialisme et le romantisme en France; etude de la presse socialiste de 1830 a 1848», εκδόσεις «The Clarendon Ρress», Oxford, 1935.&lt;br /&gt;Hutton Patrick H., «The Cult of the Revolutionary Tradition: The Blanquists in French Politics, 1864 - 1893», εκδόσεις «University of California Press», Berkeley, 1982&lt;br /&gt;Nomad Max, «Apostles of the Revolution», εκδόσεις «M. Secker and Warburg», London, 1939&lt;br /&gt;Paz Maurice, «Un revolutionnaire professionnel, Blanqui», εκδόσεις «Fayard», Paris, 1984&lt;br /&gt;Postgate Raymond William, «Revolution from 1789 to 1906», εκδόσεις «Houghton Mifflin Company», Boston και New York, 1920&lt;br /&gt;Spitzer Alan B., «The Revolutionary Theories of Louis Auguste Blanqui», εκδόσεις «Columbia University Press», New York, 1957&lt;br /&gt;Sencier Georges, «Le Babouvisme apres Babeuf», εκδόσεις «Megariotis», Geneve, 1977&lt;br /&gt;Stewart Neil, «Blanqui», εκδόσεις «Victor Gollancz», London, 1939&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-5194532731084405078?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/5194532731084405078/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/11/louis-auguste-blanqui-puget-theniers-8.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/5194532731084405078'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/5194532731084405078'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/11/louis-auguste-blanqui-puget-theniers-8.html' title='Λουδοβίκος Αύγουστος Μπλανκί, Ωγκύστ Μπλανκί(Louis Auguste Blanqui, Puget-Theniers 8 Φεβρουαρίου 1805 – 1 Ιανουαρίου 1881)'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/SvtEfi9c-yI/AAAAAAAAAoU/YUMVYQgNfTk/s72-c/Louis+Auguste+Blanqui.bmp' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-8685143861349165256</id><published>2009-11-12T00:16:00.003+02:00</published><updated>2009-11-12T00:28:56.491+02:00</updated><title type='text'>Λουϊ Σαρλ Ντελεκλύζ(Louis Charles Delescluze, Dreux, 2 Οκτωβρίου 1809 – Paris, 25 Μαϊου 1871)</title><content type='html'>&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Svs6gDLPISI/AAAAAAAAAoM/RILHTJHjPZQ/s1600-h/Louis+Charles+Delescluze.bmp"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 148px; FLOAT: left; HEIGHT: 200px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5402976500243702050" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Svs6gDLPISI/AAAAAAAAAoM/RILHTJHjPZQ/s200/Louis+Charles+Delescluze.bmp" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Γάλλος δημοκράτης επαναστάτης του 19ου αιώνα, δημοσιογράφος, ιακωβίνος πατριώτης, στέλεχος της «Κομμούνας του Παρισιού».&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A0)(CE)(A1)(CE)(A9)(CE)(A4)(CE)(95)(CE)(A3)_(CE)(94)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A3)(CE)(95)(CE)(99)(CE)(A3)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΠΡΩΤΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Γεννήθηκε στο Dreux του Eure - et – Loire της βόρειας Γαλλίας, υιός ενός πρώην λοχία του γαλλικού στρατού της &lt;strong&gt;«Πρώτης Δημοκρατίας»&lt;/strong&gt; και μετά από επίμονη αυτοδιδαχή σπούδασε τελικά νομικά στο Παρίσι, δίχως όμως να μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσκολιών. Όντας ευγενής, μεγαλόκαρδος και με αυξημένο αίσθημα δικαιοσύνης, συνδέθηκε με ριζοσπαστικούς κύκλους δημοκρατών, συμμετείχε στην επανάσταση του Ιουλίου &lt;strong&gt;1830&lt;/strong&gt; ενάντια στον &lt;strong&gt;βασιλιά Κάρολο&lt;/strong&gt; τον 10ο και εν συνεχεία προσχώρησε στην μυστική δημοκρατική οργάνωση &lt;strong&gt;«Φίλοι του Λαού»&lt;/strong&gt; («Amis du Peuple») και στα σχέδια του έτους &lt;strong&gt;1832&lt;/strong&gt; για εκτέλεση του νέου &lt;strong&gt;βασιλιά Λουδοβίκου – Φίλιππου&lt;/strong&gt;, ενώ επίσης συμμετείχε στις 5 και 6 Ιουνίου στην εξέγερση των δημοκρατικών κατά του μονάρχη έπειτα από την κηδεία του ομοϊδεάτη τους στρατηγού &lt;strong&gt;Λαμάρκ&lt;/strong&gt; (Jean Maximilien Lamarque, 1770 - 1832).&lt;br /&gt;Στην οργάνωση «Φίλοι του Λαού» γνώρισε τους μεγάλους επαναστάτες της εποχής &lt;strong&gt;Louis Auguste Blanqui&lt;/strong&gt; (1805 – 1881), &lt;strong&gt;Philippe Buonarroti&lt;/strong&gt; (1761 – 1837), &lt;strong&gt;Francois - Vincent Raspail&lt;/strong&gt; (1794 - 1878) και &lt;strong&gt;Sigismond Auguste Armand Barbes&lt;/strong&gt; (1809 – 1870, τον επονομαζόμενο &lt;strong&gt;«Μπαγιάρ της Δημοκρατίας»,&lt;/strong&gt; «Le Bayard de la Démocratie»). Κινδυνεύοντας να συλληφθεί μετά από την καταστολή μιας νέας παράνομης οργάνωσης που είχε ιδρύσει ο &lt;strong&gt;Μπλανκί&lt;/strong&gt;, της «Societe des Familles», διέφυγε το καλοκαίρι του &lt;strong&gt;1836&lt;/strong&gt; στις Βρυξέλλες, όπου έμεινε μέχρι το 1840, αρθρογραφώντας σε διάφορες βελγικές δημοκρατικές εφημερίδες.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(91)(CE)(A1)(CE)(99)(CE)(A3)(CE)(A4)(CE)(95)(CE)(A1)(CE)(9F)(CE)(A3)_(CE)(99)(CE)(91)(CE)(9A)(CE)(A9)(CE)(92)(CE)(99)(CE)(9D"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΙΑΚΩΒΙΝΟΣ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Πίσω στην Γαλλία, εγκαταστάθηκε αρχικά στην &lt;strong&gt;Βαλενσιέν&lt;/strong&gt; (Valenciennes), όπου εξέδωσε την αντιμοναρχική εφημερίδα &lt;strong&gt;«L’ Impartiale du Nord»&lt;/strong&gt;, για τα δημοσιεύματα της οποίας τιμωρήθηκε με πρόστιμο 2.500 φράγκων και ένα μήνα φυλακή. Έμεινε στο Βαλενσιέν μέχρι το ξέσπασμα της επανάστασης του 1848, την οποία ο ίδιος κήρυξε στην πόλη, ενώ στην συνέχεια τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση της βραχύβιας &lt;strong&gt;«Δεύτερης Δημοκρατίας»&lt;/strong&gt; («Deuxième République», 1848 - 1852) &lt;strong&gt;«Κομισάριος της Δημοκρατίας στο τμήμα του Βορρά»&lt;/strong&gt; («Commissaire de la République dans le département du Nord»). Μετά την καταστολή της επανάστασης επέστρεψε στο Παρίσι, όπου ίδρυσε μαζί με τον &lt;strong&gt;Μαρτίν Μπερνάρ&lt;/strong&gt; (Martin Bernard) στις 4 Δεκεμβρίου &lt;strong&gt;1848&lt;/strong&gt; την οργάνωση &lt;strong&gt;«Δημοκρατική Αλληλεγγύη»&lt;/strong&gt; («La Solidarité Républicaine») που αποσκοπούσε στην αγωνιστική συνένωση των &lt;strong&gt;αριστερών ιακωβίνων&lt;/strong&gt; με τους &lt;strong&gt;επαναστάτες σοσιαλιστές&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;a href="http://knol.google.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/64oiu5/delec4.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;Εξέδωσε επίσης την εφημερίδα &lt;strong&gt;«Δημοκρατική και Κοινωνική Επανάσταση»&lt;/strong&gt; («La Révolution démocratique et sociale. Liberté, égalité, fraternité»), η οποία πολύ σύντομα έγινε το μέσο έκφρασης των υπολειμμάτων του αριστερού «Ιακωβινισμού»: μέχρι το ηρωϊκό και τραγικό συνάμα &lt;strong&gt;1871&lt;/strong&gt;, η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση είχε αφήσει πίσω της χιλιάδες ανθρώπους που ειλικρινά εμπνέονταν από τα ιδανικά των &lt;strong&gt;Μαρά, Ροβεσπιέρου, Σαιν Ζυστ&lt;/strong&gt; και των υπόλοιπων &lt;strong&gt;«Ορεινών»&lt;/strong&gt; (ο ίδιος ο Ντελεκλύζ ήταν θαυμαστής του Ροβεσπιέρου και του Σαιν Ζυστ) και ήσαν μάλιστα πρόθυμοι να πεθάνουν γι’ αυτά, ερχόμενοι όχι μόνο σε σύγκρουση με την μοναρχία, αλλά και με τον αντεπαναστατικό φορμαλιστικό δημοκρατικισμό εκείνων που στο όνομα του «Ιακωβινισμού» είχαν συμφιλιωθεί με ο,τιδήποτε υποσχόταν την τάξη και την ενότητα.&lt;br /&gt;Μέσα από την «Δημοκρατική και Κοινωνική Επανάσταση» στήριξε στις προεδρικές εκλογές της 13ης Μαϊου 1849 τον δημοκρατικό πολιτικό &lt;strong&gt;Alexandre Auguste Ledru-Rollin&lt;/strong&gt; (1807 – 1874) του ανασυσταθέντος «Κόμματος των Ορεινών» («La Montagne»), ενώ ουκ ολίγες φορές ήλθε σε ιδεολογική αντιπαράθεση με τον πρωτο-αναρχικό &lt;strong&gt;Πιέρ - Ζοζέφ Προυντών&lt;/strong&gt; (Pierre - Joseph Proudhon, 1809 - 1865) και την εφημερίδα του &lt;strong&gt;«Le Peuple».&lt;/strong&gt; Τον Μάρτιο του &lt;strong&gt;1849&lt;/strong&gt; όμως, καταδικάστηκε σε νέο πρόστιμο 3.000 φράγκων και έναν χρόνο φυλάκιση για τα πύρινα άρθρα του κατά την λαϊκή εξέγερση του Ιουνίου &lt;strong&gt;1848&lt;/strong&gt;, κυρίως κατά του στρατηγού &lt;strong&gt;Louis - Eugène Cavaignac&lt;/strong&gt; (1802 – 1857) που ευθυνόταν για την αιματηρή καταστολή, και όταν τον Απρίλιο του 1850 ακολούθησε νέα βαρύτερη καταδίκη σε πρόστιμο 11.000 φράγκων και φυλάκιση τριών ετών, διάφυγε για μια ακόμη φορά στο εξωτερικό, αυτή την φορά στην Αγγλία.&lt;br /&gt;&lt;a href="http://knol.google.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/64oiu5/libertyequalityordeath.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;Έμεινε εκεί μέχρι το &lt;strong&gt;1853&lt;/strong&gt; και εν συνεχεία επέστρεψε παράνομα στην πατρίδα του για να αγωνιστεί κατά της κυβέρνησης των πραξικοπηματιών της 2ας Δεκεμβρίου 1851 που έφεραν το τέλος της «Δεύτερης Δημοκρατίας». Συνελήφθη όμως, καταδικάστηκε σε τέσσερα πρόσθετα χρόνια φυλάκισης και κλείστηκε στην φυλακή «Sainte-Pélagie». Μετά από παραμονή σε 2 ακόμα φυλακές, εκτοπίστηκε τελικά τον Οκτώβριο του &lt;strong&gt;1858&lt;/strong&gt; «για 10 χρόνια» στα στρατόπεδα καταδίκων της &lt;strong&gt;Γαλλικής Γουϊάνας&lt;/strong&gt; (Cayenne, Guyane) μαζί με άλλους αντικαθεστωτικούς. Τις αναμνήσεις του από την εμπειρία αυτή στο τρομερό «Νησί του Διαβόλου» («l’ Ιlle du Diable») συγκέντρωσε και εξέδωσε αργότερα στο Παρίσι με τίτλο &lt;strong&gt;«Από το Παρίσι στην Γουϊάνα. Το ημερολόγιο ενός εκτοπισμένου»&lt;/strong&gt; («De Paris à Cayenne. Journal d’ un transporté», 1869).&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(91)(CE)(93)(CE)(9A)(CE)(91)(CE)(9B)(CE)(99)(CE)(91)(CE)(A3)(CE)(9C)(CE)(91)_(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(A5)_(CE)(A3)(CE)(9F)(CE)(A"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Επέστρεψε από την εξορία τον Νοέμβριο του &lt;strong&gt;1860&lt;/strong&gt; μετά από την χορήγηση πολιτικής αμνηστίας τον Αύγουστο του 1859 από τον «αυτοκράτορα» Ναπολέοντα τον Γ και, παρά την κλονισμένη του υγεία, δραστηριοποιήθηκε ξανά στον χώρο των ριζοσπαστών αντιμοναρχικών. Το Ιούνιο του 1868 ίδρυσε στο Παρίσι την εφημερίδα &lt;strong&gt;«Αφύπνιση»&lt;/strong&gt; («Le Reveil»), όργανο της &lt;strong&gt;«Επαναστατικής Αριστεράς»&lt;/strong&gt;, στην οποία αναδημοσιεύονταν σημαντικά κείμενα του δημοκρατικού, σοσιαλιστικού, αλλά και εργατικού επίσης κινήματος, μέχρι ακόμα και κείμενα της ιδρυθείσας το 1864 &lt;strong&gt;«Διεθνούς των Εργατών»&lt;/strong&gt; («L’ Association Internationale des Travailleurs») ή &lt;strong&gt;«Πρώτης Διεθνούς».&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;a style="MARGIN-LEFT: auto; MARGIN-RIGHT: auto" href="http://knol.google.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/64oiu5/delec1.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Όντας &lt;em&gt;«ο άνθρωπος που ποτέ δεν συγχωρεί και ποτέ δεν ξεχνάει»,&lt;/em&gt; όπως τον περιέγραψε ο &lt;strong&gt;Ernest Alfred Vizetelly&lt;/strong&gt;, οδηγήθηκε το &lt;strong&gt;1868&lt;/strong&gt; για μία ακόμη φορά σε δίκη επειδή είχε προσπαθήσει με έρανο μέσω της «Αφύπνισης» να αναγείρει ένα μνημείο στην μνήμη του &lt;strong&gt;Αλφόνσου Μπωντέν&lt;/strong&gt; (Jean - Baptiste Alphonse Victor Baudin, 1811 - 1851), του δημοκρατικού βουλευτή που είχε σκοτωθεί στα οδοφράγματα ενάντια στους πραξικοπηματίες του Δεκεμβρίου 1851. Παρά την πολύ καλή δικαστική του υπεράσπιση από τον δημοκρατικό δικηγόρο &lt;strong&gt;Λέοντα Γαμβέττα&lt;/strong&gt; (Léon Gambetta, 1838 - 1882), καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση, ωστόσο αμνηστεύθηκε μετά από έναν χρόνο. Στις 12 Ιανουαρίου &lt;strong&gt;1870 &lt;/strong&gt;πάλι, ήταν ανάμεσα σε εκείνους τους &lt;strong&gt;σοσιαλιστές&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;μπλανκιστές&lt;/strong&gt; (Βαλέ, Φλουράνς, Ροσφόρ) που προσπάθησαν να εξεγείρουν τους 100.000 διαδηλωτές που συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία τον δημοσιογράφο &lt;strong&gt;Βίκτορα Νουάρ&lt;/strong&gt; (Victor Noir, 1848 – 1870), τον οποίο είχε σκοτώσει ο πρίγκιπας Πιέρ Βοναπάρτης (Pierre Bonaparte).&lt;br /&gt;Έπειτα από νέες διώξεις και αλλεπάλληλα πρόστιμα, η εφημερίδα σφραγίστηκε τελικά από την αστυνομία του Ναπολέοντος του Γ στις 10 Αυγούστου 1870 και ο ίδιος ο Ντελεκλύζ κατέληξε για μια ακόμα φορά φυγάς στο Βέλγιο, από το οποίο όμως επέστρεψε αμέσως μετά την στρατιωτική συντριβή του μονάρχη στο Sedan, την παράδοσή του στους Πρώσους στις 2 Σεπτεμβρίου του 1870 και την ανακήρυξη στις 4 Σεπτεμβρίου της &lt;strong&gt;«Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας»&lt;/strong&gt;. Η «Αφύπνιση» επανεκδόθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου και συνέχισε την ηρωϊκή πορεία της μέχρι την 22α Ιανουαρίου &lt;strong&gt;1871&lt;/strong&gt; που συνελήφθη ξανά επειδή είχε καταγγείλει ως προδότες εκείνους που παρέδιδαν το Παρίσι στους Πρώσους.&lt;br /&gt;&lt;a href="http://knol.google.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/64oiu5/dele6.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;Εξ αρχής είχε ασκήσει πολεμική προς την «Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» του πολιορκημένου από τους Πρώσους Παρισιού και πήρε μέρος στην εξέγερση της 31ης Οκτωβρίου που αποπειράθηκαν οι «τυφεκιοφόροι» του Γκουστάβ Φλουράνς, οι Ιακωβίνοι δημοκράτες και οι μπλανκιστές εργάτες όταν ο λαός του Παρισιού πληροφορήθηκε ότι η κυβέρνηση είχε εξουσιοδοτήσει τον &lt;strong&gt;Αδόλφο Θιέρσιο&lt;/strong&gt; (Louis-Adolphe Thiers, 1797 – 1877) να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους Πρώσους. Φωνάζοντας &lt;strong&gt;«προδοσία!»,&lt;/strong&gt; οι εξεγερμένοι κατέλαβαν το δημαρχείο και ανακοίνωσαν την ίδρυση μιας επαναστατικής &lt;strong&gt;«Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας»&lt;/strong&gt; («Comité du Salut Publique», κατά μίμηση εκείνης των «Ιακωβίνων» την περίοδο 1793 - 1794) με πρόεδρο τον ίδιον τον &lt;strong&gt;Μπλανκί&lt;/strong&gt;. Αν και αρχικά η κυβέρνηση, φοβισμένη από την εξέγερση, υποσχέθηκε να κάνει δημοτικές εκλογές την επόμενη ημέρα, στην συνέχεια πήρε τον λόγο της πίσω και έστειλε τα πιστά σε αυτήν τμήματα της Εθνοφρουράς να επανακαταλάβουν του δημαρχείο και να αποκαταστήσουν την τάξη. Στις 5 Νοεμβρίου εξελέγη στην δημοτική αρχή του 19ου τμήματος Παρισιού (XlXème arrondissement de Paris), αλλά παραιτήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1871, αφού πρώτα, όπως προείπαμε, κατήγγειλε ως προδότες εκείνους που ήθελαν την παράδοση της πόλης στους Πρώσους.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A0)(CE)(95)(CE)(98)(CE)(91)(CE)(99)(CE)(9D)(CE)(9F)(CE)(9D)(CE)(A4)(CE)(91)(CE)(A3)_(CE)(93)(CE)(99)(CE)(91)_(CE)(A4)(CE)(9"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΚΟΜΜΟΥΝΑ»&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Εκλέχθηκε στις &lt;strong&gt;8 Φεβρουαρίου 1871&lt;/strong&gt; βουλευτής στην υπό τους Πρώσους νέα «Εθνοσυνέλευση» («L’ Assemblée Nationale»), από την οποία όμως παραιτήθηκε και προσχώρησε στην &lt;strong&gt;«Παρισινή Κομμούνα»&lt;/strong&gt; αμέσως με την ανακήρυξή της. Στις 26 Μαρτίου εκλέχθηκε μέλος της κεντρικής επιτροπής και στις 4 Απριλίου μέλος της «Εκτελεστικής Επιτροπής» («La Commission Exécutive»), ενώ στις 13 Απριλίου πιάστηκαν και φυλακίστηκαν δύο άνδρες που είχαν σταλθεί με αποστολή να τον δολοφονήσουν.&lt;br /&gt;&lt;a style="MARGIN-LEFT: auto; MARGIN-RIGHT: auto" href="http://knol.google.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/64oiu5/delec3.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Στις 9 Μαϊου εκλέχθηκε πρόεδρος της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» («Comité du Salut Public») και, τελικά, στις 10 Μαϊου &lt;strong&gt;«πολιτικός υπεύθυνος Πολέμου»&lt;/strong&gt; («Délégué Civil à la Guerre»). Στην διακήρυξή του προς την Εθνοφρουρά την ημέρα της τελευταίας εκλογής του, κάλεσε τους κομμουνάρους σε μέχρις εσχάτων λαϊκό πόλεμο κατά των εχθρών: &lt;em&gt;«Εάν συμβουλευόμουν μόνο τις φυσικές μου δυνάμεις, δεν θα είχα αποδεχθεί αυτή την επικίνδυνη θέση του πολιτικού διοικητή του Υπουργείου Πολέμου. Όμως βασίζομαι στον πατριωτισμό σας για να αντέξω τα βάρη της... Όρθιοι λοιπόν Πολίτες, σταθείτε αποφασιστικά απέναντι στον εχθρό!... γνωρίζετε ότι πολεμάτε για την ελευθερία και για την κοινωνική ισότητα... για την απελευθέρωση της Γαλλίας και του κόσμου ολάκερου, για την ασφάλεια των οικογενειών σας, για τις ζωές των γυναικών σας και των παιδιών σας. Γι αυτό και θα νικήσετε. Και τότε, η ανθρωπότητα, που τώρα σας παρακολουθεί και επιδοκιμάζει τις μεγαλόψυχες προσπάθειές σας, θα πανηγυρίσει τον θρίαμβό σας, που θα σημάνει την σωτηρία όλων των ανθρώπων. Ζήτω η Παγκόσμια Δημοκρατία! Ζήτω η Κομμούνα!».&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Η εκλογή του Ντελεκλύζ ως «πολιτικού υπεύθυνου Πολέμου» ήταν μια ύστατη προσπάθεια να ενωθούν όλοι οι παριζιάνοι δημοκράτες, πολίτες και στρατιωτικοί, ιακωβίνοι και σοσιαλιστές, αν και τώρα πια, όπως το έγραψε ο σοσιαλιστής&lt;strong&gt; Jellinek&lt;/strong&gt;, &lt;em&gt;«ήταν ήδη πολύ αργά για να κάνουν ο,τιδήποτε άλλο οι κομμουνάροι, εκτός από το να πουλήσουν τις ζωές τους όσο πιο αξιομνημόνευτα μπορούσαν… ο Ντελεκλύζ έδειχνε πως ετοίμαζε στο επαναστατημένο Παρίσι μία επαναστατική κηδεία, που θα του επέτρεπε να ακούσει από πριν τον επικήδειό του... (οι κομμουνάροι) φαίνονταν σαν να είχαν ήδη ενωθεί μαζί στον θάνατο πριν ακόμα καν πεθάνουν» &lt;/em&gt;(σελ. 265).&lt;br /&gt;&lt;a style="MARGIN-LEFT: auto; MARGIN-RIGHT: auto" href="http://knol.google.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/64oiu5/delec.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Με τις τελευταίες του δύο ιδιότητες, του πρόεδρου της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» και του «πολιτικού υπευθύνου Πολέμου», ο Ντελεκλύζ υπερασπίστηκε μέχρι τέλους την «Κομμούνα» με το σύνθημα &lt;strong&gt;&lt;em&gt;«αγώνας όχι στρατιωτικός αλλά επαναστατικός, τόπο στον λαό, στους αγωνιστές, στους άντρες με τα γυμνά χέρια!».&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt; Αυτός ήταν που πρότεινε την πυρπόληση όλων των κτιρίων που χρησιμοποιούσε ή μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο εχθρός και την εκτέλεση των στελεχών του καθεστώτος που κρατούντο όμηροι ως αντίποινα για τις σφαγές των επαναστατών και των συγγενών τους.&lt;br /&gt;Στο τέλος, έχοντας ήδη δει τον ομοϊδεάτη του και επίσης θαυμαστή του Ροβεσπιέρου και του Σαιν Ζυστ &lt;strong&gt;Ωγκύστ Βερμορέλ&lt;/strong&gt; (Auguste Jean Marie Vermorel, 1941 - 1871) να χτυπιέται από τις σφαίρες των εχθρών πριν πέσει στα χέρια τους και ξεψυχήσει αργότερα στα κρατητήρια των Βερσαλλιών, συνάντησε και ο ίδιος μέσα σε γενναία αταραξία τον θάνατο στις 25 Μαϊου 1871, στο ήδη έτοιμο να πέσει οδόφραγμα Chateau d’ Eau της «λεωφόρου πρίγκιπα Ευγένιου» (νυν Βολταίρου, Boulevard Voltaire), όπου έπεσε νεκρός, κτυπημένος στο κεφάλι και το στήθος από σφαίρες ελεύθερων σκοπευτών.&lt;br /&gt;Ο ηρωϊκός θάνατος του Ντελεκλύζ &lt;strong&gt;σηματοδότησε επίσης το ιστορικό τέλος το κινήματος του Ιακωβινισμού&lt;/strong&gt; (1789 – 1871), ο τελευταίος εκπρόσωπος του οποίου, ο εξόριστος μετά το 1871 στην Γενεύη πρώην εκδότης της «Droits de l’ Homme» Zυλ Γκεσντ (Jules Basile Guesde, 1845 - 1922), προσχώρησε το 1876 στον μαρξισμό, προσηλυτισμένος από Γερμανούς πολιτικούς πρόσφυγες. Το 1874, το καθεστώς, που λόγω της μη αναγνώρισης του πτώματος του Ντελεκλύζ τον θεωρούσε ζωντανό και φυγά, έσπευσε καλού – κακού να τον καταδικάσει με το στρατοδικείο του «ερήμην» σε θάνατο, ενώ ο Γαμβέττας ανέκραζε το περίφημο: &lt;em&gt;«ιδού λοιπόν ένας άνθρωπος που ακόμα και νεκρός εξακολουθεί να προκαλεί στους εχθρούς του τον φόβο!».&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(95)(CE)(A1)(CE)(93)(CE)(9F)(CE)(93)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A6)(CE)(99)(CE)(91)(3A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;«Affaire de la souscription Baudin : seul compte rendu complet, recueilli par la sténographie et revu par les défenseurs», Paris, 1868&lt;br /&gt;«De Paris à Cayenne. Journal d’ un transporté», Paris, 1869&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(92)(CE)(99)(CE)(92)(CE)(9B)(CE)(99)(CE)(9F)(CE)(93)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A6)(CE)(99)(CE)(91)(3A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Marcel Dessal, «Un revolutionnaire jacobin, Charles Delescluze», Paris, 1951&lt;br /&gt;Jules Guesde, «Le livre Rouge de la justice rurale: documents pour servir à l’ histoire d’ une république sans républicains; a la mémoire de Charles Delescluze», Paris, 1871&lt;br /&gt;Roger Bellet, «Journalisme et Révolution, 1857 – 1885», Tusson, 1987&lt;br /&gt;Charles Prolès, «Les Hommes de la revolution de 1871», Paris, 1898&lt;br /&gt;Frank Jellinek, «The Paris Commune of 1871», London, 1937&lt;br /&gt;Διάφορα περιοδικά και εφημερίδες από το Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-8685143861349165256?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/8685143861349165256/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/11/louis-charles-delescluze-dreux-2-1809.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/8685143861349165256'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/8685143861349165256'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/11/louis-charles-delescluze-dreux-2-1809.html' title='Λουϊ Σαρλ Ντελεκλύζ(Louis Charles Delescluze, Dreux, 2 Οκτωβρίου 1809 – Paris, 25 Μαϊου 1871)'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Svs6gDLPISI/AAAAAAAAAoM/RILHTJHjPZQ/s72-c/Louis+Charles+Delescluze.bmp' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-8825645463396400573</id><published>2009-11-09T13:20:00.006+02:00</published><updated>2009-11-09T13:28:59.815+02:00</updated><title type='text'>Φραντζέσκο Μάριο Παγκάνο (Francesco Mario Pagano, Brienza Salerno 8 Δεκεμβρίου 1748 – Napoli 29 Οκτωβρίου 1799).</title><content type='html'>&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Svf8AhBeubI/AAAAAAAAAns/pUdbDpndOns/s1600-h/Francesco+Mario+Pagano.bmp"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 158px; FLOAT: left; HEIGHT: 200px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5402063363848976818" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Svf8AhBeubI/AAAAAAAAAns/pUdbDpndOns/s200/Francesco+Mario+Pagano.bmp" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Ιταλός νομικός, φιλόσοφος, συγγραφέας και Ιακωβίνος μάρτυρας. Γεννήθηκε στην Brienza του Σαλέρνο από πατέρα συμβολαιογράφο, στάλθηκε σε ηλικία 12 ετών στο σπίτι ενός θείου του στην Νάπολη και σπούδασε νομικά και φιλοσοφία, αριστεύοντας σε σημείο που 22ετής ακόμα να ασκεί δικηγορία και να είναι επίσης λέκτορας Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Από τα 20 του ωστόσο (το έτος 1768) συνέγραψε μία πολιτική κριτική στο ρωμαϊκό δίκαιο («Politicum universae nomothesiae examen»), η οποία είχε εξοργίσει τους συντηρητικούς κύκλους με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για αθεϊα και να φυλακιστεί. Την επόμενη δεκαετία μυήθηκε στον Ελευθεροτεκτονισμό μέσω του προσωπικού φίλου του, φιλόσοφου και νομικού &lt;strong&gt;Γκαετάνο Φιλαντζέρι&lt;/strong&gt; (Gaetano Filangieri, 1752 - 1788). Έχοντας ήδη να επιδείξει ένα αξιόλογο συγγραφικό έργο επάνω σε νομικά ζητήματα, κατέλαβε το 1787 καθηγητική έδρα στην Νομική συγγράφοντας το ίδιο έτος το «Considerazioni sul processo criminale» και το 1792 δημοσίευσε πολιτικές πραγματείες αναφορικά με την προέλευση και εξέλιξη των πολιτισμένων και βαρβαρικών κοινωνιών («Saggi politici dei principi, progressi e decadenza delle societa»). Ο Παγκάνο ασχολήθηκε επίσης και με την συγγραφή θεατρικών έργων από τα οποία γνωστότερα υπήρξαν η τραγωδία «Gerbino» και το μελόδραμα «Agamemnon». &lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A0)(CE)(9F)(CE)(9B)(CE)(99)(CE)(A4)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(97)_(CE)(94)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A3)(CE)(97)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ: &lt;/strong&gt;Το &lt;strong&gt;1793&lt;/strong&gt; ίδρυσε με τους δικηγόρους &lt;strong&gt;Ρούσο&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Φλαμίνιο Μας&lt;/strong&gt; (Flaminio Mass) την «λέσχη» των ναπολιτάνων Ιακωβίνων με το όνομα &lt;strong&gt;«Πατριωτική Εταιρεία»&lt;/strong&gt; («Societa Patriottica»), η οποία σφραγίστηκε το 1794 από τις αρχές και τα μέλη της συνελήφθησαν, πέρασαν από δικαστικές περιπέτειες και 3 από αυτούς (οι &lt;strong&gt;Emanuele De Deo, Vincenzo Galiani&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Vincenzo Vitaliani&lt;/strong&gt;) εκτελέστηκαν τελικά το 1794 ως ένοχοι «ιακωβινικής συνωμοσίας», παρά τις προσπάθειες του συνηγόρου τους Παγκάνο να τους σώσει. Ο ίδιος ο Παγκάνο φυλακίστηκε ξανά τον Φεβρουάριο του &lt;strong&gt;1796&lt;/strong&gt; στο Castel Sant Elmo με την κατηγορία του αντιμοναρχισμού, του αφαιρέθηκε η δικηγορική ιδιότητα και τον Ιούλιο του &lt;strong&gt;1798&lt;/strong&gt; που αποφυλακίστηκε (όπως και αρκετοί α&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Svf8V7mOfoI/AAAAAAAAAn0/-rWu8ubwYLk/s1600-h/ROMA_JACOBINS.bmp"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 200px; FLOAT: left; HEIGHT: 146px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5402063731759677058" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Svf8V7mOfoI/AAAAAAAAAn0/-rWu8ubwYLk/s200/ROMA_JACOBINS.bmp" /&gt;&lt;/a&gt;κόμα σύντροφοί του, όπως λ.χ. οι Ciaia, Fasulo, Colonna, Cassano, κ.ά.) μετά από έντονες πιέσεις των Γάλλων, βρήκε καταφύγιο στην Ρώμη, όπου είχε κηρυχθεί η &lt;strong&gt;«Ρωμαϊκή Ιακωβινική Δημοκρατία»&lt;/strong&gt; («Repubblica Romana Giacobina»).&lt;br /&gt;Όταν το 1799 ανακηρύχθηκε υπό την κάλυψη του γαλλικού στρατού η βραχύβια &lt;strong&gt;«Παρθενόπια Δημοκρατία»&lt;/strong&gt; («Repubblica Partenopea», 23 Ιανουαρίου 1799 – 13 Ιουνίου 1799) από τους ναπολιτάνους Ιακωβίνους, ο Φραντζέσκο Μάριο Παγκάνο επέστρεψε στην Νάπολη την 1η Φεβρουαρίου και ανέλαβε πολιτικά καθήκοντα , στα οποία αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο δραστήρια στελέχη της νεαρής, αλλά εξαιρετικά εύθραυστης Δημοκρατίας. Εξελέγη αντιπρόσωπος του λαού και, ανάμεσα στα διάφορα άλλα έργα του, συνέταξε με βάση το ιακωβίνικο Σύνταγμα της Γαλλικής Δημοκρατίας του 1793 το αντίστοιχο Σύνταγμα της «Παρθενόπιας». Όταν η τελευταία δέχθηκε την άγρια επίθεση των μοναρχικών τον Ιούνιο του 1799, ο Παγκάνο πολέμησε με τους τελευταίους δημοκράτες στο Castel Nuovo, αλλά παραδόθηκε όταν πια κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. &lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(94)(CE)(97)(CE)(9C)(CE)(9F)(CE)(A3)(CE)(99)(CE)(9F)(CE)(A3)_(CE)(91)(CE)(A0)(CE)(91)(CE)(93)(CE)(A7)(CE)(9F)(CE)(9D)(CE)(99"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ: &lt;/strong&gt;Παρά την συμφωνία όμως για σεβασμό της ελευθερίας και της ζωής των αιχμαλώτων, οι μοναρχικοί τους φυλάκισαν, τους δίκασαν ομαδικά και τους καταδίκασαν σε θάνατο. Έχοντας μείνει αρκετές εβδομάδες στην φυλακή, ο Παγκάνο εκτελέστηκε τελικά στις &lt;strong&gt;29 Οκτωβρίου 1799&lt;/strong&gt; με δημόσιο απαγχονισμό, μαζί με τους συναγωνιστές του &lt;strong&gt;Ντομένικο Κιρίλο&lt;/strong&gt; (Domenico Cirillo, 1739 - 1799), &lt;strong&gt;Γεώργιο Πιλιατσέλι&lt;/strong&gt; (George Pigliacelli) και &lt;strong&gt;Ιγνάτιο Κιάϊα&lt;/strong&gt; (Ignazio Ciaia, 1766 - 1799) στην Piazza Mercato της Νάπολης. &lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(9A)(CE)(A5)(CE)(A1)(CE)(99)(CE)(9F)(CE)(A4)(CE)(95)(CE)(A1)(CE)(91)_(CE)(95)(CE)(A1)(CE)(93)(CE)(91)(3A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΕΡΓΑ:&lt;/strong&gt; «Politicum universae nomothesiae examen», 1768 «De saggi politici», 2 τόμοι, 1783 – 1785 «Considerazioni sul processo criminale», 1787 «Ragionamento sulla liberta del commercio del pesce», 1789 «Saggi politici dei principi, progressi e decadenza delle societa», 3 τόμοι, 1792 - 1793 «Principi del codice penale», εκδόθηκε μετά θάνατον, το 1819 «Logica dei probabili o teoria delle prove», 1819 «Opere scelte di estetica», 1819 «Opere filosofico politiche ed estetiche», 1837 «Opuscoli sopra il diritto penale» 1837 «Dio e natura: pensieri inediti», 1885 &lt;/span&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(98)(CE)(95)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(A1)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(91)_(CE)(95)(CE)(A1)(CE)(93)(CE)(91)(3A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ:&lt;/strong&gt; «Gli esuli Tebani», 1782 «Il Gerbino», 1787 «Agamennone», 1787 «Corradino», 1789 «L'Emilia : commedia in cinque atti», 1792 &lt;/span&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(92)(CE)(99)(CE)(92)(CE)(9B)(CE)(99)(CE)(9F)(CE)(93)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A6)(CE)(99)(CE)(91)(3A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:&lt;/strong&gt; Bruschi Renato ed., «Francesco Mario Pagano: la coscienza della liberta: dai Saggi politici al Progetto di Costituzione», Napoli, 1998 Cantimori Delio, «Utopisti e riformatori Italiani, 1794 - 1847», Florence, 1943 Cantimori Delio, «Giacobini Italiani», τόμοι 3, Bari, 1956 – 1964 Conforti Luigi, «Napoli nel 1799», Naples, 1889 Giglioli Constance H. D., «Naples in 1799. An account of the revolution of 1799 and the rise and fall of the Parthenopean Republic», London, 1903 Gutteridge H. C. ed., «Nelson and the Neapolitan Jacobins», London, 1903 Von Helfert Fr., «Fabrizio Ruffo, Revolution und Gegen - Revolution von Neapel, November 1798 bis August 1799», Wien, 1882&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-8825645463396400573?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/8825645463396400573/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/11/francesco-mario-pagano-brienza-salerno.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/8825645463396400573'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/8825645463396400573'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/11/francesco-mario-pagano-brienza-salerno.html' title='Φραντζέσκο Μάριο Παγκάνο (Francesco Mario Pagano, Brienza Salerno 8 Δεκεμβρίου 1748 – Napoli 29 Οκτωβρίου 1799).'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Svf8AhBeubI/AAAAAAAAAns/pUdbDpndOns/s72-c/Francesco+Mario+Pagano.bmp' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-5980962326563169585</id><published>2009-11-01T00:11:00.003+02:00</published><updated>2009-11-01T00:35:56.571+02:00</updated><title type='text'>Φρανσουά - Νοέλ «Γράκχος» Μπαμπέφ (Francois - Noel «Gracchus» Babeuf, Σαιν Κουεντίν 23 Νοεμβρίου 1760 – Παρίσι 27 Μαϊου 1797)</title><content type='html'>&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Suy7dTQiJBI/AAAAAAAAAls/uH6LiSvLBrM/s1600-h/babeuf66.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 200px; FLOAT: left; HEIGHT: 266px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5398896165370602514" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Suy7dTQiJBI/AAAAAAAAAls/uH6LiSvLBrM/s320/babeuf66.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Γάλλος επαναστάτης, αρχικά &lt;strong&gt;Ιακωβίνος&lt;/strong&gt; και μετά &lt;strong&gt;ουτοπιστής – σοσιαλιστής&lt;/strong&gt;, θεμελιωτής του επαναστατικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, ιδρυτής μέσα σε αυτόν της συγκεκριμένης ιδεολογικής τάσης του «Μπαμπεφισμού» («Babouvisme»), που διεκδίκησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα όλων των πολιτών, γι’ αυτό και ο ίδιος αποκλήθηκε μετά θάνατον «Προμηθέας του Προλεταριάτου».&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.blogger.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/m2yoq4/babeuf7676.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;Φρανσουά - Νοέλ «Γράκχος» Μπαμπέφ&lt;/strong&gt; (Francois - Noel «Gracchus» Babeuf, Σαιν Κουεντίν 23 Νοεμβρίου 1760 – Παρίσι 27 Μαϊου 1797). Γάλλος επαναστάτης, αρχικά &lt;strong&gt;Ιακωβίνος&lt;/strong&gt; και μετά &lt;strong&gt;ουτοπιστής – σοσιαλιστής&lt;/strong&gt;, θεμελιωτής του επαναστατικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, ιδρυτής μέσα σε αυτόν της συγκεκριμένης ιδεολογικής τάσης του &lt;strong&gt;«Μπαμπεφισμού»&lt;/strong&gt; («Babouvisme»), που διεκδίκησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα όλων των πολιτών, γι’ αυτό και ο ίδιος αποκλήθηκε μετά θάνατον &lt;strong&gt;«Προμηθέας του Προλεταριάτου».&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A0)(CE)(A1)(CE)(A9)(CE)(A4)(CE)(91)__(CE)(A7)(CE)(A1)(CE)(9F)(CE)(9D)(CE)(99)(CE)(91)(3A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Γεννήθηκε στο Saint Qentin στην πάμφτωχη οικογένεια του &lt;strong&gt;Κλωντ Μπαμπέφ&lt;/strong&gt; (Claude Babeuf), παλαιού στρατιώτη από το καλβινιστικό χωριό Bobeuf ή Baboeuf της Πικαρδίας που είχε αυτομολήσει το &lt;strong&gt;1738&lt;/strong&gt; στον αυστριακό στρατό, είχε προαχθεί σε δάσκαλο της Αυλής και είχε επιστρέψει στην Γαλλία μετά από αμνηστία που χορηγήθηκε το 1755. Όπως και ο φτωχός πατέρας του (που σημειωτέον δίδαξε ωστόσο στα παιδιά του τα γερμανικά και μαθηματικά που γνώριζε) έτσι και ο νεαρός Φρανσουά - Νοέλ, χρειάστηκε από 14 ετών να εργαστεί σκληρά για να εξοικονομήσει η οικογένειά του αλλά και ο ίδιος τα απαραίτητα για την συντήρησή της. Ο πατέρας του είχε πεθάνει ήδη από το &lt;strong&gt;1780 &lt;/strong&gt;και έκτοτε έπεσε αποκλειστικά στον Φρανσουά - Νοέλ η ευθύνη να συντηρήσει την μητέρα του και τα αδέλφια του, καθώς αργότερα και την σύζυγό του και τους τρεις δικούς του υιούς. Λέγεται ότι λίγο πριν ξεψυχήσει ο πατέρας του, έδωσε στον 20χρονο Φρανσουά - Νοέλ ένα φθαρμένο αντίτυπο των &lt;strong&gt;«Παράλληλων Βίων»&lt;/strong&gt; του &lt;strong&gt;Πλουτάρχου&lt;/strong&gt; με την ευχή να τον συνοδεύει σε όλες τις χαρές και λύπες της ζωής και επίσης τον όρκισε επάνω στο στρατιωτικό του ξίφος να μάχεται πάντοτε για τα δίκαια των ανθρώπων.&lt;br /&gt;Στις &lt;strong&gt;13 Νοεμβρίου 1782&lt;/strong&gt; ο Μπαμπέφ νυμφεύθηκε μία νεαρή κοπέλα από την Αμιένη, υπηρέτρια στο σπίτι κάποιων αριστοκρατών όπου και ο ίδιος εργαζόταν ως υπηρέτης. Συνέχισε να εργάζεται ως υπηρέτης μέχρι το 1784, οπότε και μετακόμισε οικογενειακώς στο Ροϊ (Roye), όπου βρήκε μία πολύ καλή και οικονομικά αποδοτική εργασία, ως κλητήρας του κτηματολογίου, μέχρι το 1789 που ξέσπασε η &lt;strong&gt;Γαλλική Επανάσταση&lt;/strong&gt;. Το &lt;strong&gt;1787&lt;/strong&gt; συνέγραψε το πρώτο κείμενό του με τίτλο &lt;strong&gt;«Διαρκές Κτηματολόγιο&lt;/strong&gt;», που το εξέδωσε, καθώς και την μπροσούρα &lt;strong&gt;«La nouvelle distinction des ordres par M. de Mirabeau»&lt;/strong&gt;, το &lt;strong&gt;1790&lt;/strong&gt; στο Παρίσι με τον τίτλο &lt;strong&gt;«Cadastre perpetuel, dedie a l'assemblee nationale, l'an 1789 et le premier de la liberte francaise»,&lt;/strong&gt; μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα της Γαλλικής Επανάστασης, όπου είχε παρακολουθήσει από κοντά την κατάληψη και κατεδάφιση της Βαστίλης και την δράση των &lt;strong&gt;«Αβράκωτων»&lt;/strong&gt; ή &lt;strong&gt;«Σανκιλότ»&lt;/strong&gt;. Έχοντας ωστόσο συγκλονιστεί από το θέαμα του καρφωμένου σε ένα κοντάρι κεφαλιού του &lt;strong&gt;Φουλόν&lt;/strong&gt; (Foulon) που περιφερόταν από τον όχλο στην οδό Faubourg Saint-Martin εν μέσω γενικής χαράς και τραγουδιών, σε μια επιστολή προς την σύζυγό του έδειχνε πολύ προβληματισμένος για το απίστευτο μέγεθος ανελέητης βιαιότητας που μπορούσε να εκδηλώσει το πλήθος: &lt;em&gt;«να’ ξερες πόσο με αρρώστησε όλη αυτή η χαρά του πλήθους!… Όλες εκείνες οι τιμωρίες του παρελθόντος, οι διαμελισμοί, τα βασανιστήρια, ο τροχός, η πυρές, οι μαστιγώσεις, οι κάθε είδους εκτελέσεις, μας έχουν αποκτηνώσει! Αντί να μας εξημερώσουν, οι αφέντες μας μάς έχουν αποβαρβαρώσει, αφού βάρβαροι ήσαν και παραμένουν και αυτοί οι ίδιοι… Αυτό, φτωχή μου γυναίκα, θα έχει κατ’ όπως δείχνουν τα πράγματα συνέπειες φρικτές! Και μάλλον βρισκόμαστε μόνο στην αρχή!». &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;ΟΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Μετά από αρθρογραφία σε διάφορες ριζοσπαστικές εφημερίδες της εποχής με τα ψευδώνυμα &lt;strong&gt;«Καμίλλος»&lt;/strong&gt; («Camille») και &lt;strong&gt;«Γράκχος»&lt;/strong&gt; («Gracchus», σε ανάμνηση των μεταρρυθμιστών αδελφών Γράκχων, μαρτύρων της αρχαίας ρωμαϊκής Δημοκρατίας) άρχισε να αποκτά την φήμη του εξτρεμιστή, συνελήφθηκε ως τέτοιος στις αρχές του Ιουλίου &lt;strong&gt;1790&lt;/strong&gt;, αλλά έτυχε της άμεσης υποστήριξης της εφημερίδας του &lt;strong&gt;Zαν Πωλ Μαρά&lt;/strong&gt; (Jean Paul Marat) &lt;strong&gt;«Φίλος του Λαού»&lt;/strong&gt; («Ami du Peuple») και αφέθηκε ελεύθερος μετά από μερικές ημέρες. Τον Οκτώβριο του 1790 μετακόμισε στο Ροϊ, από όπου εξέδιδε για μερικούς μήνες την επαναστατική εφημερίδα &lt;strong&gt;«Ο ανταποκριτής της Πικαρδίας»&lt;/strong&gt; («Le Correspondant Picard»), η οποία σταμάτησε μετά από 40 συνολικά τεύχη. Το σκληρό ύφος των άρθρων του τού κόστισε τελικά &lt;strong&gt;200 μηνύσεις&lt;/strong&gt; σε διάστημα 6 μόλις μηνών και μια ακόμη σύλληψη και φυλάκιση, ενώ παύθηκε από δημοτικός σύμβουλος στην δημαρχεία του Ροϊ, όπου είχε εκλεγεί τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Τον Μάρτιο του &lt;strong&gt;1791 &lt;/strong&gt;πάντως, και ενώ ήδη η σύζυγός του είχε υποχρεωθεί να πουλήσει τα έπιπλα του σπιτιού τους για να πληρώσει τα χρέη της οικογένειας, διορίστηκε εντεταλμένος για την καταγραφή της εθνικής περιουσίας («biens nationaux») στο Ροϊ, αλλά μετά από μερικούς μήνες διώχθηκε και από εκεί επειδή προπαγάνδιζε την ανάγκη διανομής των αμφίβολης ιδιοκτησίας χωραφιών και γενικά απέκτησε πάμπολλους εχθρούς λόγω της αδιαλλαξίας του σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Στα μέσα του καλοκαιριού του &lt;strong&gt;1793&lt;/strong&gt; έφυγε για το επαναστατημένο Παρίσι όπου διορίστηκε γραμματέας στην «Επιτροπή Επισιτισμού» («Comite des subsistances») της Κομμούνας, ενώ στις 23 Αυγούστου καταδικάστηκε ερήμην από δικαστήριο του Somme σε 20ετή φυλάκιση με βάση ένα στημένο από τους εχθρούς του κατηγορητήριο περί υποτιθέμενης «πλαστογραφίας» κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στο Ροϊ.&lt;br /&gt;Σε υλοποίηση της δικαστικής απόφασης συνελήφθη τον μήνα Μπρυμαίρ του έτους 2 της Δημοκρατίας (τον Νοέμβριο 1793) στο σπίτι του στο Παρίσι (επί της οδού Porte St Honore, αριθμός 27), δυνάμει εντάλματος που είχαν εκδώσει οι δικαστικές αρχές της Αμιένης, φυλακίστηκε στο Abbaye και στις 18 Ιουλίου 1794 (28 Φλορεάλ του έτους 2) δικάστηκε στο κακουργιοδικείο του Aisne στο Λαόν (Laon), όπου όμως οι δικαστές ακύρωσαν ομόφωνα την καταδικαστική απόφαση των δικαστών του Somme και τον αθώωσαν πανηγυρικά, αποφαινόμενοι ότι η όλη υπόθεση ξεκίνησε από προσωπικό φθόνο φιλομοναρχικών στοιχείων. Μετά την αθώωσή του, επέστρεψε για λίγο στο Παρίσι, αλλά δεν έζησε από κοντά την ανατροπή και καρατόμηση του Ροβεσπιέρου και την πλήρη επικράτηση των αντεπαναστατικών στοιχείων στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση λίγες ημέρες αργότερα, στις 9 Θερμιδώρ του έτους 2 (27 Ιουλίου &lt;strong&gt;1794&lt;/strong&gt;), γιατί απουσίαζε στο Λαόν, όπου βρισκόταν ο βαριά άρρωστος υιός του Εμίλ (Emile). Όταν ξαναγύρισε στο Παρίσι εξέδωσε από τις 3 Σεπτεμβρίου του 1794 (στα τέλη δηλαδή του έτους 2) την εφημερίδα &lt;strong&gt;«Για την Ελευθερία του Τύπου»&lt;/strong&gt; («Journal de la Liberte de la Presse»), αρχικά με θέσεις κατά των ανατραπέντων «τρομοκρατών» και υπέρ των «θερμιδωριανών». &lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(97)_(CE)(A5)(CE)(99)(CE)(9F)(CE)(98)(CE)(95)(CE)(A4)(CE)(97)(CE)(A3)(CE)(97)__(C2)(AB)(CE)(A1)(CE)(9F)(CE)(92)(CE)(95)(CE)("&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Η ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ «ΡΟΒΕΣΠΙΕΡΙΚΩΝ» ΘΕΣΕΩΝ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Μέσα σε έναν μόλις μήνα ωστόσο, μετακινήθηκε προς τις ροβεσπιερικές θέσεις, ιδίως όταν στις 5 Οκτωβρίου (ή 4η Βεντεμιαίρ του έτους 3) μετονόμασε την εφημερίδα του σε &lt;strong&gt;«Βήμα του Λαού» &lt;/strong&gt;(«Tribune du Peuple») και υιοθέτησε μόνιμα πλέον το όνομα «Γράκχος». Εξαιτίας της δριμύτητας των άρθρων του, των αντι-ιδιοκτησιακών θέσεών του, αλλά και της ανοικτής ηθικής και ιδεολογικής υποστήριξης που εξέφρασε τώρα πια προς τους πεσόντες &lt;strong&gt;Ροβεσπιέρο&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;Σαιν Ζυστ&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Κουτόν&lt;/strong&gt;, συνελήφθη πριν καν τελειώσει ο Οκτώβριος και φυλακίστηκε για ένα διάστημα στο Αρράς (Arras), όπου γνώρισε φυλακισμένους «τρομοκράτες» ροβεσπιεριστές, όπως τον γνωστό εκδότη της &lt;strong&gt;«Επιθεώρησης της Ισότητας»&lt;/strong&gt; («Journal de l' Εgalite») Λεμπουά (Lebois).&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.blogger.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/m2yoq4/babeuf5.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Αποφυλακίστηκε για λίγο, τοποθετήθηκε ξανά υπέρ του Ροβεσπιέρου και υπέρ του Συντάγματος του &lt;strong&gt;1793 &lt;/strong&gt;στο τεύχος 33 της εφημερίδας του και φυλακίστηκε ξανά τον Φεβρουάριο του &lt;strong&gt;1795&lt;/strong&gt;, ενώ οι εξτρεμιστές της φιλομοναρχικής αντι-ιακωβινικής οργάνωσης &lt;strong&gt;«Χρυσή Νεολαία»&lt;/strong&gt; («Jeunesse Doree») έσπασαν τα σφραγισμένα γραφεία της ενοχλητικής εφημερίδας και έκαψαν δημόσια τα αντίτυπα που βρήκαν σε μια μεγάλη πυρά έξω από το Theatre des Bergeres. Όπως αναφέρει ο &lt;strong&gt;Ernest Belfort Bax&lt;/strong&gt;, στην αλληλογραφία του Μπαμπέφ που βρέθηκε στο σπίτι του και κατασχέθηκε από την αστυνομία, υπήρξε και μία επιστολή με την οποία απαντούσε στον «Εμπεριστή» (οπαδό του εξτρεμιστή Εμπέρ που καρατομήθηκε την άνοιξη του 1794) Joseph Bodson ότι ο ίδιος ο Μπαμπέφ και οι ομοϊδεάτες του αποτελούσαν τους «δεύτερους Γράκχους» της Γαλλικής Επανάστασης, θεωρώντας ως «πρώτους Γράκχους» τους Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ, Κουτόν και τους υπόλοιπους εξοντωθέντες «ροβεσπιεριστές»: &lt;em&gt;«να αποδώσουμε στον Ροβεσπιέρο την τιμή που του αξίζει, ώστε επιτέλους όλοι οι οπαδοί του να σηκωθούν ξανά και να θριαμβεύσουν… Ο Ροβεσπιερισμός είναι η Δημοκρατία, οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι. Η αναζωογόνηση του Ροβεσπιερισμού εγγυάται την αναζωογόνηση της Δημοκρατίας».&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Στην φυλακή Plessis, όπου έμεινε φυλακισμένος για περίπου 8 μήνες, γνώρισε τον Ιταλό επαναστάτη και «ροβεσπιεριστή» &lt;strong&gt;Φίλιππο Μπουοναρόττι&lt;/strong&gt; (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti ή Buonarroti, 1761 - 1837), τον οικοδεσπότη του Ροβεσπιέρου &lt;strong&gt;Μωρίς Ντυπλαί&lt;/strong&gt; (Maurice Duplay) και τον επίσης «ροβεσπιεριστή» &lt;strong&gt;Μαρκ Αντουάν Ζυλιέν&lt;/strong&gt; (Marc Antoine Julien). Μετά την δεύτερη αποφυλάκισή του στις 31 Οκτωβρίου του ιδίου έτους (ή στις 4 Μπρυμαίρ του έτους 4), με την γενική αμνηστία που έδωσε η Συμβατική, και εκμεταλλευόμενος την πείνα που είχε πέσει στον λαό μετά από την κατάργηση των οικονομικών μέτρων των ροβεσπιεριστών, ενέτεινε μέσα από τις σελίδες του «Βήματος του Λαού» (που επανεκδόθηκε από το 35ο του τεύχος) την πολεμική του προς το καθεστώς του «Διευθυντηρίου» (σε αναφορές των χαφιέδων της αστυνομίας που χρονολογούνται από τον Νοέμβριο του 1795 καταγγελλόταν ότι «προέτρεπε σε στάση, εξέγερση και εφαρμογή του Συντάγματος του 1793»).&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΑΠΟ ΤΗΝ «ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ» ΣΤΗΝ «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΩΝ ΙΣΩΝ»:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Τον επόμενο μήνα συμμετείχε με τον Μπουοναρόττι στην ίδρυση της φιλο-ιακωβινικής οργάνωσης &lt;strong&gt;«Λέσχη του Πανθέου»&lt;/strong&gt; («Societe du Pantheon»), που έλαβε το όνομά της από την πλατεία όπου πραγματοποιούσε τις συγκεντρώσεις της. Το &lt;strong&gt;«Βήμα του Λαού»&lt;/strong&gt; απετέλεσε εφεξής το επίσημο όργανο της οργάνωσης, η οποία στις αρχές του 1796 αριθμούσε 17.000 μέλη, αρκετά από τα οποία ήσαν και μέλη της φρουράς του Παρισιού ή μέλη του ιακωβινικού στρατιωτικού σώματος «Πατριώτες του ’89», το οποίο είχε χρησιμοποιήσει πριν από λίγους μήνες το «Διευθυντήριο» κατά των μοναρχικών. Οι τακτικές νυκτερινές συγκεντρώσεις της «Λέσχης του Πανθέου» κάτω από το φως πυρσών, η αίτησή τους στις αρχές να ιδρύσουν λατρεία του &lt;strong&gt;«Φυσικού Νόμου»&lt;/strong&gt; ως «θρησκευτική» διάσταση του πολιτικού αιτήματος για Ισότητα, η ταχεία επικράτηση της τάσης του Μπαμπέφ και η εντονότατη ανησυχία των «φιλήσυχων νοικοκυραίων» του Παρισιού (που στις δραστηριότητες εκείνων που αποκαλούσαν «συμμορίτες» διέβλεπαν επιστροφή του «ροβεσπιερισμού»), έδειξαν στο «Διευθυντήριο» ότι έπρεπε να προγραμματίσει άμεση καταστολή. Τελικά στις 27 Φεβρουαρίου &lt;strong&gt;1796&lt;/strong&gt; ο &lt;strong&gt;Ναπολέων Βοναπάρτης&lt;/strong&gt; προέβη κατ’ εντολή του «Διευθυντηρίου» στην διάλυση της «Λέσχης», με αποτέλεσμα όμως να προχωρήσει άμεσα ο Μπαμπέφ μαζί με αδιάλλακτους αριστερούς Ιακωβίνους (&lt;strong&gt;Λεμπουά, Μπουοναρόττι, Νταρτέ, Λιντέ&lt;/strong&gt;, κ.ά.) στην ίδρυση της &lt;strong&gt;«Ένωσης των Δικαίων»&lt;/strong&gt; ή &lt;strong&gt;«Εταιρείας των Ίσων»&lt;/strong&gt; («Societe des Egaux»), η οποία απετέλεσε ιστορικά την &lt;strong&gt;πρώτη μεγάλη σοσιαλιστική επαναστατική οργάνωση&lt;/strong&gt; της Γαλλίας.&lt;br /&gt;Ήδη μερικές ημέρες πριν από την διάλυση της «Λέσχης του Πανθέου», ο Μπαμπέφ κατεζητείτο από την αστυνομία και συνεπώς ίδρυσε την νέα οργάνωση και συντόνιζε τις ενέργειές της από το παρισινό κρησφύγετο του, και από εκεί επίσης σύστησε στις 30 Μαρτίου (10 Ζερμινάλ του έτους 4) το επταμελές &lt;strong&gt;«Μυστικό Διευθυντήριο»&lt;/strong&gt; της οργάνωσης. Έχοντας αποφασίσει να κλείσει το ενοχλητικό «Βήμα του Λαού», το καθεστωτικό «Διευθυντήριο» είχε στείλει στα μέσα του Φεβρουαρίου έναν αξιωματούχο του στο σπίτι του Μπαμπέφ με εντολή να κατάσχει ό,τι αφορούσε την εφημερίδα, όμως αυτός ξυλοκοπήθηκε από τον Μπαμπέφ και πετάχθηκε στον δρόμο. Αντιμετωπίζοντας συνεπώς άμεση σύλληψη και φυλάκισή του, ο Μπαμπέφ κατέφυγε σε ένα κρυσφήγετο (στο σπίτι του ράφτη &lt;strong&gt;Τισώ&lt;/strong&gt;, Tissot, στην οδό Grande Truanderie 21) που του είχε παράσχει ο «ροβεσπιεριστής» &lt;strong&gt;Ωγκυστέν Νταρτέ&lt;/strong&gt; (Augustin Alexandre Darthe, 1769 - 1797), ενώ η αστυνομία συνέλαβε και φυλάκισε αντ’ αυτού την σύζυγο και τα παιδιά του. Από την παρανομία ο Μπαμπέφ κατόρθωσε να εκδώσει μερικά ακόμη τεύχη του «Βήματος του Λαού», μέχρι το τελευταίο 43ο τεύχος, υποστηριζόμενος οικονομικά από μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» και ομοϊδεάτες του από το Αρράς. Στο 40ο τεύχος ο Μπαμπέφ κάλεσε ενυπόγραφα τον λαό σε εξέγερση και απεκάλεσε την κυβέρνηση &lt;em&gt;«μαέστρους της πείνας, αιματοπότες, τυράννους, δήμιους, απατεώνες και τσαρλατάνους»,&lt;/em&gt; στο δε τελευταίο 43ο «πύρινο» τεύχος στις 16 Απριλίου 1796 (5 Φλορεάλ του έτους 4), επετέθηκε για μία ακόμη φορά στην τυραννία του «Διευθυντηρίου»: &lt;em&gt;«Όλα έχουν τελειώσει. Η τρομοκρατία ενάντια στον λαό είναι η έννομη τάξη του σήμερα. Δεν μας επιτρέπεται πια να μιλάμε, δεν μας επιτρέπεται πια να διαβάζουμε, δεν μας επιτρέπεται πια να σκεπτόμαστε, δεν μας επιτρέπεται πια να δείχνουμε ότι υποφέρουμε. Δεν μας επιτρέπεται να παραδεχόμαστε ότι ζούμε υπό τον ζυγό των πιο απαίσιων τυράννων».&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Σχεδόν αμέσως μετά το τελευταίο τεύχος του «Βήματος του Λαού» η «Ένωση των Δικαίων» εξέδωσε το &lt;strong&gt;«Μανιφέστο των Ίσων»&lt;/strong&gt; («Le Manifeste des Egaux») του αναρχικού ποιητή &lt;strong&gt;Μαρεσάλ&lt;/strong&gt; (Sylvain Marechal 1750 – 1803, αρχισυντάκτη του επαναστατικού περιοδικού &lt;strong&gt;«Πρόσκοπος του Λαού»,&lt;/strong&gt; «L’Eclaireur du People, ou le defenseur de vingt - cinq millions d'opprimes», που μοιραζόταν από χέρι σε χέρι και στα λίγα τεύχη που εξέδωσε είχε γράψει άρθρα και ο Μπαμπέφ). Στο «Μανιφέστο» του Μαρεσάλ η ατομική ιδιοκτησία δεχόταν ανοικτή επίθεση στο όνομα της Φύσης και επίσης εγείρονταν σαφείς απαιτήσεις για αγροτική μεταρρύθμιση, Δημοκρατία και ισότητα: &lt;em&gt;«Λαέ της Γαλλίας! Επί 15 αιώνες έζησες σκλάβος και, κατά συνέπεια, δυστυχισμένος. Τα τελευταία 6 χρόνια όμως, περιμένεις ανυπόμονα να αποκτήσεις επιτέλους την ανεξαρτησία, την ελευθερία και την ισότητα. Ισότητα! Η πρώτη επιθυμία της Φύσης, η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου, ο πρώτος κόμπος της κάθε αξιοπρεπούς σχέσης… Η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν παρά ο προάγγελος μιας επόμενης επανάστασης, πολύ πιο μεγάλης και πιο σοβαρής, η οποία και θα είναι η τελευταία. Ο λαός παρέλασε πάνω από τα κουφάρια των βασιλιάδων και των παπάδων που τόλμησαν να συμπαραταχθούν εναντίον του. Το ίδιο θα πράξει και με τους νέους τυράννους του, με τους νέους πολιτικούς Ταρτούφους που έχουν θρονιαστεί στους θώκους των παλαιών… Συκοφάντες του αγώνα μας πολιτικοί, σωπάστε! Στην σιωπή της σύγχυσής σας ακούστε τα αιτήματά μας, αιτήματα που τα υπαγόρευσε η Φύση και τα στηρίζει η έννοια της Δικαιοσύνης».&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Για την «Ένωση των Δικαίων» η δημοκρατία δίχως οικονομική ανατροπή ισοδυναμούσε με κανονική δουλεία, συνεπώς έπρεπε να εγκαθιδρυθεί κοινοκτημοσύνη, γενική υποχρέωση στην εργασία και πλήρης κοινωνική ισότητα, ενώ επίσης έπρεπε να καταδικαστεί η φιλοδοξία και ο εγωϊσμός, με παράλληλη προώθηση ενός απλού και ηθικού τρόπου ζωής και μίας διαπαιδαγώγησης των νέων που θα ήταν ικανή να δημιουργήσει ισχυρούς χαρακτήρες. Η &lt;strong&gt;ιδεολογία του Μπαμπέφ&lt;/strong&gt; («Μπαμπεφισμός», «Babouvisme») εξέφραζε έναν πρωτότυπο αγροτικό σοσιαλισμό, που αντιστρατευόταν την βιομηχανία, το εμπόριο και τον αστισμό και στηριζόταν στην λιτότητα και την απλή ζωή (με υπόδειγμα τις σπαρτιατικές και ρωμαιοδημοκρατικές αρετές, του αφοσιωμένου πολεμιστή και του αγρότη - στρατιώτη). Ο Μπαμπέφ έθετε ως σκοπό την άμεση επαναστατική κατάληψη της εξουσίας από τον λαό, την πλήρη κοινωνική αναδιοργάνωση και την ανακατανομή της ιδιοκτησίας (ιδιοκτησία βέβαια της γης, αφού η βιομηχανία δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί τον 18ο αιώνα) μέσω μία μεταβατικής αυταρχίας των επαναστατών, γινόμενος έτσι προπομπός τού μετέπειτα αυτοδιαχειριστικού και κομμουνιστικού κινήματος: «μακριά από εμάς αυτή η μικρόψυχη ατολμία που θα μας κάνει να πιστέψουμε ότι δήθεν μόνοι μας δεν έχουμε τη δύναμη να κατορθώσουμε το παραμικρό, ότι δήθεν πρέπει να έχουμε πάντα κάποιον κυβερνήτη. Οι κυβερνήτες ενδιαφέρονται για επαναστάσεις μόνο στο μέτρο που αυτές ίσως τους δώσουν δυνατότητα να κυβερνήσουν». Για το ζήτημα της ιδιοκτησίας έγραφε το &lt;strong&gt;1795&lt;/strong&gt;: &lt;em&gt;«τον άνθρωπο που πεινάει ή έχει άμεσες βιοτικές ανάγκες, δεν τον βοηθάει μία πνευματική μόνον ισότητα. Αυτή την ισότητα την έχει ούτως ή άλλως στην φυσική του κατάσταση… Το πρώτο και πιο επικίνδυνο από όσα υπάρχουν γύρω μας, και επιπλέον το πιο ανήθικο, είναι το υποτιθέμενο δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Ποιο είναι όμως αυτό το περίφημο δικαίωμα… εκτός από την απόλυτη επικράτηση του νόμου του πιο ισχυρού;»&lt;/em&gt; και για το ζήτημα της ευτυχίας: &lt;em&gt;«Η ευτυχία! Ρωτήστε όποιον υποφέρει από πείνα, από δίψα, από κρύο, από υπερβολική κούραση ή από την ίδια την άγνοιά του, τι σημαίνει ευτυχία. Η απάντηση θα είναι καθαρή, ακριβής, κατηγορηματική».&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Αρκετοί μετριοπαθείς Ιακωβίνοι, όπως λ.χ. εκείνοι της λέσχης της οδού Faubourg Saint-Antoine, αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στην «Ένωση των Δικαίων», καταγγέλλοντας μάλιστα τόσο τον ίδιο όσο και τον ομοϊδεάτη του &lt;strong&gt;Λεμπουά&lt;/strong&gt; ως «egorgeurs» («μαχαιροβγάλτες»), ωστόσο αυτό δεν τον εμπόδισε να ιδρύσει, παρά το ότι κρυβόταν, πυρήνες της οργάνωσης σε όλο το Παρίσι και να δημοσιεύει υπό το ψευδώνυμο «Lalonde, στρατιώτης της πατρίδας» («Lalande, soldat de la patrie») αρκετά κείμενά του στην παράνομη επαναστατική εφημερίδα «L’Eclaireur du Peuple» του Μαρεσάλ. Σε πολλά καφενεία του Παρισιού τραγουδιόταν το τραγούδι που ο ίδιος είχε συνθέσει &lt;strong&gt;«Mournat de faim, mourant de froid» &lt;/strong&gt;(«Πεθαίνοντας από πείνα, πεθαίνοντας από κρύο») και κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι τα στρατεύματα της Γκρενέλ (Grenelle), επρόκειτο να στασιάσουν κατά του «Διευθυντηρίου», φήμες που έγιναν ακόμα εντονότερες μετά από την έκδοση του φύλλου της 24ης Απριλίου 1796 της επαναστατικής εφημερίδας «Ο φίλος του λαού» («Ami du peuple», 29 Φρουκτιδώρ του έτους 2 ή 15 Σεπτεμβρίου 1794 – 24 Βεντεμιαίρ του έτους 6 ή 14 Δεκεμβρίου 1797), στο οποίο ο Λεμπουά προέτρεπε και αυτός ανοικτά και ενυπόγραφα τον στρατό σε στάση. Λίγες ημέρες πριν, στις 11 Απριλίου, όλο το κέντρο του Παρισιού είχε γεμίσει αφίσες, όπου σε 12 συνοπτικές παραγράφους κάτω από τον τίτλο «Ανάλυση της Διδασκαλίας του Μπαμπέφ» («Analyse de la doctrine de Baboeuf») γινόταν για μία ακόμη φορά επίκληση στο Σύνταγμα του 1793 και, στο όνομα της Φύσης, δεχόταν ευθεία επίθεση η οικονομική ανισότητα και η ιδιοκτησία. &lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(97)_(CE)(9A)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(91)(CE)(A3)(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(9B)(CE)(97)_(CE)(A4)(CE)(97)(CE)(A3)__(C2)(AB)(CE)(A3)(CE)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Η ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ «ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΕΦ»:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Oι &lt;strong&gt;Hoppner&lt;/strong&gt; περιγράφουν το παράνομο κίνημα του Μπαμπέφ με τα παρακάτω λόγια: &lt;em&gt;«ήταν οργανωμένο σε μικρές ομάδες, που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, ώστε η ενδεχόμενη ανακάλυψή τους δεν μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την όλη οργάνωση. Οι καθοδηγητές των ομάδων εργάζονταν σε όλες τις συνοικίες της πόλης και, μέσω διασυνδέσεων, διατηρούσαν την συνεχή τους επικοινωνία με τη μυστική Κεντρική Επιτροπή. Διέδιδαν προπαγανδιστικό υλικό και ενημέρωναν την Κεντρική Επιτροπή για τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, για τον αριθμό των ήδη ενταγμένων μελών, αλλά και των συμπαθούντων. Η Κεντρική Επιτροπή συνεδρίαζε σε διάφορα σπίτια και ένα από τα μέλη της φρόντιζε για την ογκώδη αλληλογραφία με τους οπαδούς στα τμήματα και στις βόρειες συνοικίες».&lt;/em&gt; Η «Ένωση των Δικαίων» ή &lt;strong&gt;«Εταιρεία των Ίσων»&lt;/strong&gt; ήταν όμως ήδη διαβρωμένη από τον μυστικό πράκτορα του «Διευθυντηρίου» πρώην λοχαγό &lt;strong&gt;Ζωρζ Γκρισέλ&lt;/strong&gt; (Georges Grisel), ο οποίος όχι μόνο είχε γίνει μέλος του επταμελούς «Μυστικού Διευθυντηρίου» της οργάνωσης, αλλά και «Αρμόδιος Οπλισμού», υπεύθυνος δηλαδή να επιτεθεί σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις κατά το ξέσπασμα της επανάστασης για να αρπάξει όπλα και να τα διανείμει στους επαναστάτες.&lt;br /&gt;Μετά από τις αναφορές του καταδότη, αλλά και τις γενικότερες πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει κατά καιρούς ο χαφιές καφετζής του Cafe des Bains Chinois, στο οποίο συγκεντρώνονταν οι συνωμότες, ο υπουργός πολέμου &lt;strong&gt;Καρνό&lt;/strong&gt; (Carnot) προσωπικά (καθώς το μέλος του «Διευθυντηρίου» &lt;strong&gt;Μπαρράς&lt;/strong&gt; είχε εμφανιστεί σε αναφορές χαφιέδων να συνεργάζεται με κάποιους από τους συνωμότες) έδωσε εντολή στον νεαρό τότε στρατηγό Ναπολέοντα Βοναπάρτη να διαλύσει την οργάνωση και να συλλάβει τους ηγέτες της. Σε επιστολή του &lt;strong&gt;Σαρλ Ζερμαίν&lt;/strong&gt; (Charles Anloine Guillaume Germain) προς τον Μπαμπέφ με ημερομηνία 19 Απριλίου 1796 (30 Ζερμινάλ του έτους 4), αναφέρεται ότι ο Μπαρράς σε συνάντηση με τον πρώτο είχε εκφράσει την κατανόησή του προς όσους ήσαν δυσαρεστημένοι με την οικονομική και πολιτική κατάσταση, είχε υπονοήσει ότι γνώριζε την ύπαρξη «Μυστικού Διευθυντηρίου» και είχε ζητήσει νεότερες συναντήσεις με τον Ζερμαιν.&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.blogger.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/m2yoq4/babeufgracchus1.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Ο ίδιος ο Μπαμπέφ συνελήφθη στις 10 Μαϊου &lt;strong&gt;1796 &lt;/strong&gt;(21 Φλορεάλ του έτους 4), την παραμονή της προγραμματισμένης από την οργάνωση ένοπλης εξέγερσης, στο κρυσφήγετό του στο σπίτι του ράφτη Τισώ. Μαζί του πιάστηκαν οι &lt;strong&gt;Ωγκυστέν Νταρτέ&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Φίλιππος Μπουοναρρότι&lt;/strong&gt;, που από κοινού προσπαθούσαν να συντάξουν το επαναστατικό μανιφέστο, το οποίο θα κυκλοφορούσαν την επόμενη ημέρα ανάμεσα στον παρισινό λαό. Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν ενώ συνεδρίαζαν και φυλακίστηκαν στο Temple και μετά στο Abbaye οι υπόλοιποι ηγέτες της συνωμοσίας Σαρλ Ζερμαίν (Charles – Antoine - Guillaume Germain), &lt;strong&gt;Ιουστίνος Μορουά&lt;/strong&gt; (Just Moroy, ένας 45χρονος κοσμηματοπώλης, πρώην μέλος του «Επαναστατικού Στρατού» των Παρισίων), &lt;strong&gt;Jean - Baptiste Cazin&lt;/strong&gt; (ένας 48χρονος «ροβεσπιεριστής» που μετά την 9η Θερμιδώρ είχε φυλακιστεί επί αρκετούς μήνες στο Αρράς προτού αμνηστευθεί) και &lt;strong&gt;Πιερ Αντουάν ντ’ Αντονέλ&lt;/strong&gt; (Pierre Antoine d’ Antonelle, 1747 – 1817, πρώην μαρκήσιος, πρόεδρος του «Επαναστατικού Δικαστηρίου» που καταδίκασε την Μαρία Αντουανέτα και τους Γιρονδίνους), καθώς και οι πρώην Ιακωβίνοι βουλευτές &lt;strong&gt;Λιντέ &lt;/strong&gt;(Jean - Baptiste Robert Lindet, 1746 – 1825, τέως μέλος της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), &lt;strong&gt;Αμάρ&lt;/strong&gt; (Jean – Pierre - Andre Amar, 1755 – 1816, τέως μέλος της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας») Βαντιέ (Marc - Guillaume Alexis Vadier, 1736 – 1828, τέως μέλος της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας», ωστόσο άσπονδος εχθρός του Ροβεσπιέρου), &lt;strong&gt;Ρικόρ&lt;/strong&gt; (Jean Francois Ricord, 1760 – 1818, εντεταλμένος αντιπρόσωπος στο Βιλεκρόζ κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), &lt;strong&gt;Joseph Francois Laignelot&lt;/strong&gt; (1752 – 1829, εντεταλμένος αντιπρόσωπος στην Βρέστη κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Ζαν – Μπαπτίστ Ντρουέ (Jean - Baptiste Drouet, 1763 - 1824, μέλος και γραμματέας του «Συμβουλίου των Πεντακοσίων»), κ.ά.&lt;br /&gt;Στις 26 Μαϊου &lt;strong&gt;1796&lt;/strong&gt; (9η Πραιριάλ του έτους 4), 100 περίπου πρώην μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» επεχείρησαν ανεπιτυχώς να εξεγείρουν τον λαό και να απελευθερώσουν τους κρατούμενους. Στις &lt;strong&gt;27 Αυγούστου&lt;/strong&gt; 1796 άπαντες οι κρατούμενοι συνωμότες, όπως και δεκάδες άλλοι πραγματικοί ή όχι συνεργάτες τους (ανάμεσά τους και ο οικοδεσπότης του Ροβεσπιέρου Ντυπλαί με τον υιό του), μεταφέρθηκαν σαν ζώα μέσα σε σιδερένια κλουβιά, όπως και οι οικογένειές των περισσότερων από αυτούς, στις φυλακές της επαρχιακής πόλης Βαντόμ (Vendome), με μυστική διαταγή του «Διευθυντηρίου», το οποίο γνώριζε από τους χαφιέδες του ότι στις 27 και 28 του μηνός οι ομοϊδεάτες τους θα επιχειρούσαν μία ακόμη λαϊκή εξέγερση με σκοπό την απελευθέρωσή τους. Δέκα ημέρες νωρίτερα ωστόσο, στις 17 Αυγούστου, ο &lt;strong&gt;Ντρουέ &lt;/strong&gt;είχε διευκολυνθεί από το μέλος του «Διευθυντηρίου» &lt;strong&gt;Μπαρράς&lt;/strong&gt; να δραπετεύσει και να φύγει στην Ελβετία.&lt;br /&gt;Η λαϊκή εξέγερση επιχειρήθηκε τελικά στις 7 Σεπτεμβρίου από &lt;strong&gt;χίλιους περίπου ένοπλους παρισινούς Ιακωβίνους&lt;/strong&gt;, οι οποίοι είχαν ως σχέδιο την απελευθέρωση των κρατουμένων μετά από έλεγχο της πρωτεύουσας με νυκτερινή κατάληψη του ανακτόρου του Λούξεμπουργκ που αποτελούσε την έδρα του «Διευθυντηρίου» και ταυτόχρονο προσεταιρισμό των δυσαρεστημένων στρατευμάτων της Γκρενέλ (Grenelle). Το σχέδιο όμως είχε καταδοθεί από χαφιέδες στο «Διευθυντήριο», του οποίου η έδρα φυλασσόταν από πολυάριθμη φρουρά, ενώ στην Γκρενέλ οι δυσαρεστημένοι στρατιωτικοί είχαν εξουδετερωθεί και έτσι οι επαναστάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με το κατά βούληση πυρ από τους στρατιώτες του ταγματάρχη &lt;strong&gt;Μαρλό &lt;/strong&gt;(Marlo). Αφήνοντας περισσότερους από 100 νεκρούς και βαριά τραυματισμένους έξω από το στρατόπεδο της Γκρενέλ, οι υπόλοιποι Ιακωβίνοι διαλύθηκαν τρομοκρατημένοι και η επιχείρηση, την οποία ο Bax θεωρεί ως &lt;em&gt;«το τελευταίο επεισόδιο της Γαλλικής Επανάστασης»&lt;/em&gt;, απέτυχε παταγωδώς. Η κυβέρνηση φυσικά εκμεταλλεύθηκε τα γεγονότα και διέταξε την άμεση σύλληψη όλων των ομοϊδεατών των επαναστατών στο Παρίσι και τα περίχωρα. Συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν συνολικά 800 περίπου άτομα, που δικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία και 30 θανατώθηκαν έξω από την Γκρενέλ, ενώ εκατοντάδες άλλοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις και εξορία. Ο μόνος που τόλμησε να υπερασπιστεί του τελευταίους Ιακωβίνους ήταν ο αποσυρμένος πια από την πολιτική πρώην δήμαρχος του Παρισιού &lt;strong&gt;Πας&lt;/strong&gt; (Jean- Nicolas Pache, 1746 – 1823, φυλακισμένος από το καθεστώς των Ροβεσπιέρου, Σαιν Ζυστ και Κουτόν), ο οποίος εξέδωσε μία επώνυμη μπροσούρα σε υπεράσπιση των διωκομένων. &lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(97)_(CE)(94)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(97)(2C)_(CE)(97)_(CE)(9A)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(91)(CE)(94)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(97)__(CE)(9A"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Η ΔΙΚΗ, Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΙ Η ΚΑΡΑΤΟΜΗΣΗ:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Η δίκη των &lt;strong&gt;47 κρατουμένων&lt;/strong&gt; (εκ των οποίων οι 5 δικάζονταν ερήμην) που παραπέμφθηκαν τελικά στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βαντόμ ξεκίνησε στις 20 Φεβρουαρίου &lt;strong&gt;1797 &lt;/strong&gt;(2 Βεντόζ του έτους 5), με ένα κατηγορητήριο στηριγμένο κυρίως στις αναφορές του χαφιέ Γκρισέλ και σε περίπου 500 έγγραφα που είχαν κατασχεθεί από το κρησφύγετο του Μπαμπέφ. Το κτίριο του Δικαστηρίου φρουρούσαν εκατοντάδες στρατιώτες και δίπλα από κάθε κατηγορούμενο έστεκαν δύο χωροφύλακες. Το ακροατήριο απαρτιζόταν κατά κανόνα από ομοϊδεάτες των κατηγορουμένων, αν και ανάμεσά τους βρίσκονταν αρκετοί χαφιέδες της αστυνομίας. Από τους ηγέτες της συνομωσίας, οι &lt;strong&gt;Ζερμαίν, ντ’ Αντονέλ, Μπουοναρόττι&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Μπαμπέφ &lt;/strong&gt;χρησιμοποίησαν το εδώλιο για να προβάλουν τις ιδεολογικές τους θέσεις, ενώ ο &lt;strong&gt;Νταρτέ&lt;/strong&gt;, μη αναγνωρίζοντας την εξουσία των δικαστών, έμεινε σιωπηλός σε όλη την διάρκεια της δίκης με εξαίρεση ένα μανιφέστο που διάβασε την πρώτη ημέρα και κατέληξε με τα εξής λόγια, τα οποία διέσωσε ο Μπουοναρόττι: &lt;em&gt;«Ριγμένος από πολύ νέος στην Επανάσταση, υποστήριξα όλες της τις ανάγκες, επωμίσθηκα όλους της τους κινδύνους και ποτέ δεν τσάκισα. Δεν είχα άλλη απόλαυση από την ελπίδα ότι κάποτε θα δω επιτέλους την ημέρα που θα θεμελιωθεί η αρραγής βασιλεία της ισότητας και της ελευθερίας. Απαρνήθηκα εντελώς τον εαυτό μου, αφοσιωμένος αποκλειστικά και μόνο σε αυτό το έργο υπέρ της ανθρωπότητας. Προσωπικά ενδιαφέροντα, οικογενειακές σχέσεις, όλα τα ξέχασα και τα απαρνήθηκα. Η καρδιά μου κτυπούσε μόνον για τους συναγωνιστές μου και για τον θρίαμβο της κοινωνικής δικαιοσύνης».&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Στην διάρκεια της τρίμηνης δίκης, κατά την οποία ακόμα και οι αστυνομικοί μάρτυρες κατηγορίας απέφευγαν να καθίσουν δίπλα στον χαφιέ &lt;strong&gt;Γκρισέλ&lt;/strong&gt; και συχνά οι κατηγορούμενοι με ένα τμήμα του ακροατηρίου τραγουδούσαν το «Tremblez, tyrans, et vous perfides» της «Μασσαλιώτιδας», ο Μπαμπέφ κατόρθωσε να ανατρέψει την εικόνα τρομοκράτησης του λαού που ήθελαν να δημιουργήσουν οι πρώην επαναστάτες και νυν τύραννοι του «Διευθυντηρίου», αλλά και να προπαγανδίσει μέσω των εφημερίδων που κάλυπταν την διαδικασία τις δικές του απόψεις για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ανάγκη άμεσης ανατροπής με μία δεύτερη επαναστατική προσπάθεια, η οποία θα ερχόταν όχι μόνο να ολοκληρώσει το έργο των «ροβεσπιεριστών», αλλά και να το υπερβεί προς την κατεύθυνση μιας κομμουνιστικού τύπου κοινωνίας: «&lt;strong&gt;&lt;em&gt;η Δημοκρατία δεν είναι μια κενή νοήματος λέξη, οι λέξεις Ελευθερία και Ισότητα, που τόσο μάγεψαν τα αυτιά μας κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης γιατί πιστέψαμε ότι ίσως σηματοδοτούν κάτι καλό για τον λαό, τώρα δεν σημαίνουν για κάποιους τίποτε απολύτως, και αυτό επειδή τις έχουν εκλάβει ως στερημένες από κάθε νόημα ή απλές διακοσμήσεις για κακές προθέσεις. Πρέπει να μάθουν όμως ότι αυτές μπορούν να σηματοδοτήσουν ένα απτό καλό και μάλιστα πολύτιμο για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Είπα και ξαναείπα στον λαό ότι η Επανάσταση δεν επιτρέπεται ν’ αποδειχθεί μια ατελέσφορη πράξη, δεν χύθηκε τόσο πολύ αίμα για να καταντήσουν τελικά κάποιοι πολύ χειρότεροι από αυτό που ήσαν πριν… Σκοπός της Επανάστασης είναι υποχρεωτικά η ευημερία των πολλών… εάν έχει ολοκληρωθεί όπως εσείς ισχυρίζεστε, τότε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μεγάλο και άσκοπο έγκλημα»&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;Σε όλη την διάρκεια της δίκης, ο Μπαμπέφ τήρησε υπερήφανη και άκαμπτη στάση: &lt;em&gt;«ενώθηκα με όλους τους δημοκράτες της χώρας, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να κατονομάσω κανέναν ως συνεργό μου»&lt;/em&gt;, δήλωσε στην απολογία του και συνέχισε: &lt;em&gt;«επιπλέον όλα τα μέσα είναι νόμιμα ενάντια στους τυράννους, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να δώσω λεπτομέρειες για τα μέσα που χρησιμοποίησα. Μόνο όταν μου κόψουν τα χέρια, μόνο όταν οι δήμιοι σας μου ξεριζώσουν την γλώσσα, μόνο τότε θα πάψω να γράφω και να υπερασπίζομαι τους καταπιεσμένους»&lt;/em&gt;. Λίγο πριν ολοκληρωθεί η δίκη, δήλωσε στο δικαστήριο: &lt;em&gt;&lt;strong&gt;«Η Αρετή δεν πεθαίνει ποτέ. Ας ξοδεύονται αιώνια οι τύραννοι σε διαρκή δίωξή της. Δεν καταστρέφουν παρά ανθρώπινα σώματα, οι ψυχές των ενάρετων ανθρώπων απλώς αλλάζουν το περίβλημά τους. Όταν καταστρέφεται ένα, τότε ενσαρκώνονται σε άλλο και μετά σε άλλο, μπαίνουν σε ανθρώπους που από μέσα τους εμπνέουν γενναιόφρονα κινήματα και δεν επιτρέπουν ποτέ στα εγκλήματα των τυράννων να μένουν ακαταδίωκτα. Αυτά πιστεύοντας, και επίσης βλέποντας όλα τα καθημερινά εφευρήματα των καταπιεστών μου για να εξασφαλίσουν την βεβαιότητα της εξόντωσής μου, τους αφήνω να κάνουν ό,τι επιθυμούν. Αρνούμαι να συζητήσω ανούσιες λεπτομέρειες για να υπερασπίσω τον εαυτό μου. Ας με κτυπήσουν όπως νομίζουν, αφού ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να πετύχουν απολύτως τίποτε. Εγώ θα κοιμηθώ απλώς εν ειρήνη, αγκαλισμένος αιώνια από την Αρετή».&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;a href="http://www.blogger.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/m2yoq4/babeuf2.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Στις 26 Μαϊου &lt;strong&gt;1797&lt;/strong&gt; (7 Πραιριάλ του έτους 5), οι &lt;strong&gt;Μπαμπέφ&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Νταρτέ&lt;/strong&gt; καταδικάστηκαν σε θάνατο στην λαιμητόμο ως ένοχοι συνωμοσίας, οι &lt;strong&gt;Μπουοναρόττι, Ζερμαίν, Μορουά, Jean Baptiste Cazin, Louis Jacques Blondeau, Claude Menessier&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Mathurin Bouin&lt;/strong&gt; σε εξορία στις γαλλικές αποικίες ως ένοχοι προτροπής του λαού σε στάση και οι υπόλοιποι 38 αθωώθηκαν (ένας εξ αυτών μάλιστα επ’ ονόματι &lt;strong&gt;Potofeux&lt;/strong&gt; αποδείχθηκε πως δεν γνώριζε καν τους υπόλοιπους συγκατηγορούμενους του). Στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, οι δύο καταδικασμένοι σε θάνατο προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν καρφώνοντας ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον με 2 αυτοσχέδια στιλέτα.&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Ο &lt;strong&gt;Π. Κανελλόπουλος&lt;/strong&gt; γράφει σχετικά: &lt;em&gt;«Ήταν μία από τις τραγικότερες σκηνές στα χρονικά των δικών. Όμως έσπευσαν οι δικαστικοί κλητήρες και τους εμπόδισαν να φθάσουν στο ποθητό τέρμα με το ίδιο τους το χέρι. Έφθασαν, την άλλη ημέρα, με το χέρι του δημίου. Ανέβηκαν στο ικρίωμα της λαιμητόμου, αφού σύρθηκαν ως εκεί αιμόφυρτοι…»&lt;/em&gt; («Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», τόμος 7, σελ. 183). Στην πραγματικότητα, όταν τους καρατόμησαν τα ξημερώματα της &lt;strong&gt;27ης Μαϊου 1797&lt;/strong&gt; ή 8ης Πραιριάλ του έτους 5, ήσαν και οι δύο σχεδόν πεθαμένοι μετά από μία μακρά νύχτα αγωνίας. Τα καρατομημένα σώματά τους πετάχθηκαν από τους δήμιους σε έναν υπόνομο, όπως έγραψε ο Μπουοναρόττι, ωστόσο περισυλλέχθηκαν λίγο μετά από τους ομοϊδεάτες τους και τάφηκαν σιωπηλά στο χωράφι ενός συμπαθούντος χωρικού (ο Bax σημειώνει πως &lt;em&gt;«φαίνεται ότι κάτοικοι της μικρής κωμόπολης Βαντόμ είχαν δει με βαθύτατη συμπάθεια αυτά τα θύματα της αντεπανάστασης»&lt;/em&gt;). Οι Μπαμπέφ και Νταρτέ υπήρξαν τα τελευταία θύματα της τερατώδους &lt;strong&gt;«Λευκής Τρομοκρατίας» &lt;/strong&gt;(ευθείας αλλά και πλάγιας), κατά την οποία η αντίδραση εξόντωσε τα τελευταία ίχνη της πραγματικής Γαλλικής Επανάστασης, που καρατομήθηκε τον μήνα Θερμιδώρ του έτους 2 ταυτόχρονα με τον Ροβεσπιέρο, τον Σαιν Ζυστ και τους περίπου 300 περίπου αφοσιωμένους οπαδούς τους.&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A4)(CE)(91)_(CE)(9C)(CE)(95)(CE)(A4)(CE)(91)__(CE)(98)(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(9D)(3A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Την παραμονή της σίγουρης καταδίκης του, ο Μπαμπέφ είχε αποχαιρετήσει την οικογένειά του με τα λόγια &lt;em&gt;&lt;strong&gt;«δεν μπορούσα να σκεφθώ άλλον τρόπο να σας κάνω ευτυχισμένους, παρά μέσα από την πανανθρώπινη ευτυχία. Απέτυχα»&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt; και είχε επίσης ενημερώσει την σύζυγό του ότι ο συναγωνιστής και φίλος του &lt;strong&gt;Φ. Λε Πελετιέ&lt;/strong&gt; (Felix le Pelletier) είχε υποσχεθεί να αναλάβει την συντήρηση της χήρας και των ορφανών του, που έπρεπε, σύμφωνα με τον Μπαμπέφ &lt;em&gt;«να ζήσουν ενωμένοι… όπως αρμόζει σε μια οικογένεια μάρτυρα της Ελευθερίας, δίνοντας το άριστο παράδειγμα σε όλες τις αρετές, ώστε να κερδίσουν την εκτίμηση και αγάπη όλων των καλών ανθρώπων».&lt;/em&gt; Όντας ένας πρακτικός και συγκροτημένος άνθρωπος ο Μπαμπέφ, είχε προσπαθήσει να οργανώσει όσο καλύτερα γινόταν μία επανάσταση που θα αντέστρεφε την πορεία των πραγμάτων, τα οποία πράγματα μετά την εξόντωση των «ροβεσπιεριστών» κυλούσαν με μαθηματική ακρίβεια προς την καθολική νίκη της αντίδρασης και προς την παλινόρθωση της μοναρχίας και του υπόλοιπου «παλιού κόσμου». Παρά την προσπάθειά του όμως να διαβρώσει ακόμα και τον στρατό, έμεινε παντελώς αβοήθητος από τον υποτίθεται «εξουθενωμένο» λαό, που με τη ίδια δικαιολογία είχε επιτρέψει την προδοσία ενάντια στους «ροβεσπιεριστές» και την καρατόμησή τους, στην οποία μάλιστα δεν είχε κανένα πρόβλημα ακόμα και να παραστεί ως θεατής.&lt;br /&gt;Το πάθημα βέβαια του Μπαμπέφ έγινε μάθημα αργότερα για τον επαναστάτη Αύγουστο &lt;strong&gt;Μπλανκί&lt;/strong&gt;, του οποίου η επαναστατική μεθοδολογία στηρίχθηκε αποκλειστικά στην συντονισμένη ομάδα εκπαιδευμένων επαναστατών που &lt;strong&gt;θα έπρεπε να δράσουν αιφνιδιαστικά στο όνομα του λαού, πλην όμως ερήμην του.&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Δεκαπέντε χρόνια μετά την θανάτωση του μάρτυρα της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο υιός του &lt;strong&gt;Εμίλ&lt;/strong&gt; (Emile Babeuf, που είχε υιοθετηθεί από τον Φ. Λε Πελετιέ) φρόντισε να πάρει εκδίκηση, αφαιρώντας στις 22 Ιουνίου 1812 την ζωή του καταδότη Γκρισέλ.&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ο &lt;strong&gt;Bax&lt;/strong&gt; γράφει: &lt;em&gt;«όταν ενηλικιώθηκε ο Εμίλ προσχώρησε στους Ισπανούς πατριώτες που αγωνίζονταν για ανεξαρτησία. Όταν όμως άκουσε, ενώ ακόμη βρισκόταν στην Ισπανία, ότι ο προδότης Γκρισέλ που είχε στείλει τον πατέρα του στον θάνατο και τους συντρόφους του στην φυλακή και την εξορία, βρισκόταν εκεί κοντά, τον βρήκε και τον προκάλεσε σε μονομαχία. Μία μονομαχία μέχρι θανάτου. Ο Εμιλ Μπαμπέφ αγωνίστηκε με γενναιότητα και οργή και τελικά κατάφερε το θανάσιμο πλήγμα στον Γρισέλ, όχι όμως προτού και ο ίδιος δεχθεί ένα επικίνδυνο τραύμα στο στήθος. Για τον ίδιον όμως αυτό δεν ήταν τίποτε. Είχε επιτέλους εκδικηθεί τον προδότη… Όταν αργότερα επέστρεψε στο Παρίσι εξέδωσε ένα περιοδικό που το ονόμαζε ‘‘Κίτρινο Ξωτικό’’ (‘‘Le Nain Jaune’’) με ισχυρές ιακωβίνικες επιρροές, το οποίο όμως υπήρξε βραχύβιο, καθώς κατασχέθηκε από την αστυνομία και σφραγίστηκαν τα γραφεία του».&lt;/em&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;ΟΙ «ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΓΡΑΚΧΟΥ ΜΠΑΜΠΕΦ»:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Διακόσια χρόνια μετά την εκτέλεση του Μπαμπέφ, διοργανώθηκε προς τιμή του στις 16 και 17 Οκτωβρίου &lt;strong&gt;1997&lt;/strong&gt; από τους &lt;strong&gt;σοσιαλιστές &lt;/strong&gt;και &lt;strong&gt;συνδικαλιστές&lt;/strong&gt; θαυμαστές του, που προ 4 ετών είχαν ιδρύσει τον σύλλογο &lt;strong&gt;«Φίλοι του Γράκχου Μπαμπέφ»&lt;/strong&gt; («Les Amis de Gracchus Babeuf»), ένα διεθνές συνέδριο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Σαιν Κουεντίν της Πικαρδίας. Στο συνέδριο συμμετείχαν ομιλητές από την Γαλλία, την Ρωσία, τις Η.Π.Α., την Βραζιλία και την Αγγλία, ανάμεσα στους οποίους και οι γνωστοί πανεπιστημιακοί ιστορικοί Claude Mazauric και Jean Marc Schiappa. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Advielle M. Victor, «Histoire de Gracchus Bebeuf et du babouvisme d'apres de nombreux documents», εκδόσεις «Comite des Travaux», Paris, 1995&lt;br /&gt;Bax B. Ernest, «The Last Episode of the French Revolution Being a History of Gracchus Babeuf and the Conspiracy of the Equals», εκδόσεις «Grant Richards Ltd», London, 1911&lt;br /&gt;Buonarroti Philippe, «Gracchus Babeuf et le Conspiration des Egaux», Paris, 1830&lt;br /&gt;Hoppner Joachim - Seidel Hoppner Waltraud, «Von Babeuf bis Blanqui», Berlin, 1975&lt;br /&gt;Fourniere Eugene, «Les theories socialistes au XIXe siecle de Babeuf a Proudhon», εκδόσεις «F. Alcan. Bibliotheque de philosophie contemporaine», Paris, 1904&lt;br /&gt;Ρασσιάς Βλάσης, «Λαιμητόμος Αρετή», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007&lt;br /&gt;Rose R. B., «Gracchus Bebeuf. The First Revolutionary Communist», εκδόσεις «Stanford University Press», Palo Alto Ca., 1978&lt;br /&gt;Sencier Georges, «Le Babouvisme apres Babeuf», εκδόσεις «Megariotis», Geneve, 1977 Thomson David, «The Babeuf plot: the making of a Republican legend», εκδόσεις «Greenwood Press», Westport, Conn., 1975 Walter Gerard, «Babeuf, 1760 - 1797», εκδόσεις «Payot», Paris, 1937&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-5980962326563169585?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/5980962326563169585/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/11/francois-noel-gracchus-babeuf-23-1760.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/5980962326563169585'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/5980962326563169585'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/11/francois-noel-gracchus-babeuf-23-1760.html' title='Φρανσουά - Νοέλ «Γράκχος» Μπαμπέφ (Francois - Noel «Gracchus» Babeuf, Σαιν Κουεντίν 23 Νοεμβρίου 1760 – Παρίσι 27 Μαϊου 1797)'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Suy7dTQiJBI/AAAAAAAAAls/uH6LiSvLBrM/s72-c/babeuf66.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-5502883776557889884</id><published>2009-10-31T23:50:00.002+02:00</published><updated>2009-11-01T00:04:54.741+02:00</updated><title type='text'>Γκουστάβ Τριντόν (Edme Marie Gustave Tridon, Chatillon-sur-Seine, Cote-d’ Or, 5 Ιουνίου 1841 – Bruxelles, 29 Αυγούστου 1871)</title><content type='html'>&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Suy0a8HKPJI/AAAAAAAAAlk/o8oizdy0qAo/s1600-h/MOLOCHISME.bmp"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 200px; FLOAT: left; HEIGHT: 320px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5398888428216138898" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Suy0a8HKPJI/AAAAAAAAAlk/o8oizdy0qAo/s320/MOLOCHISME.bmp" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Γάλλος επαναστάτης του 19ου αιώνα, δημοκράτης, αντιχριστιανός, σοσιαλιστής, ηγετικό στέλεχος των μπλανκιστών (δεύτερος μετά τον Μπλανκί), μέλος της «Κομμούνας του Παρισιού», εκδότης, κοινωνικός μεταρρυθμιστής και συγγραφέας του τολμηρού βιβλίου «Ο εβραϊκός Μολωχισμός» («Du Molochisme Juif»).&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Γάλλος επαναστάτης του 19ου αιώνα, &lt;strong&gt;δημοκράτης&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;αντιχριστιανός&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;σοσιαλιστής&lt;/strong&gt;, ηγετικό στέλεχος των μπλανκιστών (δεύτερος μετά τον Μπλανκί), μέλος της &lt;strong&gt;«Κομμούνας του Παρισιού»,&lt;/strong&gt; εκδότης, κοινωνικός μεταρρυθμιστής και συγγραφέας του τολμηρού βιβλίου &lt;strong&gt;«Ο εβραϊκός Μολωχισμός»&lt;/strong&gt; («Du Molochisme Juif»).&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A0)(CE)(A1)(CE)(A9)(CE)(A4)(CE)(91)_(CE)(A7)(CE)(A1)(CE)(9F)(CE)(9D)(CE)(99)(CE)(91)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Γεννήθηκε στο &lt;strong&gt;Chatillon-sur-Seine&lt;/strong&gt; του Κοτ ντ’ Ορ (Cote-d’ Or) της Βουργουνδίας από εύπορη οικογένεια και έτυχε μιας πολύ καλής μόρφωσης στο Παρίσι, αποκορύφωμα της οποίας ήταν ένα διδακτορικό στα Νομικά, αν και ποτέ δεν άσκησε ούτε δικηγορία, ούτε κάποιο άλλο σχετικό με τα Νομικά επάγγελμα, αρκούμενος στο εισόδημα από την μεγάλη ακίνητη περιουσία του πατέρα του.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A0)(CE)(9F)(CE)(9B)(CE)(99)(CE)(A4)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(9F)(CE)(9A)(CE)(9F)(CE)(99)(CE)(9D)(CE)(A9)(CE)(9D)(CE)(99)(CE)(9A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΠΟΛΙΤΙΚΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια γνωρίστηκε με τους επαναστατικούς κύκλους του Παρισιού και ασπάστηκε τις ιδέες του πρωτο-αναρχικού &lt;strong&gt;Πιέρ - Ζοζέφ Προυντόν&lt;/strong&gt; (Pierre - Joseph Proudhon, 1809 - 1865). Μετά από ένα κείμενό του που δημοσιεύθηκε στην σοσιαλιστική επιθεώρηση &lt;strong&gt;«Η Εργασία»&lt;/strong&gt; («Le Travail»), συνελήφθη, δικάστηκε με την κατηγορία της «προσβολής της δημόσιας ηθικής και της θρησκείας» και κλείστηκε το καλοκαίρι του 1861 για τρεις μήνες στην φυλακή «Sainte-Pélagie». Εκεί γνωρίστηκε με τον επαναστάτη &lt;strong&gt;Ωγκύστ Μπλανκί&lt;/strong&gt; (Louis Auguste Blanqui, 1805 – 1881, που ήταν καταδικασμένος για &lt;strong&gt;«συνωμοσία και ίδρυση παρανόμων οργανώσεων&lt;/strong&gt;»), υιοθέτησε τις απόψεις του και παρέμεινε έκτοτε αφοσιωμένος &lt;strong&gt;«μπλανκιστής»&lt;/strong&gt; («blanquiste») μέχρι το τέλος της ζωής του, αναδεικνυόμενος μάλιστα στον δεύτερο στην τάξη ηγέτη του κινήματος μετά από τον ίδιο τον Μπλανκί.&lt;br /&gt;Στο κείμενό του &lt;strong&gt;«Ισχύς»&lt;/strong&gt; («La Force»), το οποίο γράφτηκε εκείνη την εποχή και περιελήφθη στην μετά τον θάνατό του 300σέλιδη έκδοση &lt;strong&gt;«Oeuvres diverses de Gustave Tridon»,&lt;/strong&gt; ο νεαρός τότε Τριντόν τόνιζε: &lt;em&gt;«είμαστε δυνατοί, είμαστε νέοι και πεινάμε όχι μόνο για ψωμί αλλά για ιδέες, για κοινωνική δικαιοσύνη και επιστημονιή γνώση… Γιατί θα πρέπει να συνεχίσουμε να περιμένουμε; Και πίστη έχουμε, τον Αθεϊσμό, και σκοπό, την Δικαιοσύνη, και μέθοδο, την Επανάσταση»&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;Συνεπής προς τον προγενέστερο χαιρετισμό του στην επαναστατική ισχύ («&lt;strong&gt;&lt;em&gt;Ω εσύ Ισχύς, βασίλισσα των οδοφραγμάτων, εσύ που λάμπεις στην αστραπή και στις συγκρούσεις... προς εσένα απλώνουν τ' αλυσοδεμένα χέρια τους οι φυλακισμένοι»&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;, &lt;em&gt;«O Force, reine des barricades, toi qui brille dans l' eclair et dans l' emeute... c' est vers toi que les prisonniers tendent leurs mains enchainees»),&lt;/em&gt; συνέγραψε το έτος 1864 το μικρό βιβλίο &lt;strong&gt;«Les Hébertistes. Plainte contre une calomnie de l'histoire»,&lt;/strong&gt; το οποίο δημοσίευσε για πρώτη φορά στην εφημερίδα &lt;strong&gt;«Les Ecoles de France»&lt;/strong&gt; του αθεϊστή και οπαδού του Προυντών &lt;strong&gt;Σαρλ Λονγκέ&lt;/strong&gt; (Charles Longuet, 1839 - 1903). Εκεί υπερασπιζόταν ανοικτά τους εξτρεμιστές της Γαλλικής Επανάστασης &lt;strong&gt;Εμπέρ&lt;/strong&gt; (Jacques - Réne Hébert, 1757 - 1794), &lt;strong&gt;Κλότζ &lt;/strong&gt;(Cloots) και &lt;strong&gt;Σωμέτ&lt;/strong&gt; (Chaumette) που ζητούσαν την &lt;strong&gt;καθολική εξόντωση της αριστοκρατίας&lt;/strong&gt;, την κατάργηση κάθε μορφής ιδιοκτησίας και την &lt;strong&gt;ολοκληρωτική καταστροφή της Εκκλησίας&lt;/strong&gt;, ως μάρτυρες της ελεύθερης σκέψης, ισάξιους μάλιστα του &lt;strong&gt;Μπρούνο&lt;/strong&gt;, του &lt;strong&gt;Βανίνι &lt;/strong&gt;και του &lt;strong&gt;Σερβέτου&lt;/strong&gt;. Το βιβλίο, που το προλόγιζε ο ίδιος ο Μπλανκί, κατασχέθηκε από την αστυνομία σχεδόν αμέσως μετά την έκδοσή του και ο &lt;strong&gt;Τριντόν&lt;/strong&gt; καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση.&lt;br /&gt;Έχοντας υιοθετήσει απολύτως τις απόψεις του δασκάλου του Μπλανκί &lt;strong&gt;&lt;em&gt;(«ο Χριστιανισμός αποτελεί την χειρότερη πληγή της ανθρωπότητας, αφού αλυσοδένει το ανθρώπινο πνεύμα σε ένα ακίνητο δόγμα και απαιτεί θεωρητικά και έμπρακτα την συστηματική καταστροφή όλων των ιδεών, με σκοπό την διατήρηση μιας αυτόκλητης απόλυτης αλήθειας και μιας αιώνιας ακινητοποίησης της σκέψης. Δεν είναι αυτό μια ανοικτή επίθεση ενάντια σε όλη την ανθρωπότητα; Κάθε τι που αποσκοπεί στην διαιώνιση αυτής της θρησκείας του θανάτου αποτελεί το κατ’ εξοχήν έγκλημα και η δική μας πρωταρχική υποχρέωση είναι η με κάθε τίμημα εξαφάνιση αυτής της πανούκλας»&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;, έγραφε ο Μπλανκί στις 8 Απριλίου 1869), ο Τριντόν εξέφραζε σε κάθε περίσταση, τόσο με γραπτό όσο και προφορικό λόγο, την πεποίθησή του ότι η ελευθερία και η επιστήμη μπορούν να σταθούν και να αναπτυχθούν μόνο μετά από την ανατροπή του καταπιεστικού καθεστώτος, που το ισχυρότερο τμήμα του είναι η &lt;strong&gt;χριστιανική θεοκρατία&lt;/strong&gt;, για την οποία η συνήθης και διαχρονική «πολιτική» πρακτική ήταν &lt;em&gt;«να σκοτώνει και να φιμώνει»&lt;/em&gt; («La Force», σελ. 107 -109).&lt;br /&gt;Τον Οκτώβριο του &lt;strong&gt;1865&lt;/strong&gt; εκπροσώπησε τους μπλανκιστές στο «Διεθνές Φοιτητικό Συνέδριο» της Λιέγης (Liége), όπου η καταγγελτική για τον Χριστιανισμό ομιλία του προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του επίσκοπου &lt;strong&gt;Dupanloup&lt;/strong&gt;, όσο και η μαύρη σημαία που ύψωσαν στην αίθουσα οι Γάλλοι φοιτητές (για πρώτη φορά στην Ιστορία με επαναστατικό – πολιτικό νόημα), προκάλεσε την μήνη των καθεστωτικών Γάλλων πανεπιστημιακών και του ίδιου του βασιλιά Ναπολέοντος του Γ. Νωρίτερα, στις 3 Μαϊου 1865, είχε ιδρύσει με τον Μπλανκί και άλλους ομοίδεάτες τους (Villeneuve, Vaissier, Watteau, Marchand, Viette, Verlière και Sumino) την δισεβδομαδιαία «βολταιρική» εφημερίδα &lt;strong&gt;«Καντίντ»&lt;/strong&gt; («Le Candide»), ενώ το &lt;strong&gt;1866 &lt;/strong&gt;ίδρυσε την &lt;strong&gt;«Κριτική»&lt;/strong&gt; («La Critique») και την &lt;strong&gt;«Ελεύθερη Σκέψη»&lt;/strong&gt; («La Libre Pensée»), οι οποίες προήγαγαν τον αθεϊσμό με παράλληλη επίθεση στον Χριστιανισμό και τις πολιτικές του χρήσεις για την καταπίεση των κοινωνιών.&lt;br /&gt;Toν Σεπτέμβριο του &lt;strong&gt;1866&lt;/strong&gt;, επικεφαλής μιας εξαμελούς αντιπροσωπείας, εκπροσώπησε για μία ακόμη φορά σε διεθνές συνέδριο τους μπλανκιστές, αυτή την φορά στο πρώτο συνέδριο της &lt;strong&gt;«Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων»&lt;/strong&gt; («L’'Association Internationale des Travailleurs», «International Workingmen's Association», ΑΙΤ, IWA) ή της &lt;strong&gt;«Πρώτης Διεθνούς»&lt;/strong&gt; στην Γενεύη και συνελήφθη γι’ αυτό κατά την επιστροφή του στην Γαλλία. Πρωτύτερα, για τα ανατρεπτικά κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στην «Καντίντ», είχε συλληφθεί και καταδικαστεί σε φυλάκιση 6 μηνών, ενώ το 1867 εξέτισε μία ακόμη ποινή φυλάκισης 5 μηνών στην φυλακή «Sainte-Pélagie», όπου κρατείτο και ο ομοϊδεάτης του &lt;strong&gt;Ζυλ Βαλέ&lt;/strong&gt; (Louis Jules Vallès, 1832 – 1885), εκδότης της εφημερίδας &lt;strong&gt;«Ο Δρόμος»&lt;/strong&gt; («La Rue»). Εκεί έγραψε το αντιχριστιανικό κείμενό του &lt;strong&gt;«Ο εβραϊκός Μολωχισμός»,&lt;/strong&gt; στο οποίο αναφερόμαστε παρακάτω. Το καλοκαίρι &lt;strong&gt;1870 &lt;/strong&gt;διώχθηκε για μία ακόμη φορά από το καθεστώς του Ναπολέοντος του Γ για «ανατρεπτική προπαγάνδα και δράση», όμως, λίγο πριν καταδικαστεί (ερήμην τελικά) σε εξορία στις γαλλικές αποικίες, κατόρθωσε να διαφύγει στο Βέλγιο.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(91)(CE)(A5)(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(9A)(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(9D)(CE)(99)(CE)(91)(C2)(A0)_(CE)(9C)(CE)(95)(CE)(A4)(CE)(91)_(CE)(A"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ «ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ»&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μετά την στρατιωτική συντριβή του Ναπολέοντος του Γ στο Sedan, την παράδοσή του στους Πρώσους στις 2 Σεπτεμβρίου του 1870 και την ανακήρυξη στις 4 Σεπτεμβρίου της «&lt;strong&gt;Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας»&lt;/strong&gt;, ο Τριντόν, όπως και οι άλλοι εξόριστοι μπλανκιστές, επέστρεψε στο Παρίσι, ίδρυσε μαζί με τον Μπλανκί την επαναστατική λέσχη &lt;strong&gt;«Η Πατρίς εν Κινδύνω»&lt;/strong&gt; («La Patrie en Danger», ένας καθαρά ιακωβινικός τίτλος), η οποία εξέδιδε και ομώνυμη ημερήσια εφημερίδα. Στις 6 Ιανουαρίου &lt;strong&gt;1871&lt;/strong&gt; συμμετείχε με άλλους &lt;strong&gt;μπλανκιστές&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;ιακωβίνους&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;μπακουνικούς αναρχικούς&lt;/strong&gt; της παράνομης &lt;strong&gt;«Κεντρικής Δημοκρατικής Επιτροπής»&lt;/strong&gt; («Comité central républicain des Vingt arrondissements») στην σύνταξη, κυκλοφορία και τοιχοκόλληση της διακήρυξης της «Κόκκινης Αφίσσας» («L' Affiche Rouge») προς τον παρισινό λαό, η οποία απαιτούσε την ίδρυση μιας «Παρισινής Κομμούνας», καταλήγοντας &lt;em&gt;«Εμπρός για τον λαό, εμπρός για την Κομμούνα!».&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Μετά από την παράδοση του Παρισιού στους Πρώσους, έθεσε στις 8 Φεβρουαρίου &lt;strong&gt;1871 &lt;/strong&gt;υποψηφιότητα για βουλευτής του Κοτ ντ’ Ορ και τελικά εξελέγη στην υπό τους Πρώσους νέα «Εθνοσυνέλευση», από την οποία όμως παραιτήθηκε μαζί με τον &lt;strong&gt;Μαλόν&lt;/strong&gt; (Benoit Malon, 1841 - 1893) στις 3 Μαρτίου, όταν το σώμα ψήφισε υπέρ της &lt;strong&gt;«Συνθήκης της Φρανκφούρτης»,&lt;/strong&gt; χαρίζοντας στον εχθρό την Αλσατία – Λωραίνη (Alsace - Lorraine): &lt;em&gt;&lt;strong&gt;«θα σταθώ αδιάλλακτα ενάντια σε αυτή την εγκληματική συνθήκη, μέχρι την ημέρα που είτε η επανάσταση, είτε ο πατριωτισμός, θα την καταστρέψουν»&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;. Ο Τριντόν προσχώρησε στην «Παρισινή Κομμούνα» αμέσως με την ανακήρυξή της, εξελέγη στις 26 Μαρτίου μέλος της κεντρικής επιτροπής για το τεταρτημόριο (quartier) του Πανθέου και τοποθετήθηκε στην «Στρατιωτική Επιτροπή» («La Commission Militaire»).&lt;br /&gt;Παρά την αδιαμφισβήτητη αφοσίωσή του στον αγώνα, το πνεύμα του &lt;strong&gt;Τριντόν&lt;/strong&gt;, όπως και του ομοϊδεάτη του &lt;strong&gt;Ζυλ Βαλέ&lt;/strong&gt;, παρέμεινε ελεύθερο και ανοικτό, και αρκετές φορές πήρε αποκλίνουσες θέσεις, λ.χ. καταψήφισε την πρόταση για ίδρυση μιας &lt;strong&gt;«Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας»&lt;/strong&gt; («Comite de Salut Public») κατά τα ιακωβινικά πρότυπα της περιόδου &lt;strong&gt;1793 – 1794&lt;/strong&gt;. Στις αρχές Μαϊου επίσης, λίγο πριν την ένοπλη ήττα της «Κομμούνας», οι Τριντόν και Βαλέ ήσαν δύο από τους «κομμουνάρους» που υπέγραψαν το περίφημο μανιφέστο των μειοφηφούντων &lt;strong&gt;(«Le Manifeste de la Minorite»).&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Όταν τελικά στις 28 Μαϊου έπεσε και το τελευταίο οδόφραγμα της «Κομμούνας», ο Τριντόν κρύφτηκε για να αποφύγει την σύλληψη και μετά από λίγες ημέρες κατόρθωσε να διαφύγει για μία ακόμη φορά στο Βέλγιο. Εκεί στις Βρυξέλλες, αποκαρδιωμένος, τσακισμένος και πάσχοντας από βαριά κατάθλιψη, &lt;em&gt;«ο εύπορος άνδρας που με χαρά του αντιμετώπιζε την φυλάκιση ή την εξορία, μαχόμενος για τα δίκαια των άλλων»,&lt;/em&gt; όπως έγραψε ο αντικληρικαλιστής συγγραφέας &lt;strong&gt;Γιόζεφ Μακ Κάμπε&lt;/strong&gt; (Joseph Martin McCabe, 1867 – 1955), αφαίρεσε ο ίδιος την ζωή του στις 29 Αυγούστου 1871, σε ηλικία &lt;strong&gt;μόλις 30 ετών&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(C2)(AB)(CE)(9F)_(CE)(95)(CE)(92)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(AA)(CE)(9A)(CE)(9F)(CE)(A3)_(CE)(9C)(CE)(9F)(CE)(9B)(CE)(A9)(CE)(A7)(CE)(9"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;«Ο ΕΒΡΑΪΚΟΣ ΜΟΛΩΧΙΣΜΟΣ»&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;a href="http://www.blogger.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/g3p8xe/tridon.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;Το κείμενό του &lt;strong&gt;«Ο εβραϊκός Μολωχισμός»&lt;/strong&gt; («Du Molochisme Juif: études critiques et philosophiques»), το οποίο είχε γράψει τον καιρό που ήταν φυλακισμένος στην φυλακή «Sainte-Pélagie», κυκλοφόρησε στις Βρυξέλλες, 13 χρόνια μετά τον θάνατό του, το έτος &lt;strong&gt;1884&lt;/strong&gt;, και από την πρώτη στιγμή προκάλεσε τις αντιδράσεις των χριστιανών θεοκρατών, αλλά και αργότερα, όταν αυτοί ισχυροποιήθηκαν πολιτικά, των Εβραίων, οι οποίοι κατηγόρησαν και εξακολουθούν να κατηγορούν τον Τριντόν για &lt;strong&gt;«αντισημιτισμό».&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Προσυπογράφοντας τις απόψεις του Μπλανκί για ανάγκη ανατροπής του Χριστιανισμού πριν από το οποιοδήποτε άλλο βήμα ελευθερίας, ο Τριντόν μέσα σε αυτό το έργο του υπενθύμιζε στον αναγνώστη ότι &lt;strong&gt;οι χριστιανοί θεοκράτες είχαν επιβάλει στην ανθρωπότητα ένα υπερχιλιετές διανοητικό σκοτάδι&lt;/strong&gt; και απόλυτη πολιτική καταπίεση και είχαν εξαφανίσει εντελώς τις αρετές του κλασικού κόσμου (σελ. 12 - 16). Στην κορύφωση της γραφής του, ο Τριντόν χαρακτήριζε τον Θεό των μονοθεϊστών &lt;em&gt;«δολοφόνο, υποκριτή και διεστραμμένο, φυσικό και ηθικό αυτουργό του κάθε είδους εγκλήματος» &lt;/em&gt;και τον λαό που τον εφηύρε &lt;em&gt;«λεκέ στην εικόνα του ανθρώπινου πολιτισμού, πιο κακόβουλο σε όλον τον πλανήτη, τα δώρα του οποίου είναι μολυσματικά».&lt;/em&gt; Εκεί έχουν πατήσει όλοι εκείνοι που τον κατηγόρησαν και εξακολουθούν να τον κατηγορούν για «αντισημιτισμό».&lt;br /&gt;Tο 1891, στην εικοστή επέτειο του θανάτου του, κυκλοφόρησε στο Παρίσι η συλλογή κειμένων του με τίτλο &lt;strong&gt;«Oeuvres diverses de Gustave Tridon».&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(95)(CE)(A1)(CE)(93)(CE)(9F)(CE)(93)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A6)(CE)(99)(CE)(91)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;«Les Hébertistes. Plainte contre une calomnie de l'histoire», 1864&lt;br /&gt;«Du Μolochisme Juif: études critiques et philosophiques», 1884, μετά θάνατον&lt;br /&gt;«Oeuvres diverses de Gustave Tridon», 1891, μετά θάνατον (περιέχει και τα «Les Hébertistes» και «La Force»)&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(92)(CE)(99)(CE)(92)(CE)(9B)(CE)(99)(CE)(9F)(CE)(93)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A6)(CE)(99)(CE)(91)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Jules Clere, «Les Hommes de la Commune: Biographie Complète de tous ses Membres», Paris, 1871&lt;br /&gt;Patrick H. Hutton, «The Cult of the Revolutionary Tradition: The Blanquists in French Politics, 1864 - 1893», Berkeley, 1982&lt;br /&gt;Joseph Martin McCabe, «A Biographical Dictionary of Modern Rationalists», London, 1920&lt;br /&gt;Bernard Noël, «Dictionnaire de la Commune», Paris, 1978&lt;br /&gt;J. M. Wheeler, «Α Biographical Dictionary of Freethinkers of all ages», London, 1889&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-5502883776557889884?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/5502883776557889884/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/edme-marie-gustave-tridon-chatillon-sur.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/5502883776557889884'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/5502883776557889884'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/edme-marie-gustave-tridon-chatillon-sur.html' title='Γκουστάβ Τριντόν (Edme Marie Gustave Tridon, Chatillon-sur-Seine, Cote-d’ Or, 5 Ιουνίου 1841 – Bruxelles, 29 Αυγούστου 1871)'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Suy0a8HKPJI/AAAAAAAAAlk/o8oizdy0qAo/s72-c/MOLOCHISME.bmp' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-2302616273740397841</id><published>2009-10-31T23:24:00.003+02:00</published><updated>2009-10-31T23:42:07.478+02:00</updated><title type='text'>Γκουστάβ Φλουράνς (Gustave Flourens, Paris, 4 Αυγούστου 1838 – Paris, 3 Απριλίου 1871)</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/SuyvGJks0kI/AAAAAAAAAlc/cNqwpGO_Nlo/s1600-h/gustave.bmp"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 202px; FLOAT: left; HEIGHT: 320px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5398882573494309442" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/SuyvGJks0kI/AAAAAAAAAlc/cNqwpGO_Nlo/s320/gustave.bmp" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Γάλλος δημοκράτης, μπλανκιστής και αντικληρικαλιστής συγγραφέας και επαναστάτης του 19ου αιώνα, με διεθνή δράση, μάρτυρας της ελευθερίας κατά την Κομμούνα του Παρισιού.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Γκουστάβ Φλουράνς&lt;/strong&gt; (Gustave Flourens, Paris, 4 Αυγούστου 1838 – Paris, 3 Απριλίου 1871). Γάλλος δημοκράτης, μπλανκιστής και &lt;strong&gt;αντικληρικαλιστής&lt;/strong&gt; συγγραφέας και επαναστάτης του 19ου αιώνα, με διεθνή δράση, μάρτυρας της ελευθερίας κατά την Κομμούνα του Παρισιού.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A0)(CE)(A1)(CE)(A9)(CE)(A4)(CE)(91)_(CE)(A7)(CE)(A1)(CE)(9F)(CE)(9D)(CE)(99)(CE)(91)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Γεννήθηκε το 1838, υιός του ψυχολόγου &lt;strong&gt;Ζαν Πιέρ Φλουράνς&lt;/strong&gt; (Marie Jean Pierre Flourens, 1794 – 1867), καθηγητή στο «Collège de France» και βουλευτή κατά την περίοδο 1838 – 1839, και μεγαλύτερος αδελφός του &lt;strong&gt;Εμίλ Φλουράνς&lt;/strong&gt; (Émile Flourens, 1841 - 1920), υπουργού εξωτερικών κατά την περίοδο της &lt;strong&gt;«Τρίτης Δημοκρατίας»&lt;/strong&gt; («la Troisième République»).&lt;br /&gt;Σε ηλικία μόλις 25 ετών (το 1863) αναπλήρωσε ως λέκτορας τον πατέρα του στο «Collège de France» στο μάθημα της Ιστορίας και οι απόψεις του για την προέλευση της ανθρωπότητας συνάντησαν την έντονη αντίδραση των χριστιανών θεοκρατών, οι οποίοι κατόρθωσαν να σταματήσουν τις παραδόσεις του. Εξοργισμένος από αυτή την απροκάλυπτη παρέμβαση των &lt;strong&gt;θεοκρατών&lt;/strong&gt;, ο Γκουστάβ πήγε στις Βρυξέλλες και εξέδωσε εκεί την ίδια χρονιά σε βιβλίο τις παραδόσεις του με τίτλο &lt;strong&gt;«Ιστορία του Ανθρώπου»&lt;/strong&gt; («Histoire de l’ homme», 1863).&lt;br /&gt;Όντας αρχικά οπαδός των &lt;strong&gt;ιακωβίνικων δημοκρατικών ιδεών&lt;/strong&gt; και μετά των &lt;strong&gt;σοσιαλιστικών&lt;/strong&gt; του &lt;strong&gt;Ωγκύστ Μπλανκί&lt;/strong&gt; (Louis Auguste Blanqui, 1805 - 1881), άρχισε να δέχεται ενοχλήσεις και από την γαλλική αστυνομία, με αποτέλεσμα να παραμείνει τον περισσότερο καιρό στο Λονδίνο (όπου παρακολούθησε μαθήματα στο «Βρετανικό Μουσείο») και στο Βέλγιο μέχρι το 1865, οπότε έφυγε ανατολικά, στην Τουρκία.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(95)(CE)(A0)(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(91)(CE)(A3)(CE)(A4)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(97)_(CE)(94)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A3"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Αφού έμεινε για λίγο στην &lt;strong&gt;Κωνσταντινούπολη&lt;/strong&gt;, πέρασε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε προσωρινά στην &lt;strong&gt;Αθήνα&lt;/strong&gt;, όπου σε λίγο έφθασαν οι φήμες μιας επικείμενης επανάστασης των &lt;strong&gt;Κρητών&lt;/strong&gt; κατά των &lt;strong&gt;Οθωμανών&lt;/strong&gt;. Στις &lt;strong&gt;25 Μαρτίου 1866&lt;/strong&gt; πραγματοποιήθηκε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου της Αθήνας μία μεγάλη και δυναμική διαδήλωση αλληλεγγύης προς τους Κρήτες, η οποία πολύ γρήγορα κατέληξε σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Ανάμεσα στους συλληφθέντες κατά τα επεισόδια εκείνης της ημέρας ήταν και ο Γκουστάβ, επιβλητικός με την πρόωρη φαλάκρα του και την φουντωτή κόκκινη γενειάδα του.&lt;br /&gt;Μόλις αφέθηκε ελεύθερος άρχισε προετοιμασίες για μετάβασή του στην Κρήτη, στην οποία τελικά έφθασε στις αρχές του καλοκαιριού και εντάχθηκε στους επαναστατικούς κύκλους του νησιού, όπου ήδη συμμετείχαν πολλοί ξένοι, κυρίως &lt;strong&gt;γαριβαλδινοί Ιταλοί&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;ευρωπαίοι σοσιαλιστές&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;αναρχικοί&lt;/strong&gt; από διάφορες χώρες, καθώς και 100 περίπου εθελοντές από την Πάτρα με επικεφαλής τον &lt;strong&gt;Δήμο Σκαλτσογιάννη&lt;/strong&gt; (η έναρξη της επανάστασης ανακυρήχθηκε «επίσημα» στις 21 Αυγούστου). Πριν φύγει από την Αθήνα πάντως, υπερασπίστηκε τον διωκόμενο από τους &lt;strong&gt;ορθόδοξους θεοκράτες&lt;/strong&gt; 30χρονο τότε συγγραφέα &lt;strong&gt;Εμμανουήλ Ρο&lt;/strong&gt;ϊδη (1836 - 1904) για το βιβλίο του &lt;strong&gt;«Η Πάπισσα Ιωάννα»&lt;/strong&gt; με άρθρο του στην γαλλόφωνη εφημερίδα &lt;strong&gt;«L' independance Hellenique»&lt;/strong&gt; της 3ης Απριλίου 1866.&lt;br /&gt;Στην Κρήτη πήρε τον βαθμό του λοχαγού και αργότερα, το καλοκαίρι του 1868, η «Εθνοσυνέλευση της Κρήτης», που ήδη του είχε χορηγήσει τιμητική ιθαγένεια, τον όρισε επίσημο πρέσβη της απέναντι στο βασίλειο της Ελλάδος. Ζήτησε με τηλεγραφήματά του από την Γαλλική κυβέρνηση την προάσπιση των εθνικών δικαιωμάτων των Κρητών και έφυγε για την Αθήνα, προκειμένου να συνομιλήσει με τον μονάρχη, ο οποίος όμως όχι μόνον δεν το δέχθηκε, αλλά διέταξε επιπλέον την σύλληψή του, ενώ ο πρέσβης της Γαλλίας ζητούσε και την απέλασή του. Μετά από διαδηλώσεις συμπαράστασης από δημοκράτες και ριζοσπάστες, όπως λ.χ. ο βουλευτής &lt;strong&gt;Ρόκκος Χοϊδάς&lt;/strong&gt;, αφέθηκε ελεύθερος, όμως μετά από λίγο συνελήφθη ξανά με αίτηση του πρέσβη της Γαλλίας και απελάθηκε στην Μασσαλία.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(95)(CE)(A0)(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(91)(CE)(A3)(CE)(A4)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(97)_(CE)(94)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A3-2"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://knol.google.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/fl4h7y/flour.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;Μετά από διάφορες περιπέτειες στην &lt;strong&gt;νότια Γαλλία&lt;/strong&gt; και την &lt;strong&gt;Ιταλία&lt;/strong&gt; (όπου μάλιστα στην &lt;strong&gt;Νάπολη&lt;/strong&gt; φυλακίστηκε για ένα μικρό διάστημα έπειτα από ένα «ανατρεπτικό» του άρθρο στην εφημερίδα «Popolo d’ Italia»), επέστρεψε στο Παρίσι στα τέλη του &lt;strong&gt;1868&lt;/strong&gt;, την ίδια εποχή με τους τέσσερις Ιταλούς αναρχικούς &lt;strong&gt;Greco&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;Trabucco&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;Imperatore&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Maspoli&lt;/strong&gt;, που όμως προτού επιτεθούν στον βασιλιά &lt;strong&gt;Ναπολέοντα &lt;/strong&gt;τον &lt;strong&gt;Γ&lt;/strong&gt; πιάστηκαν με τις βόμβες, τα περίστροφά και τα στιλέτα που μετέφεραν και καταδικάστηκαν οι δύο πρώτοι σε ισόβια εξορία στην Γαλλική Γουϊάνα και οι δύο άλλοι σε 20ετή φυλάκιση. Συνάντησε ξανά τους μπλανκιστές συντρόφους του και δόθηκε ολόψυχα στην επαναστατική προπαγάνδα, συνεργαζόμενος με την εβδομαδιαία αριστερή δημοκρατική εφημερίδα &lt;strong&gt;«Μασσαλιώτιδα»&lt;/strong&gt; («La Marseillaise») του &lt;strong&gt;Ανρί Ροσφόρ&lt;/strong&gt; (Victor Henri Rochefort, 1831 – 1913). Σχεδόν καθημερινά διέγειρε τους νέους και τους εργάτες με μία σχεδόν αυθάδη ρητορική (που το κόστιζε πρόστιμα επί προστίμων, αλλά και μία τρίμηνη φυλάκιση στην &lt;strong&gt;«Sainte-Pélagie»&lt;/strong&gt; από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο του 1869), αλλά και τηρώντας μία επιδεικτικά ασυμβίβαστη στάση ζωής, η οποία λίγο έλλειψε μάλιστα να του κοστίσει την ζωή όταν στις 5 Αυγούστου &lt;strong&gt;1869 &lt;/strong&gt;τραυματίστηκε σε μονομαχία με τον φανατικό βοναπαρτιστή δημοσιογράφο &lt;strong&gt;Paul de Cassagnac&lt;/strong&gt;, εκδότη της εφημερίδας &lt;strong&gt;«Pays».&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Στις 12 Ιανουαρίου &lt;strong&gt;1870&lt;/strong&gt; ήταν ανάμεσα στους άλλους μπλανκιστές (&lt;strong&gt;Ροσφόρ, Σαρλ Ντελεκλύζ – Charles Delescluze, Ζιλ Βαλέ - Jules Valles&lt;/strong&gt;) που προσπάθησαν να εξεγείρουν τους 100.000 διαδηλωτές που συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία τον δημοσιογράφο &lt;strong&gt;Βίκτορα Νουάρ&lt;/strong&gt; (Victor Noir, 1848 – 1870), τον οποίο είχε σκοτώσει ο πρίγκιπας &lt;strong&gt;Πιέρ Βοναπάρτης&lt;/strong&gt; (Pierre Bonaparte) –είχε μάλιστα ρίξει το σύνθημα &lt;em&gt;«το 1848 ξεκίνησε μέ έναν νεκρό. Εμείς τώρα έχουμε τον Νουάρ!»&lt;/em&gt;-, ενώ στις 7 Φεβρουαρίου προσπάθησε ανεπιτυχώς με άλλους μπλανκιστές να προκαλέσουν, μέσω μιας «νύκτας οδοφραγμάτων», λαϊκή εξέγερση στην εργατική συνοικία &lt;strong&gt;Belleville&lt;/strong&gt; στα βόρεια του Παρισιού. Καταζητούμενος τώρα για απόπειρα στάσης και συνωμοσία για δολοφονία του Ναπολέοντος του Γ, διέφυγε μέσω Ολλανδίας στο &lt;strong&gt;Λονδίνο&lt;/strong&gt;, για να αποφύγει την σύλληψη, ενώ ο αστυνομικός του φάκελος διογκωνόταν ακόμα και ερήμην του: στις αρχές του καλοκαιριού η μυστική αστυνομία συνέλαβε μία ομάδα που κατά τις πληροφορίες των χαφιέδων της σχεδίαζε να δολοφονήσει τον βασιλιά. Αρχηγός της ομάδας φερόταν κάποιος &lt;strong&gt;Beaury&lt;/strong&gt;, λιποτάκτης του στρατού και «οπαδός του διαβόητου Φλουράνς». Στην δίκη που έγινε στο Blois στις 9 Αυγούστου &lt;strong&gt;1870 &lt;/strong&gt;ανάμεσα στους καταδικασθέντες ήταν και ο Φλουράνς που εισέπραξε ερήμην μία ακόμη καταδίκη, αυτή την φορά σε φυλάκιση 6 ετών.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(A1)(CE)(95)(CE)(A0)(CE)(A4)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(9F)(CE)(A3)_(CE)(91)(CE)(9E)(CE)(99)(CE)(A9"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΟΦΡΟΥΡΑΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μετά την στρατιωτική συντριβή του Ναπολέοντος του Γ στο Sedan και την παράδοσή του στους Πρώσους στις 2 Σεπτεμβρίου του 1870, ο Γκουστάβ, ενώ κατευθυνόταν προς την Ελλάδα, επέστρεψε στα τέλη του μηνός στο πολιορκημένο από τους Πρώσους Παρίσι και, αμνηστευμένος, τοποθετήθηκε επικεφαλής 500 «τυφεκιοφόρων» («tirailleurs») της Εθνοφρουράς στο γνώριμό του Belleville. Στις 5 Οκτωβρίου ωστόσο διαδήλωσε ένοπλα μαζί με τους εθνοφύλακές του μπροστά από το δημαρχείο του Παρισιού, απαιτώντας από την &lt;strong&gt;«Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας»&lt;/strong&gt; να λάβει μέσα θωράκισης της Δημοκρατίας και αποτελεσματικής αντιμετώπισης του ξένου εχθρού, η κυβέρνηση όμως απέρριψε όλα τα αιτήματα και απαγόρευσε στο εξής στους εθνοφύλακες να διαδηλώνουν ένοπλα δίχως προηγούμενη άδεια.&lt;br /&gt;&lt;a style="MARGIN-LEFT: auto; MARGIN-RIGHT: auto" href="http://knol.google.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/fl4h7y/flourensq31oct1870.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η κατάληψη του δημαρχείου στις 31 Οκτωβρίου 1870&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Στις 31 Οκτωβρίου 1870 οι &lt;strong&gt;«τυφεκιοφόροι» του Γκουστάβ&lt;/strong&gt;, οι &lt;strong&gt;Ιακωβίνοι δημοκράτες&lt;/strong&gt; και οι &lt;strong&gt;μπλανκιστές εργάτες&lt;/strong&gt; αποπειράθηκαν μία ακόμη εξέγερση, αυτή την φορά κατά της «Προσωρινής Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας», όταν πληροφορήθηκαν ότι είχε εξουσιοδοτήσει τον &lt;strong&gt;Αδόλφο Θιέρσιο&lt;/strong&gt; (Louis-Adolphe Thiers, 1797 – 1877) να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους Πρώσους. Φωνάζοντας «προδοσία!», οι εξεγερμένοι κατέλαβαν το δημαρχείο και ανακοίνωσαν την ίδρυση μιας επαναστατικής &lt;strong&gt;«Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας»&lt;/strong&gt; («Comité du Salut Publique», κατά μίμηση εκείνης των «Ιακωβίνων» την περίοδο 1793 - 1794) με πρόεδρο τον ίδιον τον &lt;strong&gt;Μπλανκί&lt;/strong&gt;. Αν και αρχικά η κυβέρνηση, φοβισμένη από την εξέγερση, υποσχέθηκε να κάνει δημοτικές εκλογές την επόμενη ημέρα, στην συνέχεια πήρε τον λόγο της πίσω και έστειλε τα πιστά σε αυτήν τμήματα της Εθνοφρουράς να επανακαταλάβουν του δημαρχείο και να αποκαταστήσουν την τάξη. Ο Γκουστάβ, παρ’ όλο που είχε με προσωπικές του παρεμβάσεις αποτρέψει την θανάτωση διαφόρων φιλο-κυβερνητικών από το πλήθος των εξεγερμένων και είχε διαπραγματευθεί με τους αντιπάλους ότι εάν παραδοθούν αναίμακτα θα υπάρξει αμνηστεία, κατέληξε για μία ακόμη φορά καταζητούμενος, αυτή την φορά για ένοπλη στάση.&lt;br /&gt;Αν και στις δημοτικές εκλογές της 7ης Νοεμβρίου&lt;strong&gt; 1870&lt;/strong&gt; εξελέγη αντιδήμαρχος του Belleville, η εκλογή του ακυρώθηκε με το αιτιολογικό ότι ήταν καταζητούμενος. Ο «ήρωας του Belleville» εντοπίστηκε τελικά στις 7 Δεκεμβρίου, συνελήφθη και κλείστηκε αρχικά στην φυλακή στο Créteil, κοντά στο Vincennes και μετά στο Mazas, από όπου όμως τον απελευθέρωσαν μετά από μερικές εβδομάδες, με έφοδο την νύκτα της 21ης προς 22α Ιανουαρίου 1871 (λίγο πριν από την παράδοση του Παρισιού στους Πρώσους), οι πιστοί σε αυτόν εθνοφύλακές του, τους οποίους συντόνιζε ο Ιταλός αναρχικός &lt;strong&gt;Αμιλκάρε Τσιπριάνι&lt;/strong&gt; (Amilcare Cipriani, 1844 – 1918), συμπολεμιστής του στην επανάσταση της Κρήτης.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(9A)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(91)(CE)(94)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(97)_(CE)(A3)(CE)(95)_(CE)(98)(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(9"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΣΕ ΘΑΝΑΤΟ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Στην υπό τους Πρώσους νέα &lt;strong&gt;«Εθνοσυνέλευση»,&lt;/strong&gt; που για να μην καταστεί όμηρος του πλήθους είχε αρχίσει να συνέρχεται στο Μπορντώ (Bordeaux), ο λαός του Παρισιού και η Εθνοφρουρά απάντησαν με το να συγκροτήσουν στις 3 Μαρτίου επαναστατικά συμβούλια και με το να εκλέξουν στις 15 την δική τους ηγεσία, μια Κεντρική Επιτροπή, που σε λίγο, στις 18 Μαρτίου, θα εξελισσόταν στην ένδοξη &lt;strong&gt;«Κομμούνα του Παρισιού».&lt;/strong&gt; Η ανταπάντηση της «Εθνοσυνέλευσης» ήταν ωμή καταστολή: στις 11 Μαρτίου ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής &lt;strong&gt;Βινουά&lt;/strong&gt; (Joseph Vinoy, 1803 – 1880) απαγόρευσε την κυκλοφορία και των 6 δημοκρατικών εφημερίδων του Παρισιού («Cri du Peuple» του Ζιλ Βαλέ, «Mot d’ Ordre» του Ανρί Ροσφόρ, «Pere Duchesne» του Eugene Vermesch, «Vengeur» του Felix Pyat, «Bouche de Fer» του Paschal Grousset και «Caricature» του Georges Labadie Pilotell), από τις οποίες οι τέσσερις πρώτες είχαν ένα τιράζ που ξεπερνούσε τα 200.000 φύλλα, ενώ την ίδια ημέρα το στρατοδικείο που δίκαζε ερήμην τους κατηγορουμένους για την απόπειρα εξέγερσης της 31ης Οκτωβρίου, καταδίκασε τους περισσότερους σε θάνατο. Ανάμεσα στους καταδικασθέντες ήσαν και οι &lt;strong&gt;Βαλέ, Μπλανκί&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Φλουράνς&lt;/strong&gt;. Εκείνες τις ημέρες ήταν που κυκλοφορούσε στους δρόμους του Παρισιού χέρι με χέρι η καταγγελτική μπροσούρα του τελευταίου «Παραδομένο Παρίσι» («Paris livré»).&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A3)(CE)(A4)(CE)(91)_(CE)(9F)(CE)(94)(CE)(9F)(CE)(A6)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(93)(CE)(9C)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(91)_(CE)(A4)(CE)(9"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΣΤΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;a href="http://knol.google.com/k/-/-/gnmodo87aoe9/fl4h7y/flourensq.jpg" imageanchor="1"&gt;&lt;/a&gt;Στις 26 Μαρτίου, ενώ ο Μπλανκί είχε συλληφθεί μετά από κατάδοση, ο Γκουστάβ Φλουράνς εξελέγη μέλος της &lt;strong&gt;«Επαναστατικής Επιτροπής»&lt;/strong&gt; της «Κομμούνας» και τοποθετήθηκε στρατηγός. Επί δύο περίπου εβδομάδες πολέμησε σκληρά τους &lt;strong&gt;«βερσαλιέζους»&lt;/strong&gt; (τον στρατό της «Εθνοσυνέλευσης», η οποία τώρα είχε μεταφέρει ξανά την έδρα της, από το Μπορντώ στις Βερσαλλίες - Versailles) μέχρι το άτυχο γι’ αυτόν πρωϊ της 3ης Απριλίου 1871. Μετά από μία μικρή μάχη εκ του σύνεγγυς, παγιδεύτηκε σε ένα πανδοχείο του Rueil, κοντά στο Malmaison, και, ενώ είχε ήδη παραδοθεί και ήταν άοπλος, θανατώθηκε από τον λοχαγό της «ζενταρμερίας» (gendarmerie, χωροφυλακής) Jean - Marc Démaret, ο οποίος τον εκτέλεσε εν ψυχρώ, κομματιάζοντάς τον με το ξίφος του. Την επόμενη ημέρα, ο &lt;strong&gt;Ουγκώ&lt;/strong&gt; έγραψε στο ημερολόγιό του: &lt;em&gt;«Χθες είχαμε μία συμπλοκή μπροστά από τα τείχη του Παρισιού. Σκοτώθηκε ο Φλουράνς. Πολύ γενναίος και ολίγον τρελός. Λυπάμαι για τον θάνατό του. Ήταν ο κόκκινος υππότης».&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Έτσι, ως μάρτυρας της ελευθερίας, έφυγε τραγικά από την ζωή ο Γκουστάβ Φλουράνς σε ηλικία &lt;strong&gt;33 ετών&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A4)(CE)(91)_(CE)(9C)(CE)(95)(CE)(A4)(CE)(91)_(CE)(98)(CE)(91)(CE)(9D)(CE)(91)(CE)(A4)(CE)(9F)(CE)(9D)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Θάφτηκε στο νεκροταφείο &lt;strong&gt;«Περ Λασαίζ»&lt;/strong&gt; («Pere Lachaise»), όπου ο τάφος του υπάρχει έως σήμερα. Γράφοντας στις 12 Μαϊου 1871 στον οικογενειακό φίλο &lt;strong&gt;Κούγκελμαν&lt;/strong&gt; (Dr Ludwig Kugelmann), η σύζυγος τού Καρλ Μαρξ &lt;strong&gt;Τζένυ&lt;/strong&gt; (Jenny Marx) εξέφρασε την βαθύτατη λύπη όλης της οκογενείας της για τον θάνατο του «γενναιότερου όλων των γενναίων» Γκουστάβ Φλουράνς, ενώ νεκρολόγιο γι’ αυτόν, παρ’ όλο που οι δύο άνδρες διαφωνούσαν ιδεολογικά για πολλά ζητήματα, ιδίως για το λεγόμενο «Ανατολικό Ζήτημα», έγραψε και ο &lt;strong&gt;Κάρλ Μαρξ&lt;/strong&gt; και το δημοσίευσε στην εφημερίδα &lt;strong&gt;«Λαϊκό Κράτος»&lt;/strong&gt; («Volkstaat»).&lt;br /&gt;Κείμενα του Φλουράνς μετέφρασε στα ελληνικά ο επτανήσιος επαναστάτης σοσιαλιστής &lt;strong&gt;Παναγιώτης Πανάς&lt;/strong&gt; (1832 - 1896), ο οποίος του αφιέρωσε επίσης και ένα ποίημα. Τέλος, σύμφωνα με τον ειδικό στον Ιούλιο Βερν (Jules Verne) &lt;strong&gt;Ουϊλιαμ Μπούτσερ&lt;/strong&gt; (William Butcher), ο Βερν σχεδίασε τον ήρωά του καπταιν Νέμο (Nemo) στο γνωστό βιβλίο του «Είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό την θάλασσα» με βάση την προσωπικότητα του Φλουράνς.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(95)(CE)(A1)(CE)(93)(CE)(9F)(CE)(93)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A6)(CE)(99)(CE)(91)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;«Histoire de l' home», «Ιστορία του Ανθρώπου», 1863&lt;br /&gt;«Ce qui est possible», «Τι είναι δυνατόν να συμβεί», 1864&lt;br /&gt;«Science de l' home», «Επιστήμη του Ανθρώπου», 1865&lt;br /&gt;«Paris livré», «Παραδομένο Παρίσι», μπροσούρα, 1871&lt;br /&gt;και διάφορες ανώνυμες επαναστατικές μπροσούρες.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(92)(CE)(99)(CE)(92)(CE)(9B)(CE)(99)(CE)(9F)(CE)(93)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A6)(CE)(99)(CE)(91)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Λεωνίδας Φ. Καλλιβρετάκης, «Η ζωή και ο θάνατος του Γουσταύου Φλουράνς», Αθήνα, 1998&lt;br /&gt;Charles Prolès, «Les Hommes de la revolution de 1871», Paris, 1898&lt;br /&gt;Διάφορα περιοδικά και εφημερίδες από το Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-2302616273740397841?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/2302616273740397841/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/gustave-flourens-paris-4-1838-paris-3.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/2302616273740397841'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/2302616273740397841'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/gustave-flourens-paris-4-1838-paris-3.html' title='Γκουστάβ Φλουράνς (Gustave Flourens, Paris, 4 Αυγούστου 1838 – Paris, 3 Απριλίου 1871)'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/SuyvGJks0kI/AAAAAAAAAlc/cNqwpGO_Nlo/s72-c/gustave.bmp' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-1631469086951184887</id><published>2009-10-19T01:24:00.002+03:00</published><updated>2009-10-19T01:38:03.994+03:00</updated><title type='text'>Φίλιππος Μιχαήλ Μπουοναρόττι ή Μπουοναρρότι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti ή Buonarroti, 11 Νοεμβρίου 1761 – 16 Σεπτεμβρίου 1837)</title><content type='html'>&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StuYt0z1GII/AAAAAAAAAjU/Dmd8Aqxch0s/s1600-h/FilippoBuonarroti.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 293px; FLOAT: left; HEIGHT: 320px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5394072891743869058" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StuYt0z1GII/AAAAAAAAAjU/Dmd8Aqxch0s/s320/FilippoBuonarroti.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ &lt;a href="http://www.rassias.gr/REVOL026.html"&gt;http://www.rassias.gr/REVOL026.html&lt;/a&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Ιταλός δημοκράτης και Ιακωβίνος, ουτοπιστής σοσιαλιστής, αδιάφθορος, χαρισματικός και ακούραστος επαναστάτης, συγγραφέας και δημοσιογράφος, ελευθεροτέκτονας και ιδρυτικό, ηγετικό στέλεχος και πνευματικός πατέρας των επαναστατικών οργανώσεων &lt;strong&gt;«Λέσχη του Πανθέου»&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;«Ένωση των Δικαίων»&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;«Υψηλό Στερέωμα»&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;«Φίλοι του Λαού»&lt;/strong&gt; (ο &lt;strong&gt;Μωρίς Ντομανζέ&lt;/strong&gt; τον θεωρεί &lt;em&gt;«μία από τις πιο ωραίες μορφές της Γαλλικής Επανάστασης»,&lt;/em&gt; ο &lt;strong&gt;Σαρλ Ντονιέ&lt;/strong&gt; &lt;em&gt;«αποφασιστικό επαναστάτη, αλλά ταυτοχρόνως σοβαρό, μετριόφρονα και σεμνό»&lt;/em&gt; και ο &lt;strong&gt;Μιχαήλ Μπακούνιν&lt;/strong&gt; &lt;em&gt;«τον μεγαλύτερο επαναστάτη της εποχής του»&lt;/em&gt;).&lt;br /&gt;Γεννήθηκε το 1761 στην Πίζα, καταγόταν από την ευγενή οικογένεια του &lt;strong&gt;Μιχαηλάγγελου&lt;/strong&gt; και σπούδασε φιλολογία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, ενώ παράλληλα ασπάσθηκε τις προοδευτικές ιδέες της εποχής και προχώρησε μάλιστα στην έκδοση της &lt;strong&gt;«Οικουμενικής Εφημερίδας»&lt;/strong&gt; («Gazetta Universale»), η οποία δεν χρειάστηκε πολύ για να κριθεί «ανατρεπτική» από την αστυνομία του &lt;strong&gt;Μεγάλου Δούκα Πέτρου Λεοπόλδου&lt;/strong&gt;, με αποτέλεσμα ο 28χρονος ιδεολόγος να αναγκαστεί να καταφύγει το 1789 στην Κορσική. Εκεί γνωρίστηκε με τον νεαρό &lt;strong&gt;Ναπολέοντα Βοναπάρτη&lt;/strong&gt;, μπήκε στις τάξεις των τοπικών Ιακωβίνων και χαιρέτησε με ενθουσιασμό το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης, εκδίδοντας μάλιστα την εφημερίδα &lt;strong&gt;«Πατριωτική Επιθεώρηση της Κορσικής»&lt;/strong&gt; («Giornale Patriottico di Corsica»), την πρώτη ιταλική εφημερίδα που ανοικτά εξήρε τις δημοκρατικές – επαναστατικές ιδέες. Ήδη από το 1786, προτού αρχίσουν να τον κυνηγούν για τις ιδέες του, είχε μυηθεί στον Ελευθεροτεκτονισμό.&lt;br /&gt;Τον Ιούνιο του 1791 απελάθηκε από το νησί στην πατρίδα του Τοσκάνη, όπου όμως συνελήφθη αμέσως μετά την άφιξή του και οδηγήθηκε στην φυλακή. Όταν αποφυλακίσθηκε, αποκατέστησε πολύ γρήγορα τις επαφές του με τους επαναστατικούς – δημοκρατικούς κύκλους της Τοσκάνης και το 1793 έφυγε για το υπό την εξουσία των Ιακωβίνων Παρίσι, όπου η Συμβατική Εθνοσυνέλευση, αφού πρώτα τον ανακήρυξε &lt;strong&gt;«Γάλλο πολίτη»&lt;/strong&gt; («citoyen francais») τον Μάϊο 1793 όταν ξεσκέπασε την προδοσία του κορσικανού &lt;strong&gt;Πασκουάλε Παολί&lt;/strong&gt; (Pasquale Paoli, 1725 – 1807), τού ανέθεσε διάφορα αξιώματα. Έγινε εξαρχής μέλος της «Λέσχης των Ιακωβίνων» και υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του &lt;strong&gt;Ροβεσπιέρου&lt;/strong&gt;, ο οποίος του ανέθεσε με κέντρο την Νίκαια να οργανώσει τις κοινότητες των πολιτικών προσφύγων Ιταλών επαναστατών. Στάλθηκε το καλοκαίρι του 1793 ως εντεταλμένος αντιπρόσωπος της Συμβατικής στην εχθρική απέναντι στην Επανάσταση Λυών (Lyons), συνελήφθη από τους στασιαστές και φυλακίσθηκε, δεν είχε ωστόσο την φρικτή τύχη του ηγέτη των εκεί Ιακωβίνων &lt;strong&gt;Ζοζέφ Σαλιέ&lt;/strong&gt; (Marie Joseph Chalier, 1747 - 1793) που καρατομήθηκε σε σκουριασμένη και «στομωμένη» λαιμητόμο.&lt;br /&gt;Όταν απελευθερώθηκε τον Οκτώβριο του 1793 επέστρεψε στο Παρίσι και συμμετείχε ενεργά στην προσπάθεια των «ροβεσπιεριστών» να ολοκληρώσουν με κάθε κόστος το έργο της Επανάστασης. Επισκεπτόταν τακτικότατα το σπίτι του Ροβεσπιέρου στην οδό Saint-Honore και είχε μαζί του μακρές συζητήσεις. Όπως έχει επισημάνει ο ιστορικός &lt;strong&gt;Albert Mathiez&lt;/strong&gt; στο &lt;strong&gt;«Annales Revolutionnaires»&lt;/strong&gt; του Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 1910, ο Ροβεσπιέρος είχε μακρές συναντήσεις μαζί του πριν από όλες τις κρίσιμες μάχες της περιόδου 1793 – 1794 απέναντι στους Γιρονδίνους και στις φράξιες των &lt;strong&gt;«Εμπεριστών»&lt;/strong&gt; («Hebertistes») και &lt;strong&gt;«Νταντωνιστών»&lt;/strong&gt; («Dantonistes»). Με την πτώση του Ροβεσπιέρου τον Ιούλιο του 1794 και την επικράτηση των αντεπαναστατικών στοιχείων στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση, ανακλήθηκε από την διοικητική θέση του στην Oneglia, συνελήφθη από την παρισινή αστυνομία και κλείστηκε στις 29 Απριλίου 1795 στην φυλακή Plessis, όπου γνώρισε τον οικοδεσπότη του Ροβεσπιέρου &lt;strong&gt;Ντυπλαί &lt;/strong&gt;(Maurice Duplay), τον &lt;strong&gt;Ζυλιέν&lt;/strong&gt; (Marc Antoine Julien), αλλά και τον &lt;strong&gt;«Γράκχο» Μπαμπέφ&lt;/strong&gt; (Francois - Noel «Gracchus» Babeuf, 1760 – 1797) στου οποίου τις σοσιαλιστικές ιδέες προσχώρησε. Μετά την αποφυλάκισή τους στις 31 Οκτωβρίου του ιδίου έτους (ή στις 4 Μπρυμαίρ του έτους 4) με την γενική αμνηστεία που έδωσε η Συμβατική, οι &lt;strong&gt;Μπουοναρόττι&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Μπαμπέφ&lt;/strong&gt; ίδρυσαν μαζί την ιακωβινική πολιτική οργάνωση &lt;strong&gt;«Λέσχη του Πανθέου»&lt;/strong&gt;, που έλαβε το όνομά της από την πλατεία όπου πραγματοποιούσε τις συγκεντρώσεις της και στις αρχές του 1796 αριθμούσε &lt;strong&gt;17.000 μέλη&lt;/strong&gt;, μερικά από τα οποία ήσαν και μέλη της φρουράς του Παρισιού.&lt;br /&gt;Τον Φεβρουάριο του 1796, όταν ο &lt;strong&gt;Ναπολέων&lt;/strong&gt; διέλυσε κατ’ εντολή του &lt;strong&gt;«Διευθυντηρίου»&lt;/strong&gt; την &lt;strong&gt;«Λέσχη του Πανθέου»&lt;/strong&gt;, ο Μπουοναρόττι ίδρυσε μαζί με τους &lt;strong&gt;Γράκχο Μπαμπέφ&lt;/strong&gt;, &lt;strong&gt;Ωγκυστέν Νταρτέ&lt;/strong&gt; (Augustin Alexandre Darthe, 1769 - 1797), &lt;strong&gt;Ζαν Μπαπτίστ Λιντέ&lt;/strong&gt; (Jean - Baptiste Robert Lindet, 1746 – 1825) κ.ά. την &lt;strong&gt;«Ένωση των Δικαίων»&lt;/strong&gt; ή &lt;strong&gt;«Εταιρεία των Ίσων»&lt;/strong&gt; («Societe des Egaux», Φεβρουάριος 1796), την πρώτη μεγάλη σοσιαλιστική επαναστατική οργάνωση της Γαλλίας και συνέταξε την &lt;strong&gt;«Ανάλυση της Διδασκαλίας του Μπαμπέφ»&lt;/strong&gt; («Analyse de la doctrine de Baboeuf») που τοιχοκολλήθηκε σε όλο το Παρίσι στις 9, 10 και 11 Απριλίου 1796 και μέσα από τα 12 άρθρα της κατήγγειλε στο όνομα της Φύσης την ατομική ιδιοκτησία και απαιτούσε αγροτική μεταρρύθμιση και Δημοκρατία.&lt;br /&gt;Η &lt;strong&gt;«Ένωση των Δικαίων»&lt;/strong&gt;, την οποία διοικούσε ένα επταμελές &lt;strong&gt;«Μυστικό Διευθυντήριο»&lt;/strong&gt;, αποτελούσε ουσιαστικά τον παράνομο βραχίονα της πρώην&lt;strong&gt; «Λέσχης του Πανθέου»&lt;/strong&gt;, με σκοπό την προετοιμασία εξέγερσης προς ανατροπή του καθεστωτικού «Διευθυντηρίου», αλλά και προς κατάργηση του αντιδημοκρατικού Συντάγματος του 1795. Σχετικά με το πρόβλημα του ποια πολιτική μορφή θα έπρεπε να πάρει η πολιτική εξουσία μετά την ανατροπή του «Διευθυντηρίου», ο Μπουοναρόττι έγραψε αργότερα τα ακόλουθα, που προϊδέαζαν τις θέσεις του μετέπειτα «μαθητή» του &lt;strong&gt;Μπλανκί&lt;/strong&gt;: &lt;em&gt;&lt;span style="color:#cc0000;"&gt;«οι εναλλαγές στην τύχη της Συμβατικής κατέδειξαν πως ο λαός, οι αντιλήψεις του οποίου έχουν διαμορφωθεί μέσα στο σύστημα της κοινωνικής αδικίας και του δεσποτισμού, δεν είναι ακόμα ικανός να επιβάλει μέσω των εκλογών ανθρώπους που μπορούν να οδηγήσουν την Επανάσταση μέχρι το τέλος. Αυτό το δύσκολο καθήκον μπορούν να το πραγματοποιήσουν μόνο άνθρωποι θαρραλέοι και με διαμορφωμένη συνείδηση, άνθρωποι έξυπνοι και απόλυτα αφοσιωμένοι στον λαό και την ανθρωπότητα».&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Ο Μπουοναρόττι συνελήφθη στις 10 Μαϊου 1796 (21 Φλορεάλ του έτους 4) και μετά από ανακρίσεις ενός περίπου έτους, αρχικά στην παρισινή φυλακή Temple και έπειτα στην φυλακή της επαρχιακής πόλης &lt;strong&gt;Βεντόμ &lt;/strong&gt;(Vendome, όπου είχαν μεταφερθεί από τις 27 Αυγούστου όλοι οι επτά κρατούμενοι ηγέτες της οργάνωσης με διαταγή του «Διευθυντηρίου» από φόβο μήπως ξεσηκωθεί ο λαός του Παρισιού), καταδικάστηκε στις 26 Μαϊου 1797 (ή 7 Πραιριάλ του έτους 5) σε ισόβια φυλάκιση. Όταν οι συγκατηγορούμενοί του Μπαμπέφ και Νταρτέ προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν με αυτοσχέδια στιλέτα την στιγμή που τους αναγγέλθηκε θανατική ποινή, ο Μπουοναρόττι αποπειράθηκε να ξεσηκώσει το ακροατήριο της δίκης, όμως επέβαλαν την τάξη οι προτεταμένες ξιφολόγχες των δεκάδων στρατιωτών που αστυνόμευαν την αίθουσα. Φυλακίστηκε αρχικά στο Σέρμπουργκ και εν συνεχεία στο νησί Ολερόν (Oleron).&lt;br /&gt;Όταν ο παλαιός θαυμαστής του Ναπολέων Βοναπάρτης έγινε ύπατος και πραγματικός κυρίαρχος όλης της Γαλλίας, τού πρόσφερε μία υψηλή θέση την οποία όμως ο Μπουοναρόττι απέρριψε με περιφρόνηση. Απολύθηκε από την φυλακή το 1807 και εγκαταστάθηκε αρχικά στα νοτιοδυτικά σύνορα και μετά στην Γενεύη της Ελβετίας, εξασφαλίζοντας τα προς το ζην με παραδόσεις μαθημάτων μουσικής και ξένων γλωσσών. Συνέστησε το ολιγάριθμο &lt;strong&gt;«Υψηλό Στερέωμα»&lt;/strong&gt; ή &lt;strong&gt;«Διευθυντήριο των Παρισίων»&lt;/strong&gt; με σκοπό την ίδρυση και τον συντονισμό πολυπλόκαμων επαναστατικών – δημοκρατικών οργανώσεων ενάντια στις «τυραννίες» (μοναρχίες) της Ευρώπης και το 1815 προχώρησε με τον αδελφό τού &lt;strong&gt;Μαρά&lt;/strong&gt; στην ίδρυση της τεκτονικής στοάς &lt;strong&gt;«Les Amis Sinceres»&lt;/strong&gt;. Όταν αυτή διαλύθηκε μετά από λίγο από τις αρχές, ίδρυσε την στοά &lt;strong&gt;«Les Sublimes Maitres Parfaits»&lt;/strong&gt; και ανέπτυξε στενότατη συνεργασία με διάφορους Ιταλούς επαναστάτες, κυρίως &lt;strong&gt;«Καρμπονάρους»&lt;/strong&gt; («Carbonari»), με τους οποίους ίδρυσε το 1823 την στοά &lt;strong&gt;«La Charbonnerie Francaise»&lt;/strong&gt;, παρακλάδι της μυστικής ιακωβινικής οργάνωσης &lt;strong&gt;«Γαλάτες Αναμορφωτές»&lt;/strong&gt; («Reformateurs Gaulois»), που τα μέλη της ορκίζονταν &lt;em&gt;«μίσος για τους τυράννους και αιώνιο πόλεμο κατά της Ιεράς Συμμαχίας»&lt;/em&gt;. Οι «Γαλάτες Αναμορφωτές», ένας από τους στόχους των οποίων ήταν και η υποστήριξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων κατά των Οθωμανών, ιδρύθηκαν στις 14 Ιουλίου 1823 (επέτειο της πτώσης της Βαστίλης) και πιστεύεται ότι σχετιζόταν μαζί τους, εάν δεν ήταν και κανονικό μέλος τους, ο Έλληνας εθνικός ποιητής &lt;strong&gt;Ανδρέας Κάλβος&lt;/strong&gt;, του οποίου οι &lt;strong&gt;«Ωδές»&lt;/strong&gt;, οι πρώτες από τις οποίες εκδόθηκαν στην Γενεύη, είναι γεμάτες από τους συμβολισμούς της «καρμπονερίας» &lt;em&gt;(«Εγώ τώρα εξαπλώνω / ισχυράν δεξιάν / και την άτιμον σφίγγω / πλεξίδα των τυράννων / δολιοφρόνων»).&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Κυνηγημένος και από την Γενεύη το 1824 όταν διαλύθηκε η «La Charbonnerie Francaise» και συνελήφθη στο Μιλάνο ο συναγωνιστής του &lt;strong&gt;Αντριάν&lt;/strong&gt; (Alexander Philippe Andryane, 1797 - 1863), ο Μπουοναρόττι κατέληξε στις Βρυξέλλες, όπου ίδρυσε την στοά &lt;strong&gt;«Le Monde»&lt;/strong&gt; και το 1828 εξέδωσε το βιβλίο &lt;strong&gt;«Η Συνομωσία για την Ισότητα»&lt;/strong&gt; («Conspiration pour l’ Egalite dite de Baeuf, suivie du process auquel elle donna lieu») με θέμα του την παλαιά του οργάνωση και την πολύκροτη δίκη των ηγετών της, το οποίο ενέπνευσε με το πάθος και την γλαφυρότητά του πάρα πολλούς επαναστάτες της περιόδου 1828 – 1840. Επέστρεψε στο Παρίσι μετά την επανάσταση του 1830 κατά του &lt;strong&gt;βασιλιά Κάρολου&lt;/strong&gt; του 10ου, όπου λατρευόταν σχεδόν ως άγιος από τους διανοούμενους και τους νεαρούς επαναστάτες. Ένας από τους θερμότερους θαυμαστές και μαθητές του υπήρξε ο &lt;strong&gt;Αύγουστος Μπλανκί&lt;/strong&gt; (Louis Auguste Blanqui, 1805 – 1881), ο οποίος για ένα διάστημα συνεργάστηκε με τον Μπουοναρόττι στην οργάνωση &lt;strong&gt;«Φίλοι του Λαού»&lt;/strong&gt; («Amis du Peuple»), που είχε ιδρύσει το 1831 ο τελευταίος μαζί με τους &lt;strong&gt;Francois - Vincent Raspail&lt;/strong&gt; (1794 - 1878) και &lt;strong&gt;Sigismond Auguste Armand Barbes&lt;/strong&gt; (1809 – 1870, τον επονομαζόμενο &lt;strong&gt;«Μπαγιάρ της Δημοκρατίας&lt;/strong&gt;) .&lt;br /&gt;Την παραμονή των δύο ταυτόχρονων εξεγέρσεων του Απριλίου 1834 στο Παρίσι και την Λυών, έστειλε γραπτή παρότρυνση προς την μυστική οργανώτρια της δεύτερης πόλης &lt;strong&gt;«Λυωνέζικη Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πολίτη»&lt;/strong&gt; («Comite Lyonnais des Droits de l’ Homme et du Citoyen») την οποία υπέγραφε με το όνομα του Ροβεσπιέρου («Maximilien»). Θεωρώντας τον ηθικό αυτουργό, τουλάχιστον, των αιματοβαμμένων εξεγέρσεων, η αστυνομία του &lt;strong&gt;βασιλιά Λουδοβίκου Φιλίππου&lt;/strong&gt; προσπάθησε να τον απομακρύνει για μία ακόμα φορά από την Γαλλία, δίχως όμως επιτυχία, λόγω του ότι τού είχε χορηγηθεί παλαιότερα η γαλλική υπηκοότητα από την Συμβατική Εθνοσυνέλευση. Ο γέρος πια επαναστάτης έζησε τα υπόλοιπα χρόνια του (πέθανε στις 16 Σεπτεμβρίου 1837) με το ψευδώνυμο &lt;strong&gt;Ραϋμόνδος&lt;/strong&gt;, παραδίνοντας προς το ζην μαθήματα μουσικής, αλλά μη σταματώντας μέχρι την τελευταία ημέρα του να υπερασπίζεται την μνήμη του &lt;strong&gt;Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου&lt;/strong&gt;. Λίγο πριν πεθάνει άλλωστε, οι παλαιοί του σύντροφοι στις Βρυξέλλες εξέδωσαν το βιβλίο του &lt;strong&gt;«Observations sur Maximilien Robespierre».&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Ο μύθος του Μπουοναρόττι διατηρήθηκε πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατό του: ο σοσιαλιστής πολιτικός και ιστορικός &lt;strong&gt;Λουϊ Μπλανκ&lt;/strong&gt; (Louis Blanc, 1811 - 1882) ήταν πεπεισμένος ότι ο Μπουοναρόττι απετέλεσε την θεωρητική και πρακτική «καρδιά» όλης της επαναστατημένης Ευρώπης του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα και στο έργο του &lt;strong&gt;«Histoire de Dix ans»&lt;/strong&gt; τον χαιρέτισε ως λιτό, υπερήφανο και ενάρετο άνδρα, ισάξιο των αρχαίων Ελλήνων σοφών. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΕΡΓΑ ΤΟΥ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;«Histoire des societes secretes de l'armee», Geneve, 1815&lt;br /&gt;«Conspiration pour l' Egalite dite de Babeuf, suivie du proces auquel elle donna lieu», Bruxelles, 1828, επανεκδόθηκε ως&lt;br /&gt;«Gracchus Babeuf et le Conspiration des Egaux», Paris, 1830 και αναδημοσιεύθηκε με τον τίτλο «La conspiration pour l'egalite» από τις εκδόσεις «Editions Sociales», Paris, 1957&lt;br /&gt;«Observations sur Maximilien Robespierre», Bruxelles, 1837&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Andryane Alexander Philippe, «Memoires d' un prisonnier d' etat», τόμοι 2, Bruxelles, 1839&lt;br /&gt;Bax B. Ernest, «The Last Episode of the French Revolution Being a History of Gracchus Babeuf and the Conspiracy of the Equals», εκδόσεις «Grant Richards Ltd», London, 1911&lt;br /&gt;Δαούλας Χρ. Δημήτρης, «Γενική Ιστορία του Σοσιαλισμού και των Κοινωνικών Αγώνων», εκδόσεις «Γραμμή», Αθήνα 1978&lt;br /&gt;Eisenstein L. Elizabeth, «The First Professional Revolutionist: Filippo Michele Buonarroti 1761 - 1837», εκδόσεις «Harvard University Press», Cambridge Mass., 1974&lt;br /&gt;Πορφύρης Κώστας (Κονίδης Πορφύρης), «Ο Κάλβος καρμπονάρος. Η μυστική δίκη των καρμπονάρων της Τοσκάνης», εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα, 1992&lt;br /&gt;Ρασσιάς Γ. Βλάσης, «Λαιμητόμος Αρετή. Ροβεσπιέρος, Σαιν Ζυστ, Κουτόν», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007&lt;br /&gt;Roes R. B., «Gracchus Bebeuf. The First Revolutionary Communist», εκδόσεις «Stanford University Press», Palo Alto Ca., 1978&lt;br /&gt;Sencier Georges, «Le Babouvisme apres Babeuf», εκδόσεις «Megariotis», Geneve, 1977&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-1631469086951184887?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/1631469086951184887/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/filippo-giuseppe-maria-ludovico.html#comment-form' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/1631469086951184887'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/1631469086951184887'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/filippo-giuseppe-maria-ludovico.html' title='Φίλιππος Μιχαήλ Μπουοναρόττι ή Μπουοναρρότι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti ή Buonarroti, 11 Νοεμβρίου 1761 – 16 Σεπτεμβρίου 1837)'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StuYt0z1GII/AAAAAAAAAjU/Dmd8Aqxch0s/s72-c/FilippoBuonarroti.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-5989013553497779140</id><published>2009-10-18T03:58:00.003+03:00</published><updated>2009-10-18T04:26:28.615+03:00</updated><title type='text'>Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος (Maximilien Francois Marie Isidore de Robespierre, 6 Μαϊου 1758 – 28 Ιουλίου 1794)</title><content type='html'>&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Stpucs3NEbI/AAAAAAAAAjM/kpXfJEw2oY4/s1600-h/225px-Robespierre.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 225px; FLOAT: left; HEIGHT: 293px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5393744943087686066" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Stpucs3NEbI/AAAAAAAAAjM/kpXfJEw2oY4/s320/225px-Robespierre.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ&lt;/strong&gt; &lt;a href="http://www.rassias.gr/REVOL001.html"&gt;http://www.rassias.gr/REVOL001.html&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η ισχυρότερη προσωπικότητα της Γαλλικής Επανάστασης (όπως τονίζει ο &lt;strong&gt;Claude Mazauric&lt;/strong&gt; στο σχετικό λήμμα του «Dictionnaire historique de la Revolution francaise» του Soboul), ένας από τους ηγέτες των &lt;strong&gt;Ιακωβίνων&lt;/strong&gt; και του κόμματος των &lt;strong&gt;«Ορεινών».&lt;/strong&gt; Καταγόταν από φτωχική οικογένεια του Αρράς (ορφάνεψε μάλιστα σε ηλικία 9 ετών από μητέρα), όμως είχε σπουδάσει νομικά στο Παρίσι με την βοήθεια σκληρής μελέτης και υποτροφιών και ασκούσε την δικηγορία (&lt;em&gt;«ασχολήθηκε επίμονα με την καλλιέργεια της σκέψης του… η μελέτη ήταν ο Θεός του»&lt;/em&gt; σημείωσε ο &lt;strong&gt;Στάνλεϋ Λούμις&lt;/strong&gt; στο «Paris in the Terror. June 1793 - July 1794», σελ. 266). Από παιδί φάνηκε ήπιος, ευαίσθητος, πονόψυχος και ιδιαίτερα φιλομαθής, ιδιότητες που διογκώθηκαν αργότερα, όταν διάβασε το &lt;strong&gt;«Κοινωνικό Συμβόλαιο»&lt;/strong&gt; του &lt;strong&gt;Ρουσσώ&lt;/strong&gt; (Jean – Jacques Rousseau), το οποίο τον βοήθησε να στερεώσει μία υψηλής ποιότητας συνείδηση, βασισμένη σε αρχαίες αρετές όπως το &lt;strong&gt;καθήκον&lt;/strong&gt;, η &lt;strong&gt;δικαιοσύνη&lt;/strong&gt; και η &lt;strong&gt;φιλοπατρία&lt;/strong&gt;. Τις αρετές εκείνες εξέφραζε από πολύ νωρίς με απόλυτο τρόπο, σαν ένας καινούργιος Κάτων ο Νεώτερος, με αποτέλεσμα να προκαλεί συχνότατα την αντιπάθεια των ανθρώπων που είχαν ελαστικές συνειδήσεις ή ανύπαρκτες ηθικές αξίες και φυσικά έσπευδαν να τον απομονώσουν για να μην τους ενοχλεί η αυστηρή του παρουσία. Για κάτι τέτοιο οι δικαιολογίες που μπορούσαν να εφευρεθούν ήσαν φυσικά άπειρες, από το δήθεν &lt;em&gt;«παγερό ή θυμωμένο βλέμμα γάτου»&lt;/em&gt; που γεννούσαν τα πράσινα μάτια του, έως τον δήθεν &lt;em&gt;«τυραννικό»&lt;/em&gt; του χαρακτήρα, τον οποίο εφηύραν και χρησιμοποίησαν με τον πιο αισχρό τρόπο οι εναντίον του συνωμότες και δολοφόνοι του, τον μήνα Θερμιδόρ του έτους 2.&lt;br /&gt;Περιγράφεται από τους περισσότερους ως ένας μορφωμένος, ηθικότατος, εντιμότατος και ικανότατος άνθρωπος με υπερανεπτυγμένο το αίσθημα της δικαιοσύνης (ως μεγάλο δημοκράτη, ανθρωπιστή και υπόδειγμα αρετής τον χαιρετίζουν ανενδοίαστα οι &lt;strong&gt;Lefevre, Hamel, Mazauric, Mathiez&lt;/strong&gt;, κ.ά.), ένας άνθρωπος που «ενσάρκωσε» όλη την Επανάσταση με τίμημα από το 1789 μέχρι την καρατόμησή του να μην έχει καθόλου μα καθόλου προσωπική ζωή (Francois Furet, Patrice Gueniffey στο «Dictionnaire critique de la R?volution francaise», κ.ά.), καθώς και ένας ικανότατος ρήτορας (σύμφωνα με τον μαρξιστή ιστορικό &lt;strong&gt;George Rud&lt;/strong&gt;, συνέταξε και εκφώνησε περίπου 900 λόγους), αν και ο Ταίν θέλει να τον περιγράφει ως έναν &lt;em&gt;«χαμένο σε ρεμβασμούς σχολαστικό»&lt;/em&gt;. Παρά το γεγονός ότι εκείνοι που τον αντιπαθούν, και τον αντιπαθούν έντονα, τον περιγράφουν ως &lt;em&gt;«την πιο μισητή φιγούρα ολόκληρης της Ιστορίας»&lt;/em&gt; (o γνωστός θρήσκος ρωμαιοκαθολικός λόρδος &lt;strong&gt;Lord Emerich Edward Dalberg Acton&lt;/strong&gt;, 1910), &lt;em&gt;«έναν αδέξιο, μυγιάγγιχτο, βαρετό, καλοπερασάκια, αόριστα γελοίο και αντιπαθητικό ανθρωπάκο»&lt;/em&gt; (ο Άγγλος ιστορικός &lt;strong&gt;Richard Cobb&lt;/strong&gt;, σελ. 53) ή &lt;em&gt;«ανίκανο να αγγίξει την πραγματικότητα, περιορισμένο στης αφηρημένες έννοιες, πανούργο, υποκριτή και αλαζόνα»&lt;/em&gt; (ο &lt;strong&gt;Γουσταύος Λε Μπον&lt;/strong&gt;), ο &lt;strong&gt;Ροβεσπιέρος&lt;/strong&gt; υπήρξε στην πραγματικότητα υπερβολικά έντιμος (γι’ αυτό και τον απεκάλεσαν &lt;strong&gt;«Αδιάφθορο»&lt;/strong&gt;) και χαρισματικός, ώστε η επιρροή του στο κοινό της Επανάστασης υπήρξε ισχυρότατη, σε σημείο που ο ίδιος παραπάνω εχθρός του, ο Λε Μπον, να ομολογήσει ότι &lt;em&gt;&lt;span style="color:#990000;"&gt;«τις ημέρες που αγόρευε, τα περάσματα φράσσονταν από γυναίκες… επτακόσιες ή οκτακόσιες ήσαν στα θεωρεία και τον χειροκροτούσαν με παραφορά… από τους Ιακωβίνους ακούγονταν λυγμοί όταν μιλούσε, κραυγές, κτυπήματα ποδιών ικανά να καταστρέψουν την αίθουσα».&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Αντίθετα από τον απολύτως εχθρικό προς αυτόν Γαλλο-Εβραίο ακαδημαϊκό &lt;strong&gt;Αντρέ Μωρουά&lt;/strong&gt;, που έχει φροντίσει να συμπεριλάβει και τον χαρακτηρισμό &lt;em&gt;«μισογύνης»&lt;/em&gt; (sic) στην πυκνή βροχή από απίθανους υβριστικούς και υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς, με την οποία η ακαδημαϊκή μεγαλειότης του έχει περιλούσει τον μεγάλο επαναστάτη, η επίσης όχι θετικά διακείμενη ιστορικός &lt;strong&gt;Ρουθ Σκαρ&lt;/strong&gt; (Ruth Scurr) κάνει τουλάχιστον μία σοβαρότερη ανάλυση (επικεντρωμένη σωστά στον συνδυασμό δύναμης και ευαισθησίας που απέπνεε η προσωπικότητά του) της έντονης έλξης που ένοιωθαν οι πάμπολλες θαυμάστριές του &lt;em&gt;«που τον αγάπησαν στην διάρκεια της σύντομης ζωής του»&lt;/em&gt;. &lt;em&gt;«Υπήρξε ο δικηγόρος των αδικημένων»&lt;/em&gt;, γράφει επίσης η &lt;strong&gt;Χίλαρυ Μαντέλ&lt;/strong&gt; (Hilary Mantel) στο «London Review of Books» (τόμος 28, νο 8, 20 Απριλίου 2006) και συνεχίζει: &lt;em&gt;«έβαζε τις αρχές πριν από το προσωπικό κέρδος, πριν ακόμα και από την προσωπική φιλία, έτοιμος πάντοτε να δεχθεί προσβολές όσο και έτοιμος να δώσει. Σε ένα πρώϊμο ποίημά του λέει ότι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε έναν δίκαιο άνθρωπο είναι να γνωρίσει, όταν αποχωρεί από την ζωή, “το μίσος εκείνων για τους οποίους πρόσφερε την ζωή του”…»&lt;/em&gt;, πράγμα που δυστυχώς του συνέβη. Ο αντικειμενικότερος &lt;strong&gt;Μινιέ&lt;/strong&gt;, από την άλλη, τον περιγράφει με τα εξής λόγια: &lt;em&gt;«Ναι, είχε πραγματικές αρετές. Σοβαρός, ψυχρός, σταθερός, αμετάβλητος, ντυμένος πάντα με τον ίδιον τρόπο, μιλούσε στερεότυπα και έδειχνε συμπεριφορά ορισμένη… Περιφρονούσε το χρήμα και θεωρούσε τον εαυτό του τόσο αγνό, ώστε του επέτρεπε ακόμα και την σκληρότερη πράξη. Απέδειξε ότι ήταν αξιόλογος οργανωτής και ότι διέθετε διοικητικές ικανότητες… Όταν πήρε στα χέρια του την εξουσία, βρήκε την Ευρώπη ολόκληρη εχθρό της Γαλλίας, τα 2/3 της Γαλλίας εχθρούς της Δημοκρατίας και σε 6 μόνο μήνες κατόρθωσε να αποκαταστήσει την τάξη. Διεκήρυσσε ότι προς χάρη της πατρίδας και των αξιών, έπρεπε να εκλείψει ολότελα ο ατομισμός. Ο Τιμποντώ τον χαρακτήριζε κράμα Μωάμεθ και Κρόμβελ…»&lt;/em&gt; (σελ. 339).&lt;br /&gt;Με την φήμη του επιτυχημένου δικηγόρου και του αγωνιστή κατά της θανατικής ποινής, &lt;strong&gt;ο Ροβεσπιέρος εξελέγη το 1789 αντιπρόσωπος στην Συνέλευση των Τάξεων&lt;/strong&gt; και το 1790 οι Ιακωβίνοι του Παρισιού τον εξέλεξαν πρόεδρό τους. Όπως όλοι οι Ιακωβίνοι, ο Ροβεσπιέρος &lt;strong&gt;ήταν οπαδός της γενικής και ισότιμης παιδείας για όλον τον λαό&lt;/strong&gt;, ως όργανο δημιουργίας της λεγόμενης «λαϊκής συνείδησης», η οποία κρινόταν ως η απαραίτητη προϋπόθεση για ένα δημοκρατικό καθεστώς. Στον οικονομικό τομέα &lt;strong&gt;κατήγγειλε τον υπερβολικό πλουτισμό των ολίγων πλουτοκρατών&lt;/strong&gt; και ζητούσε μία ισότητα δικαιωμάτων και ευδαιμονίας μέσα από την γενίκευση της ιδιοκτησίας επάνω στην αρχή «&lt;em&gt;η ιδιοκτησία του κάθε πολίτη δεν θα πρέπει να είναι επιζήμια για τους άλλους, για την ελευθερία τους, την ασφάλειά τους και την δική τους ιδιοκτησία».&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Ο Ροβεσπιέρος υπήρξε ένας χαρισματικός όσο και αυστηρός επαναστάτης, με σπανιότατες προσωπικές αρετές, θάρρος, ψυχραιμία, οργανωτική ικανότητα ανίκητη ευγλωττία και υποδειγματική ανιδιοτέλεια, για τον οποίο ο &lt;strong&gt;Κοντορσέ&lt;/strong&gt;, πολιτικός εχθρός του (Γιρονδίνος) θα γράψει: &lt;em&gt;&lt;strong&gt;«Απορούν όλοι γιατί τόσες πολλές γυναίκες ακολουθούν τον Ροβεσπιέρο παντού, στο σπίτι του, στην Λέσχη των Ιακωβίνων, στην Συνέλευση, στην Λέσχη των Κορδελιέρων. Ο λόγος είναι απλός: η Επανάσταση δεν διαφέρει από Θρησκεία και εκείνος, ως μέγας αρχιερέας της, έχει τους αφοσιωμένους του, κηρύσσει, διαφωτίζει, οργίζεται, μελαγχολεί και είναι αυστηρός στα έργα του όσο και στα λόγια του. Εξαπολύει κεραυνούς ενάντια στους πλουτοκράτες και τους ισχυρούς, δαπανά ελάχιστα και οι ανάγκες του είναι μηδαμινές. Η αποστολή του αναπτύσσεται μέσα από τις ομιλίες του και σχεδόν πάντοτε ομιλεί. Έχει μαθητές που τον φρουρούν, δεν μοιάζει όμως με ιδρυτή Θρησκείας, αλλά περισσότερο με αιρεσιάρχη. Έχει πάντα στα χείλη του την θεότητα και την Πρόνοια και στέκει ως πρόμαχος των φτωχών και των αδυνάτων, έχοντας απεριόριστη επιρροή στις γυναίκες και στις παιδικές καρδιές, ενώ την τιμή και τον σεβασμό που του δείχνουν, τα δέχεται πάντοτε με ύφος σοβαρό». &lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Ο Ροβεσπιέρος και οι άμεσοι συνεργάτες του, πίστευαν ότι η Δημοκρατία, μέσω της παιδείας αλλά και της πολιτικής ισχύος, μπορούσε να αλλάξει τις συνήθειες και τις κατεστημένες αντιλήψεις των ανθρώπων, καθώς και να εξαφανίσει την αχρειοσύνη, την απληστία και την ματαιοδοξία: &lt;em&gt;«επιθυμούμε να αντικατασταθεί στην πατρίδα μας ο εγωϊσμός από το ήθος, η φιλοδοξία από την μετριοφροσύνη, οι συνήθειες από ένα σύστημα αξιών, η φιλανθρωπία από το καθήκον, η τυραννία από την κυριαρχία της Λογικής, η αποστροφή για την δυστυχία από την αποστροφή για την αδικία, η μικρότητα από την μεγαλοψυχία»&lt;/em&gt; (δήλωνε ο Ροβεσπιέρος, όπως διασώζεται από τον Μπουοναρόττι).&lt;br /&gt;Ο Ροβεσπιέρος στάθηκε αρνητικά απέναντι στην από τους Γιρονδίνους εμπλοκή της επαναστατημένης Γαλλίας σε πόλεμο με τις ξένες μοναρχίες και τόνιζε ξανά και ξανά ότι &lt;em&gt;«ίσως προδοθούμε και κατά συνέπεια ηττηθούμε, μα εάν νικήσουμε, ο νικητής στρατηγός θα γίνει ο νέος εχθρός του λαού»&lt;/em&gt;, μία πρόβλεψη που δυστυχώς επιβεβαιώθηκε αργότερα με την περίπτωση του Βοναπάρτη. Ωστόσο, &lt;em&gt;«την περίοδο που κυβερνούσε ο Ροβεσπιέρος, η Γαλλία απέκτησε τεράστιο στρατιωτικό γόητρο, έχοντας τον μεγαλύτερο στρατό της Ευρώπης, πάνω από 800.000 καλά γυμνασμένους άνδρες, που πετούσαν από νίκη σε νίκη»&lt;/em&gt; (Μινιέ, σελ. 339). Παρά την αστική του καταγωγή, &lt;strong&gt;στάθηκε επίσης αρνητικά απέναντι στην άνοδο της αστικής τάξης, την οποία είχε καταγγείλει ως αριστοκρατία των πλουσίων υψωμένη επάνω στα ερείπια της αριστοκρατίας των φεουδαρχών&lt;/strong&gt; &lt;em&gt;&lt;strong&gt;(«εγώ δεν βλέπω να κερδίζει απολύτως τίποτε ο λαός από μία τέτοια αλλαγή και τακτοποίηση»)&lt;/strong&gt;,&lt;/em&gt; αντιπροτείνοντας μόνον την εγκαθίδρυση της απόλυτης ισονομίας όλων των τάξεων και όλων των πολιτών.&lt;br /&gt;Μετά την &lt;strong&gt;δολοφονία του Μαρά&lt;/strong&gt; τον Ιούνιο του 1793 και όντας ήδη ο αρχηγός όχι μόνο των Ιακωβίνων αλλά και της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης, ο Ροβεσπιέρος, που είχε ανάμεσα σε άλλα και το όνειρο να φτιάξει ένα κοινοβούλιο με θέσεις για &lt;strong&gt;10.000 θεατές&lt;/strong&gt;, ώστε οι συνελεύσεις να μορφώνουν πολιτικά τους πολίτες, οργάνωσε μαζί με τους &lt;strong&gt;Σαιν Ζυστ&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Κουτόν&lt;/strong&gt; την επαναστατική κυβέρνηση αποκλειστικά γύρω από την &lt;strong&gt;Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας&lt;/strong&gt;, την &lt;strong&gt;Κομμούνα&lt;/strong&gt; και τα επαναστατικά όργανα του λαού του Παρισιού. Δίχως την παραμικρή στρατιωτική στήριξη, υποχρεωμένη να επαφίεται μόνο στην εγνωσμένη δειλία των αρκετών πολιτικών της αντιπάλων στην Εθνοσυνέλευση και βεβαίως περικυκλωμένη από πάμπολλους εχθρούς και συνωμότες, με τα μέλη της να μην τολμούν στο τέλος να κοιμηθούν στα σπίτια τους ή να προσέλθουν στις συνελεύσεις, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας αναγκάστηκε να επιβάλει επί 9 μήνες, από τον Οκτώβριο του 1793 έως τον Ιούλιο του 1794, μία επαναστατική δικτατορία, τον λεγόμενο &lt;strong&gt;«Τρόμο»&lt;/strong&gt; («La Τerreur», που ουσιαστικά σήμαινε όχι «Τρομοκρατία», όπως από άγνοια ή από κακοήθεια μεταφράζεται επί λέξει, αλλά αμείλικτη εφαρμογή της Δικαιοσύνης κατά τα λόγια του ίδιου του Ροβεσπιέρου: &lt;em&gt;«La Τerreur n' est autre chose que la justice prompte, s?v?re, inflexible&lt;/em&gt;»), για να σώσει από την μία την Δημοκρατία από στρατιωτική πανωλεθρία και να την φέρει από την άλλη στην ασφαλή και οριστική πραγμάτωσή της. Στην διάρκεια του λεγόμενου «Τρόμου», η Επιτροπή καρατόμησε πάμπολλους αντεπαναστάτες αλλά και πολιτικούς αντιπάλους της, εξτρεμιστές όσο και συμβιβασμένους πρώην συναγωνιστές της και ψήφισε λίγο πριν το τέλος της έναν «συνοπτικό» νόμο, ο οποίος επέτρεπε να εκτελούνται οι ύποπτοι δίχως να προηγηθεί δίκη, ενώ, από ένα σημείο και μετά, υποχρεώθηκε σε επιχειρήσεις ελέγχου της Κομμούνας και των άλλων λαϊκών οργάνων. &lt;em&gt;«Για τον ίδιον τον Ροβεσπιέρο όσο και για την Ιστορία»&lt;/em&gt;, γράφει ο &lt;strong&gt;Ε. Χόμπσμπαουμ&lt;/strong&gt; (E. J. Hobsbawm) στο βιβλίο του «Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789 - 1848» (σελ. 100), &lt;em&gt;«η Δημοκρατία των Ιακωβίνων δεν ήταν ένα επινόημα για να κερδίζονται οι πόλεμοι, αλλά ένα ιδεώδες: η τρομερή και ένδοξη βασιλεία της Δικαιοσύνης και της Αρετής, όπου όλοι οι καλοί πολίτες ήσαν ίσοι στα μάτια του έθνους και ο λαός συνέτριβε τους προδότες»&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;Η περίοδος της κυριαρχίας του Ροβεσπιέρου απετέλεσε &lt;strong&gt;τον θρίαμβο της Άτεγκτης Δικαιοσύνης και της Αρετής&lt;/strong&gt; &lt;em&gt;«δίχως την οποία ο Τρόμος είναι ολέθριος»&lt;/em&gt; στον ίδιο βαθμό που &lt;em&gt;«η Αρετή δίχως τον Τρομο είναι ανίσχυρη».&lt;/em&gt; Όπως τονίζει ο Μινιέ, η φαινομενικά «ωμή» αλλά στην ουσία πέρα για πέρα αναγκαία τακτική του &lt;em&gt;(«όποιος περιμένει πάρα πολλά από τους ανθρώπους, είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένος να σκοτώσει αρκετούς»),&lt;/em&gt; απέβλεπε στο να εγκαθιδρύσει την κυριαρχία μίας &lt;strong&gt;«Αιώνιας Δικαιοσύνης»&lt;/strong&gt; στις κοινωνίες των ανθρώπων, σε έμπρακτη εφαρμογή των έως τότε θεωρητικών μόνο διατυπώσεων των αρχαίων φιλοσόφων και των ευρωπαίων Διαφωτιστών. Ο Ροβεσπιέρος είχε ιδιαίτερη απέχθεια για εκείνους που αποκαλούσε &lt;strong&gt;«fripons»&lt;/strong&gt;, δηλαδή τους έμπειρους, πανούργους αλλά και αμείλικτους παλιανθρώπους, τους οποίους θεωρούσε &lt;em&gt;&lt;strong&gt;«τα κατ' εξοχήν αντιπολιτικά, απολιτικά ή μη-πολιτικά ζώα, τρωκτικά που έχουν το κεφάλι βυθισμένο σε μια γούρνα με λεφτά και τρώνε, τρώνε, τρώνε και σταματημό δεν έχουν»&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt; (όπως επιτυχημένα περιγράφει ο καθηγητής Γερ. Βώκος σε ένα εξαίρετο άρθρο του με τίτλο «Ο Ροβεσπιέρος και η πολιτική αρετή»). Για εκείνον, &lt;em&gt;«η Αρετή ως ήθος, τόλμη και σταθερή συμπεριφορά στην υπηρεσία της Ελευθερίας είναι το αντίδοτο στην απάτη. Ετσι ορισμένη, η Αρετή δεν αποτελεί ούτε προσωπικό ούτε ψυχολογικό ούτε ηθικολογικό γνώρισμα. Στα μάτια του Ροβεσπιέρου η Αρετή έχει βαθιά πολιτικό και δημοκρατικό χαρακτήρα».&lt;/em&gt; Οι αντεπαναστάτες και οι έκτοτε ομοϊδεάτες τους, μίλησαν φυσικά και εξακολουθούν να κάνουν λόγο για &lt;strong&gt;«Βασιλεία της Τρομοκρατίας»&lt;/strong&gt; (διαστρέφοντας όπως προείπαμε το πραγματικό νόημα του όρου «La Τerreur» εκείνης της εποχής), όταν περιγράφουν την εποποιία εκείνης της 9μηνης επαναστατικής διακυβέρνησης, μη έχοντας ωστόσο πειστική απάντηση να δώσουν ούτε στην ερώτηση τι θα έπρεπε κατά την γνώμη τους να πράξει η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας εν μέσω αλλεπάλληλων και από παντού επιθέσεων, ούτε στην ακόμα πιο αδυσώπητη ερώτηση εάν τελικά δικαιολογεί ο αριθμός των θυμάτων έναν τόσο βαρύγδουπα αρνητικό (έστω και εξ εσκεμμένης παρερμηνείας!) χαρακτηρισμό: από τον Σεπτέμβριο του 1793 έως τον Φεβρουάριο του 1794 είχαν καρατομηθεί εν μέσω πολύ άγριων καιρών μόνον &lt;strong&gt;238 άνδρες&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;31 γυναίκες&lt;/strong&gt;, την ίδια ώρα που είχαν δικαστεί αλλά αθωωθεί περίπου 200 άτομα, ο δε τελικός συνολικός 9μηνος απολογισμός δεν ξεπέρασε τελικά όσους θανάτωναν οι διάφορες παρατάξεις του Χριστιανισμού στους αιώνες της παντοδυναμίας του, κατά την διάρκεια μίας και μόνον ημέρας.&lt;br /&gt;Από την πρώτη κιόλας έκδοση του βιβλίου «Mαρά – Σαιν Zυστ – Pοβεσπιέρος. Κείμενα» (Αθήνα, 1989), το οποίο πρόκειται να επανεκδοθεί και άρα ευτυχώς να επανεπικαιροποιηθεί από τον μεταφραστή &lt;strong&gt;Μάριο Βερέττα&lt;/strong&gt;, ο τελευταίος είχε πολύ σωστά τονίσει: &lt;em&gt;«ο σύγχρονος προοδευτικός αναγνώστης, που προσεγγίζει την ιστορία της Γαλλικής Eπανάστασης από τις τρέχουσες ιστορικές εκδόσεις, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να προσέξει ιδιαίτερα ένα σημείο. H αστική ιστοριογραφία συνηθίζει να μιλάει, όπως διαπίστωσα, με τα μελανότερα χρώματα για τον τέταρτο χρόνο της Γαλλικής Eπανάστασης και συγκεκριμένα για το διάστημα Αύγουστος 1793 - Iούλιος 1794. H τάση της αυτή δεν είναι καθόλου αθώα. Oι ιστορικές συγκυρίες και οι κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις το θέλησαν έτσι ώστε στο διάστημα αυτό η Γαλλία να ζήσει την εμπειρία μιας επαναστατικής διακυβέρνησης. Eνάντια στον "δεσποτισμό των βασιλιάδων", ο δολοφονημένος από τις δυνάμεις της αντίδρασης Zαν - Πωλ Mαρά είχε προτείνει τον "δεσποτισμό της Λευτεριάς", πράγμα που προσπάθησε με χίλιους αγώνες να υλοποιήσει η "Mεγάλη" Eπιτροπή Δημόσιας Σωτηρίας, κάτω από την καθοδήγηση του "αδιάφθορου" Pοβεσπιέρου και του φλογερού Σαιν Zυστ. Kατά την περίοδο αυτήν έπεσαν βέβαια αρκετά κεφάλια αντεπαναστατών, αλλά ο λαός χόρτασε ψωμί, όπως αποδεικνύουν οι σχετικές αναφορές και μαρτυρίες, οι καταχρήσεις περιορίστηκαν, ο πληθωρισμός σταμάτησε και στα μέτωπα του πολέμου σημειώθηκαν οι πρώτες επιτυχίες. Δυστυχώς, η περίοδος αυτή έληξε σύντομα, και την πλήρωσαν οικτρά τόσο οι πρωταγωνιστές της όσο και οι εξαθλιωμένες λαϊκές μάζες. Aλλά η λάμψη της παραμένει! Γι' αυτόν το λόγο απαιτεί και την προσοχή μας, επειδή η κατασυκοφάντησή της συνεχίζεται και σήμερα».&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Ο ίδιος πάντως ο Ροβεσπιέρος (που &lt;em&gt;«δίχως αμφιβολία ο ίδιος δεν έβλεπε με ικανοποίηση τα σκληρά μέτρα και τους ατελείωτους αποκεφαλισμούς»,&lt;/em&gt; όπως τονίζει ο Μινιέ, σελ. 339), στην ομιλία του της 5ης Φεβρουαρίου 1794 προς την Συντακτική, θα εξηγήσει με πλήρη λογικότητα την αναγκαία καταφυγή – εγκλωβισμό της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας στην βία κατά των αντεπαναστατών και των προδοτών: &lt;em&gt;«Επιείκεια για τους μοναρχικούς, φωνάζουν κάποιοι, έλεος για τους εγκληματίες! Όχι! Έλεος υπάρχει για τους αθώους, υπάρχει για τους αδύναμους, υπάρχει για τους άτυχους, υπάρχει για την ανθρωπότητα. Η κοινωνία χρωστάει ασφάλεια μόνον στους σωστούς πολίτες, και τέτοιοι στην Δημοκρατία είναι μόνον οι δημοκρατικοί. Για την Δημοκρατία, οι μοναρχικοί και οι συνωμότες δεν είναι παρά ξένοι προς αυτήν, ή, σωστότερα, εχθροί της. Δεν είναι ο σκληρός αγώνας της Ελευθερίας κατά της τυραννίας συγκεκριμένος και αδιαίρετος; Δεν είναι οι ανάμεσά μας εχθροί σύμμαχοι όλων εκείνων των άλλων που επιτίθενται απέξω; Οι δολοφόνοι που διαλύουν την χώρα μας, οι συνομωσίες που εξαγοράζουν συνειδήσεις για να ακυρώσουν τις λαϊκές επιταγές, οι προδότες που τις πουλάνε, οι μισθοφόροι συντάκτες προκηρύξεων που στοχεύουν στο να εξευτελίσουν την λαϊκή υπόθεση, να σκοτώσουν την δημόσια αρετή, να υποδαυλίσουν την πυρά της ανταρσίας και να προετοιμάσουν την πολιτική αντεπανάσταση μέσα από την ηθική αντεπανάσταση, είναι άραγε λιγότερο ένοχοι ή λιγότερο επικίνδυνοι από τους τυράννους τους οποίους υπηρετούν;». &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Όπως τονίζει η Σκαρ (σελ. 349), με εξαίρεση την &lt;strong&gt;ομιλία του της 8ης Θερμιδόρ&lt;/strong&gt; που έχει διασωθεί στο χειρόγραφο πρωτότυπό της, οι υπόλοιποι πολιτικοί λόγοι του Ροβεσπιέρου, που έχουν συγκεντρωθεί στους 10 τόμους του «Oeuvres complites» (1910 - 1967) της παρισινής &lt;strong&gt;«Εταιρείας Ροβεσπιερικών Σπουδών»&lt;/strong&gt; του Albert Mathiez (1874–1932), έχουν διασωθεί μέσα από τις εφημερίδες της εποχής, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται εκεί κάποιες αλλοιώσεις. Την ημέρα που τον συνέλαβαν, η αγαπημένη του &lt;strong&gt;Ελεωνόρα Ντυπλαί&lt;/strong&gt; (την οποία οι φήμες ήθελαν να έχει παντρευτεί μυστικά τον Ροβεσπιέρο με πολιτικό μάρτυρα τον Σαιν Ζυστ, γι’ αυτό και την αποκαλούσαν αργότερα «χήρα Ροβεσπιέρου», βλ. Proyart, σελ. 208 - 209) έκρυψε τα περισσότερα από τα χειρόγραφά του, τα οποία όμως πολύ αργότερα, το έτος 1815, τα έκαψε ένα φοβικό μέλος της οικογένειας προληπτικά, προς… αποφυγή μπελάδων. Ένα τμήμα πάντως των πολυάριθμων χειρογράφων του έπεσε στα χέρια των Θερμιδοριανών και παραδόθηκαν στον E. B. Courtois για να τα εξετάσει και να κάνει σχετική αναφορά στην Συμβατική, πράγμα που και έκανε το 1795, αποκρύπτοντας ωστόσο αρκετά αποσπάσματα, τα οποία δημοσιεύθηκαν πολύ αργότερα στο 3τομο «Papiers in?dits trouv?s chez Robespierre, Saint Just, Payan, etc supprim?s ou omis par Courtois» (Paris, 1828).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσπαθώντας τον Απρίλιο του 1794 να αποδυναμώσει τις προχωρημένες προτάσεις των εξτρεμιστών αθέων για μετωπική σύγκρουση με την &lt;strong&gt;«Θρησκεία των καταπιεστών»&lt;/strong&gt; (δηλαδή με τον &lt;strong&gt;Χριστιανισμό&lt;/strong&gt;) και για διάδοση του Αθεϊσμού μέσα από μία έλλογη &lt;strong&gt;Θρησκεία του Ορθού Λόγου&lt;/strong&gt; («Λατρεία της Λογικής»), καθώς και μέσα από την διοργάνωση τελετών προς τιμή της &lt;strong&gt;Ελευθερίας&lt;/strong&gt;, της &lt;strong&gt;Αλήθειας&lt;/strong&gt; και της &lt;strong&gt;Αρετής&lt;/strong&gt;, που προκαλούσαν τις εντός και εκτός Γαλλίας αντιδραστικές χριστιανικές δυνάμεις, ο Ροβεσπιέρος, &lt;em&gt;«έχοντας την ευλογία ή την κατάρα να βλέπει μπροστά» όπως επιτυχημένα το έγραψε η Μαντέλ, καθιέρωσε ως επίσημη πολιτειακή λατρεία την «Λατρεία του Υπερτάτου Όντος»&lt;/em&gt; («Culte de l’ Etre Supreme»), η οποία μπορούσε πλέον να συμπλέει με τον «ντεϊσμό» του &lt;strong&gt;Ρουσώ&lt;/strong&gt; και των &lt;strong&gt;«Εγκυκλοπαιδιστών»&lt;/strong&gt;, που κυριαρχούσε στους μη αθεϊστικούς κύκλους των επαναστατών. Η νέα αυτή λατρεία, δεν ήλθε βεβαίως ευκαιριακά, μόνο για να αποδυναμώσει την &lt;strong&gt;«Λατρεία της Λογικής»&lt;/strong&gt; των ακροαριστερών, αφού η ιδεολογική βάση του Ροβεσπιέρου δεν υπήρξε πρωτίστως πολιτική, όπως νομίζουν οι περισσότεροι, αλλά κατά κύριο λόγο φιλοσοφικο-θρησκευτική. Εξελίσσοντας την Θρησκεία των Εγκυκλοπαιδιστών, ο Ροβεσπιέρος θεωρούσε ότι η θεότητα, το &lt;strong&gt;Αιώνιο Ον&lt;/strong&gt;, επιθυμούσε την τελική εγκαθίδρυση στην ανθρωπότητα μίας βασιλείας της Αρετής, για την οποία προίκιζε συγκεκριμένους ανθρώπους ως απεσταλμένους αγωνιστές και εργάτες της: &lt;em&gt;«Γάλλοι, πολεμάτε ενάντια σε βασιλιάδες, άρα είστε άξιοι να τιμήσετε την Θεότητα, το Ον των Όντων, τον Σχεδιαστή της Φύσης… Στις καρδιές μας συνυπάρχουν από την μία το μίσος για την ψεύτικη πίστη και την τυραννία και από την άλλη η αγάπη για την δικαιοσύνη και την πατρίδα. Το αίμα μας ρέει στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Η Θεότητα θα εισακούσει τις προσευχές μας, θα κάνει δεκτές τις θυσίες μας, θα ανταποκριθεί στην λατρεία μας!».&lt;/em&gt; Μη μπαίνοντας ποτέ στον κόπο να εξετάσουν την κοσμοαντίληψή του, την οποία κατόρθωσε να περάσει στους στενούς συνεργάτες του και την μετέτρεπε σε πράξη με τόσο θεαματικά αποτελέσματα, οι κριτές και επικριτές του απορούν για την καθολική επικράτηση του Ροβεσπιέρου σε όλες τις επαναστατικές διεργασίες των ετών 1793 και 1794 &lt;em&gt;(«δεν έχουμε στην πραγματικότητα καμμία παραδεκτή εξήγηση πώς ο δικτάτορας απέκτησε τόση επιβολή»,&lt;/em&gt; γράφει ο Λε Μπον και πιθανολογεί αορίστως &lt;em&gt;«την ύπαρξη ίσως σε αυτόν ενός είδους προσωπικής γοητείας, που μας διαφεύγει σήμερα»&lt;/em&gt; (sic), ο δε συναγωνιστής του αλλά από ένα σημείο και μετά φανατικός εχθρός του &lt;strong&gt;Μπιγιό Βαρέν&lt;/strong&gt; είχε σημειώσει: &lt;em&gt;«αυτό που βλέπουμε είναι ένας δικηγορίσκος, πριν από όλα άνθρωπος των γραμμάτων, ένας τίμιος και αυστηρός άνθρωπος, αλλά με όψη χωρίς ιδιαιτερότητα, με ένα άχρωμο ταλέντο, ο οποίος ένα πρωϊ βρίσκεται ανυψωμένος, παρασυρμένος από δεν ξέρω ποιον σίφουνα…»&lt;/em&gt;).&lt;br /&gt;Το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τον Ροβεσπιέρο, τον οποίο σωστά απεκάλεσε ο E. Hamel &lt;em&gt;«έναν από τους πιο μεγάλους ανθρώπους που μόχθησαν για το Αγαθό επάνω στην γη»&lt;/em&gt; (τόμος 3, σελ. 807), ήταν &lt;strong&gt;η διπλή «αφέλειά» του να θεωρεί εφικτή την ηθικοποίηση του συνόλου των ανθρώπων&lt;/strong&gt;, αντικαθιστώντας τα αμέτρητα προσωπικά ελαττώματα με μερικές μετρημένες στο χέρι πολιτικές και κοινωνικές αρετές και να αποδεχθεί τον ρόλο – παγίδα, που ο ανεύθυνος λαός τού είχε με το ζόρι επιβάλει, δηλαδή τον ρόλο εκείνου που ενσαρκώνει την Επανάσταση για να θανατωθεί μαζί της. Υπέβαλε συνέχεια τον εαυτό του στον ψυχικό πόνο να υπογράφει αναγκαίες θανατικές καταδίκες με την ελπίδα να λήξει το συντομότερο η μακρά αιματοχυσία, ονειρευόταν (όπως ο ίδιος είχε εξομολογηθεί στον &lt;strong&gt;Νταβίντ&lt;/strong&gt;, λίγο πριν ανατραπεί) την ίδρυση κοινωφελών ιδρυμάτων και την δια νόμου κατάργηση της θανατικής πηγής (Μινιέ, σελ. 341) και το μόνο που εισέπραξε τελικά από εκείνους για τους οποίους αγωνιζόταν ήταν η συκοφαντία, η συνωμοσία, η προδοσία και ο θάνατος. Λίγα μόλις βήματα πριν την κατάκτηση της δυνατότητας &lt;em&gt;«η ηθική ν’ αντικαταστήσει τον εγωϊσμό, οι αξίες να πάρουν την θέση των συνηθειών, το καθήκον την θέση της απόλαυσης, η αγάπη για την δόξα την θέση της αγάπης για τον πλούτο»,&lt;/em&gt; η φονική αχρειότητα, την οποία είχε την αφέλεια να νομίζει ότι μπορεί να κατανικήσει με μόνο όπλο του την καθαρότητα της Αρετής, κατόρθωσε να του κόψει αποφασιστικά και απότομα τον δρόμο, στις 9 του ζεστού μήνα Θερμιδόρ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αμέσως μετά την πτώση του Ροβεσπιέρου, πάμπολλοι αντεπαναστάτες αλλά και πρώην ομοϊδεάτες του βγήκαν εκ του ασφαλούς να μαγαρίσουν την μνήμη εκείνου που έτρεμαν μπροστά του, όταν ζούσε &lt;em&gt;(«όπως και ο Καλιγούλας, δεν θα αργούσε να απαιτήσει να λατρέψει ο γαλλικός λαός το άλογό του»,&lt;/em&gt; κατέθεσε κάποιος από αυτούς τους αχρείους), όπως μαγάρισε και ο κινητοποιημένος από τους συνωμότες όχλος το φτωχικό σπίτι όπου κατοικούσε, χύνοντας κουβάδες αγελαδινού αίματος στην πρόσοψή του. Παρά την δηλωμένη εχθρότητά του για τον Ροβεσπιέρο (τον αποκαλεί &lt;em&gt;«χλωμό, δηλητηριώδη και μέτριο»&lt;/em&gt;), αλλά και για την ίδια την Γαλλική Επανάσταση, ο συγγραφέας Γουσταύος Λε Μπον θα γράψει το 1908: &lt;em&gt;«Τίποτε δεν είναι τρομερότερο από τους ανθρώπους που φοβούνταν και τώρα πια δεν φοβούνται. Οι Πεδινοί εκδικήθηκαν το ότι είχαν τρομοκρατηθεί από τους Ορεινούς, τρομοκρατώντας τους με την σειρά τους. Από την άλλη, η δουλικότητα των πρώην συντρόφων του Ροβεσπιέρου προς την Εθνοσυνέλευση δεν οφείλετο καθόλου σε αισθήματα συμπάθειας προς αυτήν. Ο Ροβεσπιέρος τούς ενέπνεε έναν αξεπέραστο φόβο, αλλά πίσω από τα άφθονα δείγματα θαυμασμού και ενθουσιασμού που του έδιναν εξαιτίας αυτού ακριβώς του φόβου κρυβόταν ένα βαθύ μίσος. Το αντιλαμβανόμαστε διαβάζοντας τις αναφορές που καταχωρήθηκαν μετά τον θάνατό του στον Μηνύτορα της 11ης, 15ης και 29ης Αυγούστου 1794… Ποτέ σκλάβοι δεν έβρισαν περισσότερο τον κύριό τους μετά την πτώση του».&lt;/em&gt; Διεισδυτική πάντως αναλύτριά του αποδείχθηκε η προαναφερθείσα Μαντέλ, αν και εν τάχει, όταν ρώτησε και απάντησε η ίδια σχετικά με αυτόν στο «London Review of Books» (τόμος 28, νο 8, 20 Απριλίου 2006): &lt;em&gt;«Γιατί άραγε η καθαρότητά του αποδείχθηκε θανάσιμη; Γιατί έδειχνε να είναι μια καθαρότητα απόλυτη. Κανείς δεν μπορούσε να τον εξαγοράσει. Κανείς δεν μπορούσε να τον εντυπωσιάσει. Κανείς δεν μπορούσε να τον τρομάξει. Και κανείς δεν μπορούσε να τον διεκδικήσει». &lt;/em&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-5989013553497779140?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/5989013553497779140/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/maximilien-francois-marie-isidore-de.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/5989013553497779140'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/5989013553497779140'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/maximilien-francois-marie-isidore-de.html' title='Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος (Maximilien Francois Marie Isidore de Robespierre, 6 Μαϊου 1758 – 28 Ιουλίου 1794)'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/Stpucs3NEbI/AAAAAAAAAjM/kpXfJEw2oY4/s72-c/225px-Robespierre.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-7305012950664125138</id><published>2009-10-18T03:40:00.003+03:00</published><updated>2009-11-01T00:07:20.567+02:00</updated><title type='text'>Αντουάν - Μαρί Μπερτράν (Antoine - Marie Bertrand, Lyons, 1754  - Paris, 10 Οκτωβρίου 1796).</title><content type='html'>&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpmmqZptMI/AAAAAAAAAjE/pFJ1VC3h3JA/s1600-h/skoufos.bmp"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 211px; FLOAT: left; HEIGHT: 256px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5393736318132532418" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpmmqZptMI/AAAAAAAAAjE/pFJ1VC3h3JA/s320/skoufos.bmp" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;strong&gt;Αντουάν - Μαρί Μπερτράν&lt;/strong&gt; (Antoine - Marie Bertrand, Lyons, 1754 - Paris, 10 Οκτωβρίου 1796). Ιακωβίνος Γάλλος επαναστάτης, δημοκρατικός «ροβεσπιεριστής» δήμαρχος της Λυών και αργότερα μάρτυρας της ελευθερίας έπειτα από την καταστολή της «συνωμοσίας της Γκρενέλ».&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(99)(CE)(91)(CE)(9A)(CE)(A9)(CE)(92)(CE)(99)(CE)(9D)(CE)(9F)(CE)(A3)_(CE)(A3)(CE)(A4)(CE)(97)(CE)(9D)_(CE)(9B)(CE)(A5)(CE)(A"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΙΑΚΩΒΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΛΥΩΝ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Γεννήθηκε στην Λυών από πλούσιο αστό έμπορο πατέρα και έλαβε καλή μόρφωση. Λίγο πριν το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης εντάχθηκε στους δημοκρατικούς κύκλους της Λυών, που αργότερα ίδρυσαν την ιακωβίνικη οργάνωση &lt;strong&gt;«Λαϊκή Εταιρεία»&lt;/strong&gt;, στους κόλπους της οποίας έδρασαν από το 1792 οι επαναστάτες που συσπειρώνονταν γύρω από τον δημεγέρτη &lt;strong&gt;Μαρί Ζοζέφ Σαλιέ&lt;/strong&gt; (Marie Joseph Chalier, 1747 – 1793).&lt;br /&gt;Θαυμαστής του ηγέτη των &lt;strong&gt;«Αβράκωτων»&lt;/strong&gt; του Παρισιού επαναστάτη ιατρού και δημοσιογράφου &lt;strong&gt;Ζαν - Πωλ Μαρά&lt;/strong&gt; (Jean - Paul Marat, 1743 – 1793), ο Μπερτράν υιοθέτησε τα συνθήματα του Σαλιέ και ως μέλος της πολιτικής παράταξης του τελευταίου εκλέχθηκε αρχικά στρατηγός της Εθνοφρουράς και εν συνεχεία, στις 18 Νοεμβρίου 1792 δημοτικός επίτροπος από τους έχοντες την πλειοψηφία στο δημοτικό συμβούλιο οπαδούς του Σαλιέ.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A0)(CE)(A1)(CE)(A9)(CE)(A4)(CE)(97)_(CE)(94)(CE)(97)(CE)(9C)(CE)(91)(CE)(A1)(CE)(A7)(CE)(99)(CE)(91)_(28)8_(CE)(9C)(CE)(91)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΑΡΧΙΑ (8 ΜΑΡΤΙΟΥ – 30 ΜΑΪΟΥ 1793)&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Όταν τον Μάρτιο του 1793 παραιτήθηκε ο «Γιρονδίνος» δήμαρχος &lt;strong&gt;Αντουάν Νιβιέρ – Σολ&lt;/strong&gt; (Antoine Nivière – Chol, 1744 – 1817 και διαφάνηκε η τοποθέτηση ενός φιλομοναρχικού στην θέση του, οι εντεταλμένοι αντιπρόσωποι της «Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης» &lt;strong&gt;Rovère, Legendre&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Basire&lt;/strong&gt; ανακήρυξαν στις 8 Μαρτίου δήμαρχο τον Μπερτράν. Δύο μήνες αργότερα, οι Μπερτράν και Σαλιέ ζήτησαν, με επιστολή του δεύτερου προς την «Συμβατική Εθνοσυνέλευση» του Παρισιού, την ίδρυση και στην Λυών ενός «Επαναστατικού Δικαστηρίου», καθώς και ενός τοπικού επαναστατικού στρατού που να συντηρείται από την έκτακτη («taxe force») φορολόγηση των πλουσίων, όμως λίγες ημέρες μετά, στις 29 Μαϊου 1793 οι μοναρχικοί και οι «Γιρονδίνοι» της πόλης στασίασαν ένοπλα και, μετά από οδομαχίες που κατέληξαν σε περίπου 50 νεκρούς και 120 τραυματίες, κατέλαβαν το δημαρχείο και μετά ολόκληρη την πόλη της Λυών στις 30 Μαϊου.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(A3)(CE)(A4)(CE)(99)(CE)(A3)_(CE)(A6)(CE)(A5)(CE)(9B)(CE)(91)(CE)(9A)(CE)(95)(CE)(A3)_(CE)(A4)(CE)(A9)(CE)(9D)_(CE)(91)(CE)("&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΩΝ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Οι Σαλιέ και Μπερτράν συνελήφθησαν πρώτοι (με ένταλμα που υπέγραψε ο δικαστής &lt;strong&gt;Αμπέρ&lt;/strong&gt;, Jean - Jacques Ampère, πατέρας του γνωστού φυσικομαθηματικού Αντρέ – Μαρί Αμπέρ, André - Marie Ampère, 1775 - 1836), δάρθηκαν, διαπομπεύτηκαν δεμένοι και κλείστηκαν στις φυλακές με δεκάδες άλλους «Ιακωβίνους» και «Αβράκωτους», ανάμεσα στους οποίους ήσαν όλα τα μέλη του «Δικαστηρίου της περιφέρειας Λυών» («Tribunal de District de la ville de Lyon-Dodieu» και συγκεκριμένα οι Gaillard, Bussat, Fernex, Dubessey και Hidins), ο συντονιστής της τοπικής «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» Achard, οι «Ιακωβίνοι» πρώην αριστοκράτες &lt;strong&gt;Roullot&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Sautemouch&lt;/strong&gt; και ο δημοτικός επίτροπος &lt;strong&gt;Riard de Beauvernois&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΑΡΧΙΑ (10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1793 – 28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1794)&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Στην θέση του Μπερτράν οι στασιαστές τοποθέτησαν τον ομοϊδεάτη τους &lt;strong&gt;Jean Jacques Coindre&lt;/strong&gt; (1748 – 1793). Όταν τελικά στις 9 Οκτωβρίου η Λυών έπεσε στα χέρια των δημοκρατών, όσοι δημοκρατικοί βρίσκονταν στις φυλακές και δεν είχαν εκτελεστεί όπως ο Σαλιέ, απελευθερώθηκαν. Δύο μόλις ημέρες από την απελευθέρωσή του, ο Μπερτράν ανέλαβε ξανά την δημαρχία, την οποία κράτησε σε όλη την διάρκεια της «ροβεσπιερικής» παντοδυναμίας.&lt;br /&gt;Όταν όμως έπεσε ο Ροβεσπιέρος στις 28 Ιουλίου 1794, από τους οπαδούς του άλλοι καρατομήθηκαν και άλλοι κλείστηκαν στις φυλακές. Ο Μπερτράν, εναντίον του οποίου οι «θερμιδωριανοί» δεν είχαν κάποια σαφή κατηγορία, απλώς υποχρεώθηκε σε παραίτηση, πράγμα που έπραξε στις 28 Αυγούστου και έναν μήνα αργότερα έφυγε για το Παρίσι, ελπίζοντας, μάταια βεβαίως, ότι θα μπορούσε να επηρεάσει διάφορους βουλευτές για μια πιο ανθρώπινη αντιμετώπιση των συμπολιτών του κρατούμενων επαναστατών.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(97)_(C2)(AB)(CE)(A3)(CE)(A5)(CE)(9D)(CE)(A9)(CE)(9C)(CE)(9F)(CE)(A3)(CE)(99)(CE)(91)_(CE)(A4)(CE)(97)(CE)(A3)_(CE)(93)(CE)("&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η «ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΗΣ ΓΚΡΕΝΕΛ»&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μέχρι και το 1796 παρέμεινε στο Παρίσι. Στα τέλη του 1795 προσχώρησε στην φιλο-ιακωβινική οργάνωση &lt;strong&gt;«Λέσχη του Πανθέου»&lt;/strong&gt; («Societe du Pantheon») του Ιταλού επαναστάτη και «ροβεσπιεριστή» &lt;strong&gt;Φίλιππου Μπουοναρόττι&lt;/strong&gt; (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti ή Buonarroti, 1761 - 1837) και έζησε από κοντά τα γεγονότα της σύλληψης του Γράκχου Μπαμπέφ και των συντρόφων του της &lt;strong&gt;«Συνωμοσίας των Ίσων»&lt;/strong&gt; (στις 10 Μαϊου 1796 ή 21 Φλορεάλ του έτους 4) και της μεταφοράς τους στα τέλη Αυγούστου στις φυλακές της επαρχιακής πόλης Βαντόμ (Vendome) ως μέτρο ασφαλείας έπειτα από την αποτυχημένη απόπειρα των παρισινών «Ιακωβίνων» να εξεγείρουν τον λαό και να απελευθερώσουν τους κρατούμενους στις 26 Μαϊου 1796 (9η Πραιριάλ του έτους 4).&lt;br /&gt;Στις 9 Σεπτεμβρίου ο Μπερτράν συμμετείχε σε μία νέα απόπειρα των «Ιακωβίνων» να προκαλέσουν λαϊκή εξέγερση και να παρασύρουν μαζί τους το σώμα στρατού που έδρευε στο στρατόπεδο της Γκρενέλ (Grenelle). Όμως τα σχέδιά τους είχαν προδοθεί από χαφιέδες, με αποτέλεσμα πάνω από 100 εξεγερμένοι να πέσουν έξω από τις πύλες του στρατοπέδου κάτω από τα πυρά του ταγματάρχη &lt;strong&gt;Μαρλό &lt;/strong&gt;(Marlo) και περισσότεροι από 800 να συλληφθούν και να καταλήξουν στις φυλακές. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο Μπερτράν, που είχε πιαστεί σε ένα αστυνομικό μπλόκο μαζί με τον λυωνέζο ζωγράφο &lt;strong&gt;Philippe - Auguste Hennequin&lt;/strong&gt; (1762 – 1833) και τον Jean - Francois Baby, πρώην αστυνομικό διοικητή του «Επαναστατικού Στρατού της Αριέγης («L' armée révolutionnaire de l' Ariège»). Η ιακωβίνικη απόπειρα της Γκρενέλ ήταν εκείνο που ο Έρνεστ Μπαξ (1911) περιέγραψε ως &lt;em&gt;«το τελευταίο επεισόδιο της Γαλλικής Επανάστασης».&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(94)(CE)(99)(CE)(9A)(CE)(97)_(CE)(9A)(CE)(91)(CE)(99)_(CE)(95)(CE)(9A)(CE)(A4)(CE)(95)(CE)(9B)(CE)(95)(CE)(A3)(CE)(97)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Οι δίκες έγιναν από έκτακτα στρατοδικεία στις αρχές του Οκτωβρίου 1796. Εκατοντάδες καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις και εξορία, ενώ 32 επαναστάτες καταδικάστηκαν αμετάκλητα σε θάνατο και τουφεκίστηκαν τα ξημερώματα της 10ης Οκτωβρίου έξω από το στρατόπεδο της Γκρενέλ. Ανάμεσά τους ήταν και ο Μπερτράν, που, φωνάζοντας &lt;em&gt;«Ζήτω η Δημοκρατία!»&lt;/em&gt;, έπεσε κάτω από τα πυρά του στρατιωτικού αποσπάσματος σε ηλικία 42 ετών.&lt;br /&gt;&lt;a class="knol-anchor-headings" name="(CE)(92)(CE)(99)(CE)(92)(CE)(9B)(CE)(99)(CE)(9F)(CE)(93)(CE)(A1)(CE)(91)(CE)(A6)(CE)(99)(CE)(91)(3A)"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Ernest B. Bax, «The Last Episode of the French Revolution Being a History of Gracchus Babeuf and the Conspiracy of the Equals», London, 1911&lt;br /&gt;P. Bessand - Massenet, « L'attaque de Grenelle. Les communistes en 1796», εκδόσεις «Librarie Hachette», Paris, 1926&lt;br /&gt;Philippe Buonarroti, «Gracchus Babeuf et le Conspiration des Egaux», Paris, 1830&lt;br /&gt;William D. Edmonds, «Jacobinism and the revolt of Lyon, 1789 – 1793», Oxford, 1990&lt;br /&gt;Paul R. Hanson, «Historical Dictionary of the French Revolution», εκδόσεις «Scarecrow Press», Lanham, MD, 2004&lt;br /&gt;Michael L. Kennedy, «The Jacobin clubs in the French Revolution, 1793-1795», Oxford, 2000&lt;br /&gt;Albert Soboul (ed.), «Dictionnaire historique de la Révolution française», Paris, 1989 &lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-7305012950664125138?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/7305012950664125138/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/antoine-marie-bertrand-lyons-1754-paris.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/7305012950664125138'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/7305012950664125138'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/antoine-marie-bertrand-lyons-1754-paris.html' title='Αντουάν - Μαρί Μπερτράν (Antoine - Marie Bertrand, Lyons, 1754  - Paris, 10 Οκτωβρίου 1796).'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpmmqZptMI/AAAAAAAAAjE/pFJ1VC3h3JA/s72-c/skoufos.bmp' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4702346471103298822.post-4995561975819801350</id><published>2009-10-18T02:32:00.002+03:00</published><updated>2009-11-01T00:08:01.603+02:00</updated><title type='text'>Ιακωβίνοι, «Λέσχη των Ιακωβίνων»</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpZcDmCvjI/AAAAAAAAAik/v3IRJKdYwTA/s1600-h/revolte1.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 200px; FLOAT: left; HEIGHT: 131px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5393721842265669170" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpZcDmCvjI/AAAAAAAAAik/v3IRJKdYwTA/s200/revolte1.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; &lt;em&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Ιακωβίνοι, «Λέσχη των Ιακωβίνων» (Jacobins, «Club des Jacobins») Πολιτική και επαναστατική Λέσχη, η κύρια πολιτική δύναμη πίσω από την Γαλλική Επανάσταση, απολύτως κυρίαρχη κατά την περίοδο της παντοδυναμίας της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» υπό τους Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ και Κουτόν (1793 – 1794).&lt;/span&gt; &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;Από τον &lt;strong&gt;ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.rassias.gr/REVOL025.html"&gt;http://www.rassias.gr/REVOL025.html&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΥ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Η &lt;strong&gt;«Λέσχη των Ιακωβίνων»&lt;/strong&gt; ιδρύθηκε το 1788, λίγο πριν την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης, από τους μετέπειτα αντιδραστικούς πολιτικούς &lt;strong&gt;Λανζινέ&lt;/strong&gt; (Jean - Denis Lanjuinais) και &lt;strong&gt;Λε Σαπελιέ&lt;/strong&gt; (Isaac Rene Guy Le Chapelier) της &lt;strong&gt;«Λέσχης των Βρετόνων»&lt;/strong&gt; («Le Club Breton»), αρχικά με με την ονομασία &lt;strong&gt;«Εταιρεία των Φίλων του Συντάγματος»&lt;/strong&gt; («Societe des Amis de la Constitution seants aux Jacobins a Paris»), με σκοπό να διαδώσει στον λαό τις ριζοσπαστικές κοινωνικές και πολιτικές ιδέες της εποχής.&lt;br /&gt;Η Εταιρεία μετονομάστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1792 σε &lt;strong&gt;«Ιακωβινική Εταιρεία, Φίλοι της Ελευθερίας και της Ισότητας»&lt;/strong&gt; («Societe des Jacobins, Αmis de la Liberte et de l'Egalite») ή επί το συντομότερο &lt;strong&gt;«Λέσχη των Ιακωβίνων»&lt;/strong&gt; (ονομασία που αρχικά χρησιμοποιούσαν περιγελαστικά οι πολιτικοί της εχθροί), από την έδρα όπου αυτή συνεδρίαζε, ένα μοναστήρι δομινικανών μοναχών επί της Rue St Honore του Παρισιού (οι συγκεκριμένοι μοναχοί ονομάζονταν ενίοτε και «ιακωβίνοι» επειδή ο Φίλιππος Αύγουστος τους είχε παλαιότερα αναθέσει την φιλοξενία των προσκυνητών του «Αγίου Ιακώβου της Κομποστέλα»).&lt;br /&gt;Ήδη από τις 8 Φεβρουαρίου 1790 η αρχική Λέσχη διέθετε ένα σαφές και αυστηρό καταστατικό (το οποίο είχε συντάξει κυρίως ο βουλευτής Barnave), το οποίο όριζε τους αξιωματούχους της οργάνωσης (έναν ανά μήνα εκλεγόμενο πρόεδρο, 4 γραμματείς, έναν ταμία και μέλη διαφόρων επιτροπών), προέβλεπε διαγραφές μελών που με πράξη ή λόγο έρχονταν σε αντίθεση με τις αρχές της Λέσχης και περιελάμβανε ανάμεσα στους σκοπούς την προσυζήτηση διαφόρων ζητημάτων προτού τα μέλη που είχαν την βουλευτική ιδιότητα τα έφερναν προς συζήτηση στην Εθνοσυνέλευση, καθώς επίσης (στο άρθρο 7) και την επικοινωνία και συνεργασία με πολιτικούς ομίλους που μοιράζονταν τους ίδιους σκοπούς.&lt;br /&gt;Ακόμα όμως και μετά από την σύνταξη του καταστατικού της, ακόμα και έναν ολόκληρο χρόνο από την πτώση της Βαστίλης, η Λέσχη αρκέστηκε να προσανατολίζεται προς μία συνταγματική μοναρχία (χαρακτηριστικό είναι ότι δεν υπέγραψε καν την έκκληση της 17ης Ιουλίου 1791 για εκθρόνιση του βασιλιά). Ωστόσο, με την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση τόσο των ίδιων των γεγονότων όσο και των στελεχών και απλών μελών της, η Λέσχη κατευθύνθηκε αργά αλλά σταθερά από το καλοκαίρι του 1791 (όταν αποχώρησαν τα συντηρητικά μέλη και ίδρυσαν την δική τους βραχύβια οργάνωση υπό το όνομα «Club des Feuillants») προς την &lt;strong&gt;επαναστατική Δημοκρατία&lt;/strong&gt; και έπαιξε τον πρώτο ρόλο στα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι την πτώση και καρατόμηση του &lt;strong&gt;Ροβεσπιέρου&lt;/strong&gt; και των οπαδών του: οι Ιακωβίνοι επάνδρωσαν με πολλά στελέχη τους την Εθνοσυνέλευση, σχεδίασαν και εφάρμοσαν πολλές κοινωνικές αλλαγές, πρωτοστάτησαν στην καταδίκη και εκτέλεση του Λουδοβίκου 16ου και ανέλαβαν αποκλειστικά αυτοί το τιμόνι της Επανάστασης μέχρι τον Ιούλιο του 1794 οπότε και κτυπήθηκαν από τους συντηρητικούς «Θερμιδωριανούς».&lt;br /&gt;Η Λέσχη απέκτησε πολύ γρήγορα απέκτησε εκατοντάδες παραρτήματά της σε όλη την Γαλλία (στις 10 Αυγούστου 1790 είχαν ήδη καταμετρηθεί 152 παραρτήματα!) φθάνοντας να αριθμεί στις αρχές του 1793 περί τα 400.000 μέλη. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΩΝ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Όταν στα τέλη του Ιουνίου 1791 ο &lt;strong&gt;βασιλιάς Λουδοβίκος&lt;/strong&gt; πιάστηκε στην Βαρέν, χαρακτηρίστηκε ως ύποπτος συνεργασίας με τους Άγγλους και ανατράπηκε, 264 μειοψηφούντες συντηρητικοί με επικεφαλής τον &lt;strong&gt;Αντουάν Μπαρνάβ&lt;/strong&gt; (Antoine Barnave), των οποίων οι επιδιώξεις σταματούσαν στην εγκαθίδρυση μιας συνταγματικής μοναρχίας, αποχώρησαν από την Λέσχη των Ιακωβίνων (που τότε ακόμη λεγόταν «Εταιρεία των Φίλων του Συντάγματος»), εξέδωσαν στις 16 Ιουλίου 1791 μία μπροσούρα με τις πολιτικές θέσεις τους και προχώρησαν στην ίδρυση της αντιδραστικής «Λέσχης των Feuillants» («Club des Feuillants»), έδρα συνεδριάσεων της οποίας ήταν το πρώην μοναστήρι του ομώνυμου τάγματος στην Rue Saint - Honore. Μετά την κατάργηση της μοναρχίας, η Λέσχη χαρακτηρίστηκε «μοναρχική» και τον Αύγουστο του 1792 συνελήφθησαν 841 μέλη της με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, ο δε Μπαρνάβ καρατομήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1793.&lt;br /&gt;Προτού αποχωρήσουν οι συντηρητικοί, προώθησαν διάφορες θέσεις τους που λανθασμένα αποδίδονται από κάποιους στους κανονικούς Ιακωβίνους. Τρανταχτή περίπτωση είναι εκείνη του εκ των ιδρυτών Λε Σαπελιέ (καρατομήθηκε στις 22 Απριλίου 1794 ως μοναρχικός), που λίγο πριν την διάσπαση του 1791 απέσπασε την ψήφο της Εθνοσυνέλευσης, μετά από δική του εισήγηση, για διάλυση όλων των συντεχνιών και των εργατικών ενώσεων και απαγόρευση των απεργιών. Ήταν ο περιβόητος &lt;strong&gt;«Νόμος Λε Σαπελιέ»&lt;/strong&gt; («Loi Le Chapelier») που τέθηκε σε ισχύ στις 14 Ιουνίου 1791 και κράτησε στην Γαλλία επί 73 χρόνια κάθε συνδικαλιστική δραστηριότητα στην παρανομία (μέχρι το έτος 1864).&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΥ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Επηρεασμένοι από τις ιδέες των &lt;strong&gt;Τζων Λοκ&lt;/strong&gt; (John Locke) και &lt;strong&gt;Ζαν – Ζακ Ρουσώ&lt;/strong&gt; (Jean - Jacques Rousseau) περί &lt;strong&gt;«Κοινωνικού Συμβολαίου»&lt;/strong&gt; και με έντονο θαυμασμό για την αρχαία Σπάρτη &lt;em&gt;(«η Σπάρτη φέγγει σαν μία λάμψη αστραπής μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι»,&lt;/em&gt; είπε ο &lt;strong&gt;Ροβεσπιέρος &lt;/strong&gt;σε ομιλία του στην Εθνοσυνέλευση, στις 18 Φλορεάλ του έτους 2) και την Ρώμη του καιρού της Δημοκρατίας, οι Ιακωβίνοι όριζαν ως πρώτες πολιτικές αρετές την εργασία υπέρ του γενικού καλού και την αγάπη τόσο για την πατρίδα γη, δηλαδή τον Πατριωτισμό, όσο και για το έθνος (μία ιδέα που ξέθαψαν κυριολεκτικά και ανέδειξαν μετά από αιώνες εξαφάνισής της σε ολόκληρη την Ευρώπη, λόγω της επικράτησης του ανεθνικού Χριστιανισμού). Γι’ αυτούς, ο επαναστάτης πολίτης πρέπει να διαμορφώνεται μέσα από μία &lt;strong&gt;Παιδεία&lt;/strong&gt; και μία &lt;strong&gt;Θρησκεία&lt;/strong&gt;, που και οι δύο να διέπονται από &lt;strong&gt;λογικότητα&lt;/strong&gt; και προσανατολισμό προς τον ίδιον τον άνθρωπο με σκοπό την ευτυχία του: &lt;em&gt;«για να δει επιτέλους η Ευρώπη ότι δεν θα επιτρέψουμε την δυστυχία έστω κι ενός ανθρώπου σε γαλλικό έδαφος!… Η ευτυχία είναι μία εντελώς νέα ιδέα στην Ευρώπη»&lt;/em&gt;, φωνάζει ο &lt;strong&gt;Σαιν Ζυστ&lt;/strong&gt; στην αναφορά του της 8ης Βεντόζ του έτους 2.&lt;br /&gt;Η &lt;strong&gt;Παιδεία των Ιακωβίνων&lt;/strong&gt; νοείτο ως γενική και ισότιμη για όλον τον λαό, ως το πρώτο και κύριο όργανο για την δημιουργία της συλλογικής «λαϊκής συνείδησης», η οποία με την σειρά της κρινόταν ως η απαραίτητη προϋπόθεση για ένα δημοκρατικό καθεστώς: &lt;em&gt;«οι επόμενες γενεές ανήκουν στην πατρίδα»&lt;/em&gt; κατά την διατύπωση του &lt;strong&gt;Rabaut Saint-Etienne&lt;/strong&gt; (κατά τον Ροβεσπιέρο επίσης &lt;em&gt;«η πατρίδα δικαιούται να εκπαιδεύει τα παιδιά της, δεν μπορεί η παιδεία να επαφίεται στην οικογενειακή υπερηφάνεια ή στις προκαταλήψεις των ατόμων, στο αιώνιο κανάκεμα των αριστοκρατών και την αντιδημοκρατικότητα των γονέων, που στενεύουν τους ορίζοντες της ψυχής, κρατώντας την απομονωμένη»&lt;/em&gt;, ενώ κατά τον &lt;strong&gt;Νταντόν &lt;/strong&gt;«&lt;em&gt;τα παιδιά ανήκουν πρώτα στην Δημοκρατία και μετά στους γονείς τους. Ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι αξιόλογα παιδιά, εξαιτίας του εγωϊσμού των γονέων τους, δεν θα καταλήξουν εχθροί της Δημοκρατίας; …Το δημοκρατικό γάλα τα παιδιά μας θα πρέπει να το να πιούν μόνο από τα εθνικά σχολεία… Όπως η Δημοκρατία είναι μία και αδιαίρετη, έτσι και η δημόσια παιδεία θα πρέπει να είναι θεμελιωμένη επάνω σε αυτήν την ενότητα»&lt;/em&gt;, (ομιλία της 22 Φριμαίρ του έτους 2, όπως έχει διασωθεί στο «Moniteur», xviii 654).&lt;br /&gt;Σκοπός της Δημοκρατίας κατά τους Ιακωβίνους ήταν η πολιτική υλοποίηση όλων των ανώτερων ιδεών (για &lt;em&gt;«να εκπληρωθούν οι επιθυμίες της Φύσης, να πραγματωθεί ο προορισμός της ανθρωπότητας και να υλοποιηθούν οι υποσχέσεις της Φιλοσοφίας»&lt;/em&gt; κάνει λόγο ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, στην αναφορά του προς την Εθνοσυνέλευση στις 5 Φεβρουαρίου 1794) καθώς επίσης και η δημιουργία ενός &lt;strong&gt;καινούργιου τύπου («αναγεννημένου») ανθρώπου&lt;/strong&gt;, ικανού να διαχειρίζεται τα πρωτόγνωρα για την ανθρωπότητα του 18ου αιώνα δώρα της &lt;strong&gt;Ισονομίας&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Ελευθερίας&lt;/strong&gt;: &lt;em&gt;«Όποιος επιθυμεί να ξαναδώσει στους ανθρώπους την ελευθερία τους είναι αναγκασμένος να τους αναπλάσει, αφού οι παλαιές προκαταλήψεις πρέπει να καταστραφούν, οι παλαιές συνήθειες να αλλάξουν, οι διεφθαρμένες προσκολλήσεις να καθαριστούν, οι υπερφίαλες απαιτήσεις να περιοριστούν και οι μανιώδεις αθλιότητες να σβήσουν»&lt;/em&gt; τόνιζε ο &lt;strong&gt;Μπιγιώ Βαρέν&lt;/strong&gt; (Billaud - Varennes) στην αναφορά του στην Εθνοσυνέλευση επάνω στην θεωρία της Επαναστατικής Κυβέρνησης στις 20 Απριλίου 1794. Στα πλαίσια αυτής ακριβώς της δημιουργίας ενός νέου τύπου ανθρώπου, ήταν αυτονόητο ότι τεράστια προσπάθεια έπρεπε να γίνει όχι μόνον για την επιστροφή της πολιτικής διάστασης του ανθρώπου αλλά επίσης και για την εκγύμναση των «πολιτών» στην συμμετοχή: &lt;em&gt;«τιμωρητέοι είναι όχι μόνον οι προδότες, αλλά και όσοι μένουν αδιάφοροι, στην Δημοκρατία τιμωρητέοι είναι όλοι όσοι είναι παθητικοί και δεν κάνουν τίποτε για να την βοηθήσουν»&lt;/em&gt; είχε δηλώσει ο Σαιν Ζυστ (Saint - Just) στην αναφορά του της 20ης Οκτωβρίου 1793.&lt;br /&gt;Η συνταγματικότητα της δημόσιας ζωής καθοριζόταν από τα οριζόμενα στην&lt;strong&gt; 2η «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη»&lt;/strong&gt; («Declaration des Droits de l' Homme et du Citoyen»), της οποίας η ψήφιση ολοκληρώθηκε το 1793, με εμφανέστατη την επίδραση του Ιακωβινισμού. Τα δικαιώματα της διακήρυξης, τα οποία χαρακτηρίζονταν θεμελιώδη, πανανθρώπινα, διατοπικά, διαχρονικά και αναπαλλοτρίωτα, αφορούσαν βεβαίως το πολιτικό σώμα ως σύνολο («πολιτικά δικαιώματα» με βάση την ισονομία των πολιτών και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας) και όχι το μεμονωμένο άτομο, όπως στις ημέρες μας τα έχει πονηρά υποβιβάσει (ως «ατομικά δικαιώματα») ο κυρίαρχος συνδυασμός Καπιταλισμού – Ιουδαιοχριστιανισμού: &lt;em&gt;&lt;span style="color:#993300;"&gt;«Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται και παραμένουν ελεύθεροι και ίσοι ως προς τα δικαιώματά τους. Οι κοινωνικές διακρίσεις («σύμφωνα με τις αρετές και τις ικανότητές του καθενός», αποσαφηνίζεται αλλού, στο άρθρο 6 της 1ης Διακήρυξης του 1789) δικαιολογούνται μόνον με βάση το γενικό καλό».&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Στον &lt;strong&gt;οικονομικό τομέα&lt;/strong&gt; οι Ιακωβίνοι &lt;strong&gt;κατήγγειλαν τον υπερβολικό πλουτισμό των ολίγων πλουτοκρατών &lt;/strong&gt;και ζητούσαν μία ισότητα δικαιωμάτων και ευδαιμονίας μέσα από την γενίκευση της ιδιοκτησίας επάνω στην αρχή που εξέφρασε ο Ροβεσπιέρος ότι η ιδιοκτησία του κάθε πολίτη δεν θα πρέπει να είναι επιζήμια για τους άλλους, για την ελευθερία τους, την ασφάλειά τους και την δική τους ιδιοκτησία. Καθώς η Λέσχη εξελισσόταν ολοένα και περισσότερο σε αρχηγείο του Γαλλικού Δημοκρατισμού και της επαναστατικής καθαρότητας, έχοντας απέναντί της αρκετούς μηχανισμούς απατεώνων, κερδοσκόπων και μαυραγορητών, εγκατέλειπε σταδιακά τις αρχικές φιλελεύθερες («laissez faire») οικονομικές θέσεις της και υιοθέτησε τελικά τον οικονομικό παρεμβατισμό.&lt;br /&gt;Με στόχο πάντοτε την ιερή γι’ αυτούς ευτυχία του συνόλου (&lt;em&gt;«μιλήσαμε για ευτυχία. Η ευτυχία όμως που σας προσφέρουμε δεν είναι η ευτυχία της Περσέπολης. Είναι η ευτυχία της Σπάρτης ή της Αθήνας στις καλύτερες ημέρες τους, είναι η ευτυχία της Αρετής, η ευτυχία της άνεσης και του μέτρου, η ευτυχία που πηγάζει από την ικανοποίηση των αναγκών, όχι από την ματαιοδοξία»&lt;/em&gt;,&lt;em&gt; &lt;/em&gt;λέει ο Σαιν Ζυστ, στις 23 Βεντόζ του έτους 2), &lt;strong&gt;οι Ιακωβίνοι κατάργησαν τα χρέη προς τους φεουδάρχες&lt;/strong&gt;, &lt;span style="color:#990000;"&gt;διευκόλυναν με δάνεια τους αγρότες να αγοράσουν τα εθνικά αλλά και τα κατασχεμένα από την Εκκλησία κτήματα&lt;/span&gt; (με την πεποίθηση ότι όλοι οι πολίτες δικαιούνται να κατέχουν ένα κομμάτι γης στην δημοκρατική πατρίδα), &lt;strong&gt;περιόρισαν τα κληρονομικά δικαιώματα, εγγυήθηκαν το δικαίωμα όλων για μία αξιοπρεπή διαβίωση, κτύπησαν την χρηματο-οικονομική εκμετάλλευση&lt;/strong&gt; («&lt;em&gt;&lt;span style="color:#990000;"&gt;οι κερδοσκοπικές εταιρείες κάθε είδους απαγορεύονται. Απαγορεύεται σε όλους τους τραπεζίτες και εμπορικούς αντιπροσώπους να συστήσουν τέτοιες εταιρείες οποιασδήποτε μορφή και με οποιαδήποτε δικαιολογία»&lt;/span&gt;&lt;/em&gt; όριζε ο νόμος της 29ης Ζερμινάλ του έτους 2), &lt;strong&gt;καθόρισαν ανώτατη τιμή για το ψωμί, κατεδίωξαν την αισχροκέρδεια, έδωσαν γη στις κοινότητες&lt;/strong&gt;, και με διατάγματα («decrets de ventose», Φεβρουάριος και Μάρτιος 1794) που εισηγήθηκε ο Σαιν Ζυστ και διένειμαν στους φτωχούς τα δημευθέντα αγαθά των εχθρών της Επανάστασης («να ενισχυθούν οι αναξιοπαθούντες από τους εχθρούς της Επανάστασης» ).&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Ο ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΣ ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#990000;"&gt;«Οι Ιακωβίνοι γεννιούνται πάντα στο τέλος της υπομονής»&lt;/span&gt;&lt;/em&gt; (Ρούσσος Βρανάς)&lt;br /&gt;Έχοντας προσεταιρισθεί πολιτικά τους πολυπληθείς επαναστάτες των λαϊκών στρωμάτων, τους λεγόμενους &lt;strong&gt;«Αβράκωτους»&lt;/strong&gt; («Sans - culottes»), οι Ιακωβίνοι συνετέλεσαν στην ανακήρυξη της Δημοκρατίας, την καταδίκη του βασιλιά Λουδοβίκου σε θάνατο, την ολοκλήρωση της καταστροφή του λεγόμενου «Παλαιού Καθεστώτος» και την επιτυχημένη στρατιωτική άμυνα της Γαλλίας απέναντι στην ενωμένη ευρωπαϊκή αντίδραση («&lt;em&gt;Ζούμε για να σώσουμε την πατρίδα μας»&lt;/em&gt; είχε δηλώσει στην «Λέσχη» ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος στις 7 Αυγούστου 1793), καθώς επίσης και στην σύνταξη και ψήφιση του ριζοσπαστικού δημοκρατικού Συντάγματος του Αυγούστου 1793. Απέναντι στο τελευταίο στάθηκαν με εξαιρετική εχθρότητα τόσο οι πλούσιοι, που φυσικά δεν επιθυμούσαν την πολιτική ισότητα, όσο και οι ακροαριστεροί, που ήθελαν την άμεση ανατροπή των σχέσεων ιδιοκτησίας και γι’ αυτό είχαν καταδιωχθεί με το διάταγμα της 18ης Μαρτίου 1793 της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης, το οποίο προέβλεπε ποινή θανάτου για όσους καλούσαν σε ανατροπή των υπαρχουσών μορφών ιδιοκτησίας.&lt;br /&gt;Οι Ιακωβίνοι ανατράπηκαν τελικά μαζί με τον ηγέτη τους Ροβεσπιέρο, του οποίου τις απόψεις για μία &lt;strong&gt;«Δημοκρατία της Αρετής»&lt;/strong&gt; είχαν υιοθετήσει ως πολιτικές τους θέσεις, τον Ιούλιο του 1794 (στις 27 με 28 Ιουλίου 1794, ή 9 -10 Θερμιδώρ του δημοκρατικού έτους 2), έπειτα από συνωμοσία αρκετών συντηρητικών ή απατεώνων βουλευτών, των λεγόμενων &lt;strong&gt;«Θερμοδωριανών»&lt;/strong&gt;. Αυτοί, με τα συνθήματα &lt;em&gt;«γαλήνη», «κατάργηση της τυραννίας», «εγγύηση της ιδιοκτησίας και της τάξης»&lt;/em&gt; και άλλα ανάλογα, έφεραν στη εξουσία το πενταμελές λεγόμενο «Διευθυντήριο» και κατάργησαν όλους σχεδόν τους κοινωνικούς νόμους, προετοιμάζοντας το έδαφος για την μετέπειτα άνοδο του &lt;strong&gt;Ναπολέοντα Βοναπάρτη&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΥ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Με την πτώση και καρατόμηση των αρχηγών τους τον Ιούλιο του 1794, κλείστηκαν με την βία όλες οι λέσχες των Ιακωβίνων (η παρισινή κεντρική Λέσχη σφραγίστηκε στις 11 Νοεμβρίου 1794 ή 21 Μπρυμαίρ του έτους 3), οι οποίοι υποχρεώθηκαν έκτοτε να περάσουν στην παρανομία. Στα ταραχώδη χρόνια της δράσης τους (1788 – 1794) γεννήθηκαν καινούργιες τάσεις βαθιών κοινωνικών αλλαγών, δόθηκε το πρώτο ιστορικό παράδειγμα επαναστατικής δικτατορίας της μεταχριστιανικής εποχής και προκλήθηκε η πρώτη εμφάνιση του Σοσιαλισμού, με την επαναστατική οργάνωση της &lt;strong&gt;«Ένωσης των Δικαίων»&lt;/strong&gt; του &lt;strong&gt;Μπαμπέφ&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;Οι Ιακωβίνοι καταδιώχθηκαν απηνώς και προς πλήρη εξόντωσή τους ιδρύθηκε από την αντίδραση η εξτρεμιστική οργάνωση «Jeunesse Doree». Οι τελευταίοι Ιακωβίνοι συσπειρώθηκαν στις 25 Νοεμβρίου 1795 γύρω από την βραχύβια &lt;strong&gt;«Λέσχη του Πανθέου»&lt;/strong&gt; του &lt;strong&gt;Φίλιππου Μιχαήλ Μπουοναρόττι&lt;/strong&gt; (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti, 1761 – 1837) μέχρι τουλάχιστον τον Φεβρουάριο του 1796, οπότε ο Ναπολέων την διέλυσε κατ’ εντολή του περιβόητου «Διευθυντηρίου» (η οργάνωση είχε πάρει το όνομά της από την πλατεία όπου πραγματοποιούσε τις συγκεντρώσεις της και στις αρχές του 1796 αριθμούσε 17.000 μέλη, μερικά από τα οποία ήσαν και μέλη της φρουράς του Παρισιού).&lt;br /&gt;Οι αδιάλλακτοι από αυτούς, προσχώρησαν στην μυστική επαναστατική οργάνωση (που αποτελούσε ουσιαστικά τον παράνομο βραχίονα της πρώην «Λέσχης του Πανθέου», με σκοπό την προετοιμασία εξέγερσης προς ανατροπή του «Διευθυντηρίου» και κατάργηση του αντιδημοκρατικού Συντάγματος του 1795) &lt;strong&gt;«Ένωση των Δικαίων»&lt;/strong&gt; ή &lt;strong&gt;«Εταιρεία των Ίσων»&lt;/strong&gt; των &lt;strong&gt;Μπαμπέφ – Μπουοναρόττι - Νταρτέ&lt;/strong&gt; και μετά την σύλληψη των τελευταίων (Μάϊος 1796), περίπου 500 από αυτούς επιχείρησαν ανεπιτυχώς στις 7 Σεπτεμβρίου στην Γκρενέλ να παρασύρουν σε στάση τα δυσαρεστημένα από το «Διευθυντήριο» στρατεύματα. Ο Μπουοναρόττι, που καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, αλλά τελικά απολύθηκε το 1807 μετά από 13 χρόνια φυλάκισης, θα γράψει:&lt;em&gt;&lt;span style="color:#990000;"&gt; «Οι εναλλαγές στην τύχη της Συμβατικής κατέδειξαν πως ο λαός, οι αντιλήψεις του οποίου έχουν διαμορφωθεί μέσα στο σύστημα της κοινωνικής αδικίας και του δεσποτισμού, δεν είναι ακόμα ικανός να επιβάλει μέσω των εκλογών ανθρώπους που μπορούν να οδηγήσουν την Επανάσταση μέχρι το τέλος. Αυτό το δύσκολο καθήκον μπορούν να το πραγματοποιήσουν μόνο άνθρωποι θαρραλέοι και με διαμορφωμένη συνείδηση, άνθρωποι έξυπνοι και απόλυτα αφοσιωμένοι στον λαό και την ανθρωπότητα».&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Τον Ιούλιο του 1799 έγινε προσπάθεια ανασύστασης της Λέσχης των Ιακωβίνων με την ίδρυση της &lt;strong&gt;«Επανένωσης των φίλων της ισότητας και της ελευθερίας»&lt;/strong&gt; («Reunion d'amis de l'egalite et de la liberte») ή &lt;strong&gt;«Λέσχη της Manege»&lt;/strong&gt; («Club du Manege») με συμμετοχή περίπου 250 μελών. Η Λέσχη εξέδωσε την εφημερίδα &lt;strong&gt;«Journal des Libres»&lt;/strong&gt;, διεκδίκησε την αποθέωση του &lt;strong&gt;Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου&lt;/strong&gt; και του &lt;strong&gt;Γράκχου Μπαμπέφ&lt;/strong&gt; και συνθηματολόγησε κατά του Διευθυντηρίου, το οποίο κατήγγειλε ως «πενταρχική βασιλεία», ωστόσο δέχθηκε την βίαιη επίθεση του Διευθυντηρίου και των υπόλοιπων αντιδραστικών. Το τελικό κτύπημα στους Ιακωβίνους της Γαλλίας ήλθε όταν το 1799 ο Ναπολέων Βοναπάρτης ανέλαβε «Πρώτος Ύπατος» μετά από το πραξικόπημα της 18ης Μπρυμαίρ και, παρά το γεγονός ότι οι Ιακωβίνοι τον είχαν υποστηρίξει απέναντι στο Διευθυντήριο, δρομολόγησε την πλήρη εξουδετέρωση και των δύο πολιτικών άκρων που θα εμπόδιζαν την σχεδιασμένη «αυτοκρατοροποίησή» του, δηλαδή των μοναρχικών από την μία και των αριστερών δημοκρατών Ιακωβίνων από την άλλη. Στις 15 Δεκεμβρίου 1799 ο Βοναπάρτης κήρυξε αυθαίρετα το &lt;em&gt;«τέλος της Επανάστασης»&lt;/em&gt; και προχώρησε σε καταστολή ή αφομοίωση όλων των Ιακωβίνων, των οποίων όμως οι ιδέες και οι αρχές συνέχισαν για πολύ καιρό ακόμα να εμπνέουν τα ριζοσπαστικά στοιχεία της Ευρώπης.&lt;br /&gt;Καθώς οι Ιακωβίνοι κατείχαν ακόμα ισχυρές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό και επιπροσθέτως είχαν μεγάλη απήχηση στον απλό λαό, η καταστολή τους υπήρξε ταχεία και σκληρή: 55 βουλευτές συνελήφθησαν δίχως να υπάρχει καμία απολύτως κατηγορία εναντίον τους και στην συνέχεια οι 19 κλείστηκαν στις φυλακές και οι 36 εξορίστηκαν. Ακολούθησε λίγες ημέρες αργότερα ένα δεύτερο κύμα καταστολής από τον άθλιο &lt;strong&gt;Ιωσήφ Φουσέ&lt;/strong&gt;, πρώην εξτρεμιστή Ιακωβίνο, πρωταγωνιστή της εποχής του «Τρόμου», προσωπικό εχθρό του Ροβεσπιέρου, πρωτοστάτη της συνωμοσίας των «Θερμιδωριανών» και μέλλοντα αρχηγό της Εθνικής Ασφαλείας του Βοναπάρτη, ενώ η αυστηρότατη λογοκρισία στον Τύπο και η απαγόρευση κάθε πολιτικής συζήτησης αφαιρούσε από τους αμετανόητους την ελάχιστη έστω δυνατότητα άρθρωσης κάποιας οργανωμένης αντιστασιακής φωνής ενάντια στην τυραννία.&lt;br /&gt;Ενώ οι περισσότεροι Ιακωβίνοι φυλακίστηκαν, εξορίστηκαν ή εξοντώθηκαν από το καθεστώς του Βοναπάρτη, κάποιοι ελάχιστοι από αυτούς προσελκύστηκαν στο να υπηρετήσουν τα δικά του σχέδια: &lt;em&gt;«προσχωρήστε όλοι στην μάζα του απλού λαού, ο τίτλος του Γάλλου πολίτη είναι αναμφίβολα ισάξιος με εκείνον του μοναρχικού ή του Ιακωβίνου ή τις πάμπολλες άλλες ονομασίες που τις γεννάει το πνεύμα της αντίδρασης και εδώ και δέκα χρόνια, οδηγούν το Έθνος στην άβυσσο, από την οποία πρέπει επιτέλους να το σώσουμε άπαξ και δια παντός»&lt;/em&gt; είχε γράψει σε ιδιόχειρη επιστολή του προς τον Ιακωβίνο βουλευτή Beyts, τον οποίο πήρε με το μέρος του και αργότερα τον διόρισε νομάρχη. Ο Βοναπάρτης προσπάθησε να ξεδοντιάσει ακόμη και σκληρούς και αφοσιωμένους επαναστάτες, όπως λ.χ. τον καταδικασμένο σε ισόβια δεσμά στο &lt;strong&gt;Σέρμπουργκ Φίλιππο Μιχαήλ Μπουοναρόττι&lt;/strong&gt;, του οποίου ήταν παλαιός θαυμαστής, προσφέροντάς του αμνηστία και μία υψηλή διοικητική θέση, την «προσφορά» όμως απέρριψε ο Μπουοναρόττι με έκδηλη περιφρόνηση. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;Ο ΕΚΤΟΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;«Λέσχες» Ιακωβίνων ιδρύθησαν και έδρασαν και εκτός Γαλλίας, προκαλώντας σημαντικές αναστατώσεις στις κοινωνίες των διαφόρων χωρών, σε πολλές από αυτές μάλιστα (λ.χ. Ιταλία, Επτάνησα, κ.α.) συνέχισαν να δρουν για μερικά ακόμα χρόνια μετά την θερμιδωριανή αντίδραση, υπό την κάλυψη μιας γενικώς ειπείν «γαλλοφιλίας». Ισχυρό ιακωβινικό ρεύμα εκδηλώθηκε και στις &lt;strong&gt;γερμανικές χώρες&lt;/strong&gt;, την &lt;strong&gt;Ουγγαρία&lt;/strong&gt;, την &lt;strong&gt;Τσεχία&lt;/strong&gt;, την Κ&lt;strong&gt;ροατία&lt;/strong&gt; κ.α., στο δε Μάϊντς (Mainz), το οποίο μάλιστα κατελήφθη στις 21 Οκτωβρίου 1792 από τους Γάλλους, ιδρύθηκε η βραχύβια «Δημοκρατία του Μάϊντς» από τους εκεί δραστήριους Ιακωβίνους της λέσχης των «Φίλων της Ελευθερίας και της Ισότητας» («Freunde der Freiheit und Gleichheit»). Ενώ όμως τον Ιούλιο του επόμενου έτους οι ηγέτες τους &lt;strong&gt;Γιόχαν Γκέοργκ Φόρστερ&lt;/strong&gt; (Johann Georg Adam Forster, 1754 – 1794, εκδότης της εφημερίδας «Der Volksfreund», «Ο Φίλος του Λαού») και &lt;strong&gt;Αδάμ Λουξ&lt;/strong&gt; (Adam Lux, 1765 - 1793) βρίσκονταν στο Παρίσι για να μεθοδεύσουν την ενσωμάτωση της Δημοκρατίας τους στην μεγάλη Γαλλική, το Μάϊντς πολιορκήθηκε, καταλήφθηκε από τους Πρώσους και τους Αυστριακούς, οι ηγέτες των Ιακωβίνων κηρύχθηκαν «εκτός νόμου» και δημοσιεύθηκε επικήρυξη για τα κεφάλια τους (μη μπορώντας να επιστρέψει στην πατρίδα του, ο Φόρστερ πέθανε τελικά από ασθένεια σε μια σοφίτα στην Rue des Moulins του Παρισιού τον Ιανουάριο του 1794).&lt;br /&gt;Οι Ιακωβίνοι οργανώθηκαν ακόμη και στην καρδιά της μοναρχικής και χριστιανικής αντίδρασης, στην Αυστρο-ουγγαρία, όπου βασίλευε ο σχεδόν παρανοϊκός και θρησκόληπτος «Άγιος Ρωμαίος Αυτοκράτορας» («Heiliger Romischer Kaiser»,1792 - 1806) και μετέπειτα αυτοκράτορας της Αυστρίας (1804 - 1835) &lt;strong&gt;Φραγκίσκος Ιωσήφ Κάρολος ο Β&lt;/strong&gt;, περιβόητος για το δίκτυο των χαφιέδων που είχε απλώσει παντού στην επικράτειά του. Στις 23 Ιουλίου 1794 συνελήφθη ο Σέρβος ηγέτης των Ιακωβίνων της Ουγγαρίας &lt;strong&gt;Μαρτίνοβιτς&lt;/strong&gt; (Ignjat Martinovic, 1755 – 1795, πρώην φραντσισκανός μοναχός), ιδρυτής της &lt;strong&gt;«Εταιρείας των Μεταρρυθμιστών»&lt;/strong&gt; και της &lt;strong&gt;«Εταιρείας της Ελευθερίας και της Ισότητας»&lt;/strong&gt;, που αποσκοπούσαν στην κοινωνική επανάσταση και την εγκαθίδρυση ομόσπονδης Ουγγρικής Δημοκρατίας και μαζί με τέσσερις ακόμη συντρόφους του (Josip Haynoczy, Ivan Lackovic, Franjo Szentmariaji και Count Szigraj) θα εκτελεσθεί στην Βουδαπέστη στις 20 Μαϊου 1795. Στις 24 Ιουλίου 1794, είχε ήδη συλληφθεί και απαγχονισθεί στις 8 Ιανουαρίου 1795 στην Βιέννη ο γεννημένος στην Πράγα στρατιωτικός &lt;strong&gt;Φραντς Χέμπενστραϊτ&lt;/strong&gt; (Franz Hebenstreit von Streitenfeld, 1747 – 1795), δραστήριος ελευθεροτέκτονας και Ιακωβίνος.&lt;br /&gt;Οι Ιακωβίνοι της Ιταλίας, με ισχυρότερες λέσχες στην &lt;strong&gt;Νάπολη&lt;/strong&gt; (όπου από τις 23 Ιανουαρίου 1799 μέχρι τις 13 Ιουνίου 1799 είχε ανακηρυχθεί η &lt;strong&gt;«Παρθενόπια Δημοκρατία»&lt;/strong&gt;, «Repubblica Partenopea», με αναφορά στο όνομα –Παρθενόπη- που είχαν δώσει στην πόλη κατά την αρχαιότητα οι πρώτοι Έλληνες άποικοι), το Τορίνο, την Ρώμη, το Παλέρμο και την Μπολώνια, προσπάθησαν να δράσουν υπό τον μανδύα της «γαλλοφιλίας» κατά την διάρκεια ιδίως της λεγόμενης «τριετίας» («triennio»), κατά την οποία κυριαρχούσε στην χώρα ο γαλλικός στρατός (1796 – 1799), με στόχους κυρίως αντικληρικαλιστικούς και αντιμοναρχικούς, που προεκτείνονταν στην προοπτική της ιταλικής εθνικής ενοποίησης που πέτυχε αργότερα ο &lt;strong&gt;Γκαριμπάλντι&lt;/strong&gt; (βλ. Cantimori, 1943). Παρά το ότι ο αγώνας των ριζοσπαστών κατά κανόνα προδινόταν από την υπό το αντιδραστικό «Διευθυντήριο» επίσημη Γαλλία, οι Ιταλοί Ιακωβίνοι έδειξαν θαυμαστή αποφασιστικότητα και γενναιότητα τόσο στο επίπεδο της γραπτής και προφορικής προπαγάνδας, όσο και, όποτε απαιτήθηκε, στο επίπεδο της ένοπλης πάλης και από ένα σημείο και μετά προσπάθησαν να ξεφύγουν από τον έλεγχο του αντιδραστικού Παρισιού και να διεξάγουν αυτόνομα τον αγώνα τους, αν και φάνηκαν πολύ διστακτικοί να απαντήσουν με την πρέπουσα βία στην βία των χριστιανομοναρχικών αντιπάλων τους (ενδεικτικό είναι ότι στην διάρκεια των 5 μηνών ζωής της «Παρθενόπιας Δημοκρατίας» της Νάπολης - «Repubblica Partenopea», 23 Ιανουαρίου 1799 – 13 Ιουνίου 1799, η οποία πνίγηκε στο αίμα από τον στρατό του Φερδινάνδου, εκτελέστηκαν μόνον 2 μοναρχικοί!).&lt;br /&gt;Τους Ιακωβίνους της Ιταλίας αποτελούσαν κατά κανόνα ιδεολόγοι, καλλιεργημένοι, αλτρουϊστές, ευαίσθητοι και ανθρωπιστές αγωνιστές, κυρίως προερχόμενοι από την μεσαία τάξη, οι οποίοι ατύχησαν όμως ως προς το ανθρώπινο περιβάλλον στο οποίο η απαίτηση της Ιστορίας τούς κάλεσε να αγωνισθούν: η πλειοψηφία του απλού λαού ήταν αντιδραστική, θρησκόληπτη και φιλομοναρχική («&lt;em&gt;viva viva 'u papa santo, c'ha mannato i cannuncini, pe scaccia li giacubini!», «ζήτω, ζήτω ο άγιος πάπας, που μας έστειλε κανόνια, τους Ιακωβίνους για να διώξουμε!»,&lt;/em&gt; τραγουδούσε ο όχλος των «lazzaroni», δηλαδή «πάμφτωχων», όταν εκείνοι που είχαν αγωνισθεί για το καλό τους θανατώνονταν από τους οπαδούς του πάπα και τους μοναρχικούς με δημόσιους απαγχονισμούς). Εξέχουσες μορφές του ιταλικού Ιακωβινισμού υπήρξαν ο «ναπολιτάνος Σαιν Ζυστ» &lt;strong&gt;Βιτσέντζος Ρούσο&lt;/strong&gt; (Vincenzo Russo, 1770 - 1799), που τον έπιασαν οι μοναρχικοί του «Στρατού της Αγίας Πίστης» αιχμάλωτο στην μάχη της Ponte della Maddalena έξω από την Νάπολη και τον απαγχόνισαν στις 19 Νοεμβρίου 1799 και ο δικηγόρος και φιλόσοφος &lt;strong&gt;Μάριο Παγκάνο&lt;/strong&gt; (Francesco Mario Pagano, 1748 - 1799), τον οποίο έπιασαν στον τελευταίο θύλακα των αντιστεκομένων δημοκρατικών στο Castel Nuovo και τον απαγχόνισαν στην Νάπολη στις 29 Οκτωβρίου 1799 μαζί με τον ιατρό &lt;strong&gt;Ντομένικο Κιρίλο&lt;/strong&gt; (Domenico Cirillo, 1739 - 1799), τον &lt;strong&gt;Γεώργιο Πιλιατσέλι&lt;/strong&gt; (George Pigliacelli) και τον ποιητή &lt;strong&gt;Ιγνάτιο Κιάϊα&lt;/strong&gt; (Ignazio Ciaia, 1766 - 1799). Διαφωτιστικά για την θεωρία και πράξη του ιταλικού Ιακωβινισμού υπήρξαν τα κείμενα των ιδίων των στελεχών του, τα οποία εξέδωσε σε τρεις τόμους ο φλωρεντιανός «ιστορικός των αιρετικών και των Ιακωβίνων» Delio Cantimori (1904 - 1966).&lt;br /&gt;Ο Ιακωβινισμός ανέπτυξε δράση και στην νοτιοανατολική Ευρώπη, όπου το 1794 στο &lt;strong&gt;Ζάγκρεμπ&lt;/strong&gt; είχε δει το φως της δημοσιότητας ένα ανώνυμο «ιακωβίνικο και φιλο-γαλλικό» ποίημα που έκανε ανοικτή επίθεση κατά της Εκκλησίας και των αριστοκρατών (Goldstein - Jovanovic σελ. 56). Ο &lt;strong&gt;Πασχάλης Κιτρομηλίδης&lt;/strong&gt; έχει γράψει σχετικά: &lt;em&gt;&lt;span style="color:#990000;"&gt;«Ήδη το 1794 μαρτυρείται στην Κωνσταντινούπολη η ύπαρξη μίας “λαϊκής λέσχης”, που ζήτησε και έγινε δεκτή ως παράρτημα της “Εταιρείας των Ιακωβίνων”. Στα Επτάνησα υπήρχαν Ιακωβίνοι οργανωμένοι σε συλλόγους, τα “Ιακωβινεία”, αρκετά πριν την άφιξη του στρατηγού Gentili το 1797. Οι Ιακωβίνοι της Ζακύνθου πρωταγωνιστούσαν σε επαναστατικές εκδηλώσεις “σχεδιάζοντες πολλά περί πλούτου, ιδιοκτησίας, διατηρήσεως των ελευθεριών του λαού, αρχαίας δόξης και Θρησκείας”, ενώ στην Κεφαλονιά το “Ιακωβινείον” αποτελούσε χώρο συζητήσεων για την ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων, την κατάργηση της χριστιανικής Θρησκείας και την επάνοδο στην προγονική λατρεία των Ολυμπίων Θεών. Στην Κέρκυρα, η Πατριωτική Εταιρεία είχε σκοπό “να χειραγωγήσει τους πολίτας εις τα πρώτα της ελευθερίας βήματα”…»&lt;/span&gt;&lt;/em&gt; (σελ. 56).&lt;br /&gt;Όντως, η διάλυση του κράτους της Βενετίας με την συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο (Campo - Formio, 17 Οκτωβρίου 1797) το 1797, είχε επιτρέψει υπό γαλλική πλέον κυριαρχία να οργανωθούν στα έως τότε ενετοκρατούμενα &lt;strong&gt;Επτάνησα&lt;/strong&gt; και να αναπτύξουν έντονη δράση αρκετές ριζοσπαστικές οργανώσεις με κύριο στόχο την όσο το δυνατόν ευρύτερη διάδοση των δημοκρατικών ιδεών. Πιο δραστήριοι από όλους τους ριζοσπάστες υπήρξαν οι Ιακωβίνοι &lt;strong&gt;(«Γεροντίνοι»&lt;/strong&gt; στα επτανησιακά), που ίδρυσαν το 1798 ισχυρές πολιτικές «Λέσχες» («Ιακωβινεία») στην Κέρκυρα και στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς (&lt;strong&gt;«Συνταγματικός Σύλλογος Αργοστολίου»&lt;/strong&gt;). Ενώ υπό την επιρροή των γαλλικών δημοκρατικών αξιών, που επεδίωκαν την κατάλυση της ολιγαρχίας και την χορήγηση ελευθερίας και ισότητας σε όλον τον λαό, όλα τα Επτάνησα στρέφονταν προς αναβάθμιση του πνευματικού επιπέδου του λαού με ίδρυση σχολείων, τυπογραφείων και βιβλιοθηκών με την δημευθείσα περιουσία της Εκκλησίας, τα Ιακωβινεία προσπαθούσαν επιπροσθέτως να πετύχουν μια σειρά από πολύ ριζοσπαστικές αλλαγές, όπως λ.χ. ανακατανομή της γης, διαγραφή των χρεών, κατάτμηση του κάθε νησιού σε πολλές αυτόνομες περιοχές, απαγόρευση του Χριστιανισμού και επαναφορά της πολυθεϊστικής Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας, καθώς και των Ολυμπιακών Αγώνων, έναν αιώνα πριν το προτείνουν ξανά και το πετύχουν, δίχως όμως θρησκευτική σημασία, οι &lt;strong&gt;Δημήτριος Βικέλας&lt;/strong&gt; και βαρώνος &lt;strong&gt;Πιερ ντε Κουμπερτέν&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;Ενδεικτικές εικόνες του κλίματος που δημιούργησε η άφιξη των Γάλλων στα Επτάνησα ήταν το ρίξιμο στην πυρά τόσο στην Κέρκυρα όσο και στο Αργοστόλι της Κεφαλονιάς του &lt;strong&gt;«Χρυσού Βιβλίου»&lt;/strong&gt; («Libro d’ Oro») των ευγενών, καθώς και των συμβόλων και παρασήμων τους, την ίδια ώρα που ο αρχιεπίσκοπος &lt;strong&gt;Ιωάννης Άννινος&lt;/strong&gt; υποχρεωνόταν να ευλογήσει το ιακωβίνικο &lt;strong&gt;«Δέντρο της Ελευθερίας»&lt;/strong&gt; και σχηματιζόταν η «προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση» (Ιούλιος 1797, σε λίγο βέβαια στην Κέρκυρα, οι οργισμένοι ευγενείς επέδραμαν την νύκτα, έκοψαν το «Δένδρο της Ελευθερίας» και κατέστρεψαν τα εμβλήματα της Δημοκρατίας).&lt;br /&gt;Η επτανησιακή πνευματική και πολιτική άνοιξη υπήρξε όμως πολύ σύντομη, καθώς τερματίστηκε βίαια από το φθινόπωρο της επόμενης χρονιάς (1798) μέχρι τις αρχές της άνοιξης της μεθεπομένης (1799), έπειτα από συντονισμένες αντιγαλλικές εξεγέρσεις του θρησκόληπτου λαού οργανωμένες από την Ορθόδοξη Εκκλησία, συν την στρατιωτική επίθεση των Ρώσων του &lt;strong&gt;Ουσακώφ &lt;/strong&gt;και των Τούρκων του &lt;strong&gt;Κατήρμπεη&lt;/strong&gt;, ο ενωμένος στρατός των οποίων κατέλαβε τελικά τα νησιά, έδιωξε τους «άθεους» Γάλλους και φυσικά εξόντωσε τους Έλληνες Ιακωβίνους. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div&gt;&lt;strong&gt;ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΑΠΟΗΧΟΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΙΝΙΣΜΟΥ &lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Με βάση την ιδεολογία και πράξη των Ιακωβίνων του 18ου αιώνα, ως &lt;strong&gt;«Ιακωβινισμός»&lt;/strong&gt; έμεινε στην πολιτική Ιστορία να ορίζεται &lt;span style="color:#990000;"&gt;κάθε ελιτιστική ανατρεπτική οργάνωση και δράση, της οποίας το υποκείμενο αναλαμβάνει το επιχείρημα να πάρει και να κρατήσει την εξουσία εν ονόματι του γενικού καλού και του λαού, νομιμοποιούμενο από την αυτοπεποίθηση ότι κατέχει όντως μια ποιοτική εικόνα σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα, σε βαθμό που αυτονόητα να χαρακτηρίζεται από ενεργητικότητα, αποφασιστικότητα και ηθικο-ιδεολογική ακαμψία&lt;/span&gt; (αυτό ακριβώς που μίσησαν τόσο πολύ οι πάμπολλοι εχθροί τους, όπως λ.χ. ο κατήγορος της Επανάστασης ιστορικός Hippolyte Taine (1828 - 1893), που μας δηλώνει το έτος 1884 στο βιβλίο του «Origines de la France contemporaine» -τρίτος τόμος «La Revolution»- πως &lt;em&gt;«τίποτε δεν είναι πιο επικίνδυνο από μία γενική ιδέα μέσα σε στενά και άδεια μυαλά. Καθώς είναι άδεια δεν βρίσκει εκεί καμία γνώση με την οποία να συσχετιστεί και καθώς είναι στενά δεν παίρνει πολύ χρόνο για να κυριαρχήσει ολότελα&lt;/em&gt;»).&lt;br /&gt;Ο &lt;strong&gt;παραδοσιακός Ιακωβινισμός απετέλεσε στην Ευρώπη τον γενήτορα του πρώτου Σοσιαλισμού&lt;/strong&gt;, ενώ στα Επτάνησα τον γενήτορα του κινήματος του Ριζοσπαστισμού με την πρόσθεση βεβαίως πολλών στοιχείων ουτοπιστικού Σοσιαλισμού των &lt;strong&gt;Σαιν-Σιμόν&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Πιερ Προυντόν &lt;/strong&gt;(ο ιακωβινικός «Συνταγματικός Σύλλογος» του Αργοστολίου υπήρξε ο πρόδρομος του «Δημοτικού Καταστήματος των Ριζοσπαστών», που έδρασε τον 19ο αιώνα, στα χρόνια της Αγγλοκρατίας).&lt;br /&gt;Έναν ολόκληρο αιώνα μετά την πολιτική εξαφάνιση των Ιακωβίνων, ο ηγέτης της οκτωβριανής μπολσεβικικής Ρωσικής Επανάστασης του 1917 &lt;strong&gt;Λένιν&lt;/strong&gt;, θεωρούσε ότι &lt;strong&gt;οι Μπολσεβίκοι αποτελούσαν μια μετεξέλιξη των πρώτων, ιδίως της υπό τον Ροβεσπιέρο αριστερής πτέρυγάς τους&lt;/strong&gt;, θαύμαζε την ισχυρή βούληση των Ιακωβίνων να πραγματώσουν με κάθε κόστος το πολιτικό πρόγραμμά τους και υιοθέτησε τον δικό τους όρο «εχθροί του λαού» για την περιγραφή των διαφόρων αντεπαναστατών. Τέλος, στο κλασικό έργο του &lt;strong&gt;«Η Προδομένη Επανάσταση»&lt;/strong&gt; (Σεπτέμβριος 1936), ο &lt;strong&gt;Λέων Τρότσκι&lt;/strong&gt;, επιχειρώντας να ασκήσει κριτική στον εκφυλισμό του σοβιετικού καθεστώτος σε μία αντιδραστική γραφειοκρατία, ανέτρεξε στην Γαλλική Επανάσταση και αποφάνθηκε ότι στην ανατροπή και καταστροφή των Ιακωβίνων από τους «Θερμιδωριανούς» είχαν συντελέσει η κούραση των μαζών και η εξαχρείωση των περισσότερων πρώην επαναστατών.&lt;br /&gt;Ο Ιταλός σοσιαλιστής και μετέπειτα κομμουνιστής &lt;strong&gt;Αντόνιο Γκράμτσι&lt;/strong&gt; (Antonio Gramsci, 1891–1937), στις σημειώσεις του κατά την διάρκεια της 11χρονης (1926 - 1937) φυλάκισής του από τους φασίστες του Μουσολίνι, εξέφρασε ανοικτά τον θαυμασμό του τόσο για την ιακωβινική φάση της Γαλλικής Επανάστασης όσο και για τους ίδιους του Ιακωβίνους, οι οποίοι κατόρθωσαν με την αποφασιστικότητά τους και την ηθική και ιδεολογική τους ακαμψία να οδηγήσουν τις καταστάσεις σύμφωνα με το δικό τους πολιτικό πρόγραμμα: &lt;em&gt;«ήσαν (οι Ιακωβίνοι) πεπεισμένοι για την απόλυτη ειλικρίνεια των συνθημάτων τους για ισότητα, αδελφότητα και ελευθερία και, το πιο σημαντικό, οι μεγάλες λαϊκές μάζες τις οποίες οι Ιακωβίνοι διέγειραν και τραβούσαν σε αγώνες ήσαν επίσης πεπεισμένες γι’ αυτήν την ειλικρίνεια. Η γλώσσα των Ιακωβίνων, η ιδεολογία τους, οι μέθοδοι δράσης τους αντανακλούσαν με τέλειο τρόπο τις απαιτήσεις της εποχής τους, ακόμη και εάν στο σήμερα, υπό διαφορετικές συνθήκες και μετά από πάνω από έναν αιώνα πολιτιστικής εξέλιξης, ίσως αυτές φαντάζουν ‘‘αφαιρετικές’’ και ‘‘φρενιτιώδεις’’…» &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Aulard F. A., «La Societe des Jacobins, Recueil de documents», τόμοι 6, Paris, 1889&lt;br /&gt;Bax B. Ernest, «Last Episodes of the French Revolution», εκδόσεις «Hasket House», 1971&lt;br /&gt;Bouloiseau Marc, «The Jacobin Republic, 1792 - 1794», Cambridge, 1983&lt;br /&gt;Cantimori Delio, «Utopisti e riformatori Italiani, 1794 - 1847», εκδόσεις «Sansoni» Florence, 1943&lt;br /&gt;Cantimori Delio, «Giacobini Italiani», τόμοι 3, εκδόσεις «Laterza &amp;amp; figli», Bari, 1956 - 1964&lt;br /&gt;Giglioli Constance H. D., «Naples in 1799. An account of the revolution of 1799 and the rise and fall of the Parthenopean Republic», London, 1903&lt;br /&gt;Goldstein Ivo - Jovanovic Nikolina, «Croatia: A History», εκδόσεις « C. Hurst &amp;amp; Co. Publishers», London, 1999 Gutteridge H. C. ed., «Nelson and the Neapolitan Jacobins», εκδόσεις «Navy Records Society», London, 1903 Higonnet Patrice, «Goodness Beyond Virtue: Jacobins during the French Revolution», εκδόσεις «Harvard University Press», Cambridge, 1998&lt;br /&gt;Καραγεώργος Βασίλειος Στυλ., «Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του Γρηγορίου Ε προς τους Επτανησίους, Το Οικουμενικό Πατριαρχείο καί η Γαλλική Επανάσταση», ανάτυπο από «χαριστήριο τόμο προς τιμήν του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α», Αθήνα, 2000&lt;br /&gt;Κιτρομηλίδης Πασχάλης, «Η Γαλλική Επανάσταση και η νοτιοανατολική Ευρώπη», εκδόσεις «Πορεία», Αθήνα, 2000&lt;br /&gt;Lienard Alain ed., «Theorie Politique», εκδόσεις «Le Seuil», Paris, 1976&lt;br /&gt;Loomis Stanley, «Paris in the Terror. June 1793 – July 1794», εκδόσεις «J. B. Lippincott Company», New York, 1964&lt;br /&gt;Ρασσιάς Βλάσης, «Λαιμητόμος Αρετή. Ροβεσπιέρος, Σαιν Ζυστ, Κουτόν», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007&lt;br /&gt;Schama Simon, «Citizens: A Chronicle of the French Revolution», εκδόσεις «Knopf», New York, 1991&lt;br /&gt;Von Helfert Fr., «Fabrizio Ruffo, Revolution und Gegen - Revolution von Neapel, November 1798 bis August 1799», Wien, 1882&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4702346471103298822-4995561975819801350?l=jacobins-gr.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/feeds/4995561975819801350/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/blog-post.html#comment-form' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/4995561975819801350'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4702346471103298822/posts/default/4995561975819801350'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://jacobins-gr.blogspot.com/2009/10/blog-post.html' title='Ιακωβίνοι, «Λέσχη των Ιακωβίνων»'/><author><name>Στέφανος Μυτιληναίος</name><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='28' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpNsA4tRDI/AAAAAAAAAho/Axks1Euhyms/S220/4787_1159084894059_1135886435_484515_7361113_n.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_uyGFj8uqA2w/StpZcDmCvjI/AAAAAAAAAik/v3IRJKdYwTA/s72-c/revolte1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry></feed>
