Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Φρανσουά - Νοέλ «Γράκχος» Μπαμπέφ (Francois - Noel «Gracchus» Babeuf, Σαιν Κουεντίν 23 Νοεμβρίου 1760 – Παρίσι 27 Μαϊου 1797)


Γάλλος επαναστάτης, αρχικά Ιακωβίνος και μετά ουτοπιστής – σοσιαλιστής, θεμελιωτής του επαναστατικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, ιδρυτής μέσα σε αυτόν της συγκεκριμένης ιδεολογικής τάσης του «Μπαμπεφισμού» («Babouvisme»), που διεκδίκησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα όλων των πολιτών, γι’ αυτό και ο ίδιος αποκλήθηκε μετά θάνατον «Προμηθέας του Προλεταριάτου».

Από τον ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ

Φρανσουά - Νοέλ «Γράκχος» Μπαμπέφ (Francois - Noel «Gracchus» Babeuf, Σαιν Κουεντίν 23 Νοεμβρίου 1760 – Παρίσι 27 Μαϊου 1797). Γάλλος επαναστάτης, αρχικά Ιακωβίνος και μετά ουτοπιστής – σοσιαλιστής, θεμελιωτής του επαναστατικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, ιδρυτής μέσα σε αυτόν της συγκεκριμένης ιδεολογικής τάσης του «Μπαμπεφισμού» («Babouvisme»), που διεκδίκησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα όλων των πολιτών, γι’ αυτό και ο ίδιος αποκλήθηκε μετά θάνατον «Προμηθέας του Προλεταριάτου».


ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ:
Γεννήθηκε στο Saint Qentin στην πάμφτωχη οικογένεια του Κλωντ Μπαμπέφ (Claude Babeuf), παλαιού στρατιώτη από το καλβινιστικό χωριό Bobeuf ή Baboeuf της Πικαρδίας που είχε αυτομολήσει το 1738 στον αυστριακό στρατό, είχε προαχθεί σε δάσκαλο της Αυλής και είχε επιστρέψει στην Γαλλία μετά από αμνηστία που χορηγήθηκε το 1755. Όπως και ο φτωχός πατέρας του (που σημειωτέον δίδαξε ωστόσο στα παιδιά του τα γερμανικά και μαθηματικά που γνώριζε) έτσι και ο νεαρός Φρανσουά - Νοέλ, χρειάστηκε από 14 ετών να εργαστεί σκληρά για να εξοικονομήσει η οικογένειά του αλλά και ο ίδιος τα απαραίτητα για την συντήρησή της. Ο πατέρας του είχε πεθάνει ήδη από το 1780 και έκτοτε έπεσε αποκλειστικά στον Φρανσουά - Νοέλ η ευθύνη να συντηρήσει την μητέρα του και τα αδέλφια του, καθώς αργότερα και την σύζυγό του και τους τρεις δικούς του υιούς. Λέγεται ότι λίγο πριν ξεψυχήσει ο πατέρας του, έδωσε στον 20χρονο Φρανσουά - Νοέλ ένα φθαρμένο αντίτυπο των «Παράλληλων Βίων» του Πλουτάρχου με την ευχή να τον συνοδεύει σε όλες τις χαρές και λύπες της ζωής και επίσης τον όρκισε επάνω στο στρατιωτικό του ξίφος να μάχεται πάντοτε για τα δίκαια των ανθρώπων.

Στις 13 Νοεμβρίου 1782 ο Μπαμπέφ νυμφεύθηκε μία νεαρή κοπέλα από την Αμιένη, υπηρέτρια στο σπίτι κάποιων αριστοκρατών όπου και ο ίδιος εργαζόταν ως υπηρέτης. Συνέχισε να εργάζεται ως υπηρέτης μέχρι το 1784, οπότε και μετακόμισε οικογενειακώς στο Ροϊ (Roye), όπου βρήκε μία πολύ καλή και οικονομικά αποδοτική εργασία, ως κλητήρας του κτηματολογίου, μέχρι το 1789 που ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση. Το 1787 συνέγραψε το πρώτο κείμενό του με τίτλο «Διαρκές Κτηματολόγιο», που το εξέδωσε, καθώς και την μπροσούρα «La nouvelle distinction des ordres par M. de Mirabeau», το 1790 στο Παρίσι με τον τίτλο «Cadastre perpetuel, dedie a l'assemblee nationale, l'an 1789 et le premier de la liberte francaise», μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα της Γαλλικής Επανάστασης, όπου είχε παρακολουθήσει από κοντά την κατάληψη και κατεδάφιση της Βαστίλης και την δράση των «Αβράκωτων» ή «Σανκιλότ». Έχοντας ωστόσο συγκλονιστεί από το θέαμα του καρφωμένου σε ένα κοντάρι κεφαλιού του Φουλόν (Foulon) που περιφερόταν από τον όχλο στην οδό Faubourg Saint-Martin εν μέσω γενικής χαράς και τραγουδιών, σε μια επιστολή προς την σύζυγό του έδειχνε πολύ προβληματισμένος για το απίστευτο μέγεθος ανελέητης βιαιότητας που μπορούσε να εκδηλώσει το πλήθος:

«να’ ξερες πόσο με αρρώστησε όλη αυτή η χαρά του πλήθους!… Όλες εκείνες οι τιμωρίες του παρελθόντος, οι διαμελισμοί, τα βασανιστήρια, ο τροχός, η πυρές, οι μαστιγώσεις, οι κάθε είδους εκτελέσεις, μας έχουν αποκτηνώσει! Αντί να μας εξημερώσουν, οι αφέντες μας μάς έχουν αποβαρβαρώσει, αφού βάρβαροι ήσαν και παραμένουν και αυτοί οι ίδιοι… Αυτό, φτωχή μου γυναίκα, θα έχει κατ’ όπως δείχνουν τα πράγματα συνέπειες φρικτές! Και μάλλον βρισκόμαστε μόνο στην αρχή!».

ΟΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ:
Μετά από αρθρογραφία σε διάφορες ριζοσπαστικές εφημερίδες της εποχής με τα ψευδώνυμα «Καμίλλος» («Camille») και «Γράκχος» («Gracchus», σε ανάμνηση των μεταρρυθμιστών αδελφών Γράκχων, μαρτύρων της αρχαίας ρωμαϊκής Δημοκρατίας) άρχισε να αποκτά την φήμη του εξτρεμιστή, συνελήφθηκε ως τέτοιος στις αρχές του Ιουλίου 1790, αλλά έτυχε της άμεσης υποστήριξης της εφημερίδας του Zαν Πωλ Μαρά (Jean Paul Marat) «Φίλος του Λαού» («Ami du Peuple») και αφέθηκε ελεύθερος μετά από μερικές ημέρες. Τον Οκτώβριο του 1790 μετακόμισε στο Ροϊ, από όπου εξέδιδε για μερικούς μήνες την επαναστατική εφημερίδα «Ο ανταποκριτής της Πικαρδίας» («Le Correspondant Picard»), η οποία σταμάτησε μετά από 40 συνολικά τεύχη. Το σκληρό ύφος των άρθρων του τού κόστισε τελικά 200 μηνύσεις σε διάστημα 6 μόλις μηνών και μια ακόμη σύλληψη και φυλάκιση, ενώ παύθηκε από δημοτικός σύμβουλος στην δημαρχεία του Ροϊ, όπου είχε εκλεγεί τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.

Τον Μάρτιο του 1791 πάντως, και ενώ ήδη η σύζυγός του είχε υποχρεωθεί να πουλήσει τα έπιπλα του σπιτιού τους για να πληρώσει τα χρέη της οικογένειας, διορίστηκε εντεταλμένος για την καταγραφή της εθνικής περιουσίας («biens nationaux») στο Ροϊ, αλλά μετά από μερικούς μήνες διώχθηκε και από εκεί επειδή προπαγάνδιζε την ανάγκη διανομής των αμφίβολης ιδιοκτησίας χωραφιών και γενικά απέκτησε πάμπολλους εχθρούς λόγω της αδιαλλαξίας του σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Στα μέσα του καλοκαιριού του 1793 έφυγε για το επαναστατημένο Παρίσι όπου διορίστηκε γραμματέας στην «Επιτροπή Επισιτισμού» («Comite des subsistances») της Κομμούνας, ενώ στις 23 Αυγούστου καταδικάστηκε ερήμην από δικαστήριο του Somme σε 20ετή φυλάκιση με βάση ένα στημένο από τους εχθρούς του κατηγορητήριο περί υποτιθέμενης «πλαστογραφίας» κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στο Ροϊ.

Σε υλοποίηση της δικαστικής απόφασης συνελήφθη τον μήνα Μπρυμαίρ του έτους 2 της Δημοκρατίας (τον Νοέμβριο 1793) στο σπίτι του στο Παρίσι (επί της οδού Porte St Honore, αριθμός 27), δυνάμει εντάλματος που είχαν εκδώσει οι δικαστικές αρχές της Αμιένης, φυλακίστηκε στο Abbaye και στις 18 Ιουλίου 1794 (28 Φλορεάλ του έτους 2) δικάστηκε στο κακουργιοδικείο του Aisne στο Λαόν (Laon), όπου όμως οι δικαστές ακύρωσαν ομόφωνα την καταδικαστική απόφαση των δικαστών του Somme και τον αθώωσαν πανηγυρικά, αποφαινόμενοι ότι η όλη υπόθεση ξεκίνησε από προσωπικό φθόνο φιλομοναρχικών στοιχείων.

Μετά την αθώωσή του, επέστρεψε για λίγο στο Παρίσι, αλλά δεν έζησε από κοντά την ανατροπή και καρατόμηση του Ροβεσπιέρου και την πλήρη επικράτηση των αντεπαναστατικών στοιχείων στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση λίγες ημέρες αργότερα, στις 9 Θερμιδώρ του έτους 2 (27 Ιουλίου 1794), γιατί απουσίαζε στο Λαόν, όπου βρισκόταν ο βαριά άρρωστος υιός του Εμίλ (Emile). Όταν ξαναγύρισε στο Παρίσι εξέδωσε από τις 3 Σεπτεμβρίου του 1794 (στα τέλη δηλαδή του έτους 2) την εφημερίδα «Για την Ελευθερία του Τύπου» («Journal de la Liberte de la Presse»), αρχικά με θέσεις κατά των ανατραπέντων «τρομοκρατών» και υπέρ των «θερμιδωριανών».

Η ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ «ΡΟΒΕΣΠΙΕΡΙΚΩΝ» ΘΕΣΕΩΝ:
Μέσα σε έναν μόλις μήνα ωστόσο, μετακινήθηκε προς τις ροβεσπιερικές θέσεις, ιδίως όταν στις 5 Οκτωβρίου (ή 4η Βεντεμιαίρ του έτους 3) μετονόμασε την εφημερίδα του σε «Βήμα του Λαού» («Tribune du Peuple») και υιοθέτησε μόνιμα πλέον το όνομα «Γράκχος». Εξαιτίας της δριμύτητας των άρθρων του, των αντι-ιδιοκτησιακών θέσεών του, αλλά και της ανοικτής ηθικής και ιδεολογικής υποστήριξης που εξέφρασε τώρα πια προς τους πεσόντες Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ και Κουτόν, συνελήφθη πριν καν τελειώσει ο Οκτώβριος και φυλακίστηκε για ένα διάστημα στο Αρράς (Arras), όπου γνώρισε φυλακισμένους «τρομοκράτες» ροβεσπιεριστές, όπως τον γνωστό εκδότη της «Επιθεώρησης της Ισότητας» («Journal de l' Εgalite») Λεμπουά (Lebois).

Αποφυλακίστηκε για λίγο, τοποθετήθηκε ξανά υπέρ του Ροβεσπιέρου και υπέρ του Συντάγματος του 1793 στο τεύχος 33 της εφημερίδας του και φυλακίστηκε ξανά τον Φεβρουάριο του 1795, ενώ οι εξτρεμιστές της φιλομοναρχικής αντι-ιακωβινικής οργάνωσης «Χρυσή Νεολαία» («Jeunesse Doree») έσπασαν τα σφραγισμένα γραφεία της ενοχλητικής εφημερίδας και έκαψαν δημόσια τα αντίτυπα που βρήκαν σε μια μεγάλη πυρά έξω από το Theatre des Bergeres.

Όπως αναφέρει ο Ernest Belfort Bax, στην αλληλογραφία του Μπαμπέφ που βρέθηκε στο σπίτι του και κατασχέθηκε από την αστυνομία, υπήρξε και μία επιστολή με την οποία απαντούσε στον «Εμπεριστή» (οπαδό του εξτρεμιστή Εμπέρ που καρατομήθηκε την άνοιξη του 1794) Joseph Bodson ότι ο ίδιος ο Μπαμπέφ και οι ομοϊδεάτες του αποτελούσαν τους «δεύτερους Γράκχους» της Γαλλικής Επανάστασης, θεωρώντας ως «πρώτους Γράκχους» τους Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ, Κουτόν και τους υπόλοιπους εξοντωθέντες «ροβεσπιεριστές»:

«να αποδώσουμε στον Ροβεσπιέρο την τιμή που του αξίζει, ώστε επιτέλους όλοι οι οπαδοί του να σηκωθούν ξανά και να θριαμβεύσουν… Ο Ροβεσπιερισμός είναι η Δημοκρατία, οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι. Η αναζωογόνηση του Ροβεσπιερισμού εγγυάται την αναζωογόνηση της Δημοκρατίας».

Στην φυλακή Plessis, όπου έμεινε φυλακισμένος για περίπου 8 μήνες, γνώρισε τον Ιταλό επαναστάτη και «ροβεσπιεριστή» Φίλιππο Μπουοναρόττι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti ή Buonarroti, 1761 - 1837), τον οικοδεσπότη του Ροβεσπιέρου Μωρίς Ντυπλαί (Maurice Duplay) και τον επίσης «ροβεσπιεριστή» Μαρκ Αντουάν Ζυλιέν (Marc Antoine Julien). Μετά την δεύτερη αποφυλάκισή του στις 31 Οκτωβρίου του ιδίου έτους (ή στις 4 Μπρυμαίρ του έτους 4), με την γενική αμνηστία που έδωσε η Συμβατική, και εκμεταλλευόμενος την πείνα που είχε πέσει στον λαό μετά από την κατάργηση των οικονομικών μέτρων των ροβεσπιεριστών, ενέτεινε μέσα από τις σελίδες του «Βήματος του Λαού» (που επανεκδόθηκε από το 35ο του τεύχος) την πολεμική του προς το καθεστώς του «Διευθυντηρίου» (σε αναφορές των χαφιέδων της αστυνομίας που χρονολογούνται από τον Νοέμβριο του 1795 καταγγελλόταν ότι «προέτρεπε σε στάση, εξέγερση και εφαρμογή του Συντάγματος του 1793»).

ΑΠΟ ΤΗΝ «ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ» ΣΤΗΝ «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΩΝ ΙΣΩΝ»:
Τον επόμενο μήνα συμμετείχε με τον Μπουοναρόττι στην ίδρυση της φιλο-ιακωβινικής οργάνωσης «Λέσχη του Πανθέου» («Societe du Pantheon»), που έλαβε το όνομά της από την πλατεία όπου πραγματοποιούσε τις συγκεντρώσεις της. Το «Βήμα του Λαού» απετέλεσε εφεξής το επίσημο όργανο της οργάνωσης, η οποία στις αρχές του 1796 αριθμούσε 17.000 μέλη, αρκετά από τα οποία ήσαν και μέλη της φρουράς του Παρισιού ή μέλη του ιακωβινικού στρατιωτικού σώματος «Πατριώτες του ’89», το οποίο είχε χρησιμοποιήσει πριν από λίγους μήνες το «Διευθυντήριο» κατά των μοναρχικών.

Οι τακτικές νυκτερινές συγκεντρώσεις της «Λέσχης του Πανθέου» κάτω από το φως πυρσών, η αίτησή τους στις αρχές να ιδρύσουν λατρεία του «Φυσικού Νόμου» ως «θρησκευτική» διάσταση του πολιτικού αιτήματος για Ισότητα, η ταχεία επικράτηση της τάσης του Μπαμπέφ και η εντονότατη ανησυχία των «φιλήσυχων νοικοκυραίων» του Παρισιού (που στις δραστηριότητες εκείνων που αποκαλούσαν «συμμορίτες» διέβλεπαν επιστροφή του «ροβεσπιερισμού»), έδειξαν στο «Διευθυντήριο» ότι έπρεπε να προγραμματίσει άμεση καταστολή.

Τελικά στις 27 Φεβρουαρίου 1796 ο Ναπολέων Βοναπάρτης προέβη κατ’ εντολή του «Διευθυντηρίου» στην διάλυση της «Λέσχης», με αποτέλεσμα όμως να προχωρήσει άμεσα ο Μπαμπέφ μαζί με αδιάλλακτους αριστερούς Ιακωβίνους (Λεμπουά, Μπουοναρόττι, Νταρτέ, Λιντέ, κ.ά.) στην ίδρυση της «Ένωσης των Δικαίων» ή «Εταιρείας των Ίσων» («Societe des Egaux»), η οποία απετέλεσε ιστορικά την πρώτη μεγάλη σοσιαλιστική επαναστατική οργάνωση της Γαλλίας.

Ήδη μερικές ημέρες πριν από την διάλυση της «Λέσχης του Πανθέου», ο Μπαμπέφ κατεζητείτο από την αστυνομία και συνεπώς ίδρυσε την νέα οργάνωση και συντόνιζε τις ενέργειές της από το παρισινό κρησφύγετο του, και από εκεί επίσης σύστησε στις 30 Μαρτίου (10 Ζερμινάλ του έτους 4) το επταμελές «Μυστικό Διευθυντήριο» της οργάνωσης. Έχοντας αποφασίσει να κλείσει το ενοχλητικό «Βήμα του Λαού», το καθεστωτικό «Διευθυντήριο» είχε στείλει στα μέσα του Φεβρουαρίου έναν αξιωματούχο του στο σπίτι του Μπαμπέφ με εντολή να κατάσχει ό,τι αφορούσε την εφημερίδα, όμως αυτός ξυλοκοπήθηκε από τον Μπαμπέφ και πετάχθηκε στον δρόμο.

Αντιμετωπίζοντας συνεπώς άμεση σύλληψη και φυλάκισή του, ο Μπαμπέφ κατέφυγε σε ένα κρυσφήγετο (στο σπίτι του ράφτη Τισώ, Tissot, στην οδό Grande Truanderie 21) που του είχε παράσχει ο «ροβεσπιεριστής» Ωγκυστέν Νταρτέ (Augustin Alexandre Darthe, 1769 - 1797), ενώ η αστυνομία συνέλαβε και φυλάκισε αντ’ αυτού την σύζυγο και τα παιδιά του. Από την παρανομία ο Μπαμπέφ κατόρθωσε να εκδώσει μερικά ακόμη τεύχη του «Βήματος του Λαού», μέχρι το τελευταίο 43ο τεύχος, υποστηριζόμενος οικονομικά από μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» και ομοϊδεάτες του από το Αρράς. Στο 40ο τεύχος ο Μπαμπέφ κάλεσε ενυπόγραφα τον λαό σε εξέγερση και απεκάλεσε την κυβέρνηση «μαέστρους της πείνας, αιματοπότες, τυράννους, δήμιους, απατεώνες και τσαρλατάνους», στο δε τελευταίο 43ο «πύρινο» τεύχος στις 16 Απριλίου 1796 (5 Φλορεάλ του έτους 4), επετέθηκε για μία ακόμη φορά στην τυραννία του «Διευθυντηρίου»:

«Όλα έχουν τελειώσει. Η τρομοκρατία ενάντια στον λαό είναι η έννομη τάξη του σήμερα. Δεν μας επιτρέπεται πια να μιλάμε, δεν μας επιτρέπεται πια να διαβάζουμε, δεν μας επιτρέπεται πια να σκεπτόμαστε, δεν μας επιτρέπεται πια να δείχνουμε ότι υποφέρουμε. Δεν μας επιτρέπεται να παραδεχόμαστε ότι ζούμε υπό τον ζυγό των πιο απαίσιων τυράννων».

Σχεδόν αμέσως μετά το τελευταίο τεύχος του «Βήματος του Λαού» η «Ένωση των Δικαίων» εξέδωσε το «Μανιφέστο των Ίσων» («Le Manifeste des Egaux») του αναρχικού ποιητή Μαρεσάλ (Sylvain Marechal 1750 – 1803, αρχισυντάκτη του επαναστατικού περιοδικού «Πρόσκοπος του Λαού», «L’Eclaireur du People, ou le defenseur de vingt - cinq millions d'opprimes», που μοιραζόταν από χέρι σε χέρι και στα λίγα τεύχη που εξέδωσε είχε γράψει άρθρα και ο Μπαμπέφ).

Στο «Μανιφέστο» του Μαρεσάλ η ατομική ιδιοκτησία δεχόταν ανοικτή επίθεση στο όνομα της Φύσης και επίσης εγείρονταν σαφείς απαιτήσεις για αγροτική μεταρρύθμιση, Δημοκρατία και ισότητα:

«Λαέ της Γαλλίας! Επί 15 αιώνες έζησες σκλάβος και, κατά συνέπεια, δυστυχισμένος. Τα τελευταία 6 χρόνια όμως, περιμένεις ανυπόμονα να αποκτήσεις επιτέλους την ανεξαρτησία, την ελευθερία και την ισότητα. Ισότητα! Η πρώτη επιθυμία της Φύσης, η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου, ο πρώτος κόμπος της κάθε αξιοπρεπούς σχέσης… Η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν παρά ο προάγγελος μιας επόμενης επανάστασης, πολύ πιο μεγάλης και πιο σοβαρής, η οποία και θα είναι η τελευταία. Ο λαός παρέλασε πάνω από τα κουφάρια των βασιλιάδων και των παπάδων που τόλμησαν να συμπαραταχθούν εναντίον του. Το ίδιο θα πράξει και με τους νέους τυράννους του, με τους νέους πολιτικούς Ταρτούφους που έχουν θρονιαστεί στους θώκους των παλαιών… Συκοφάντες του αγώνα μας πολιτικοί, σωπάστε! Στην σιωπή της σύγχυσής σας ακούστε τα αιτήματά μας, αιτήματα που τα υπαγόρευσε η Φύση και τα στηρίζει η έννοια της Δικαιοσύνης».

Για την «Ένωση των Δικαίων» η δημοκρατία δίχως οικονομική ανατροπή ισοδυναμούσε με κανονική δουλεία, συνεπώς έπρεπε να εγκαθιδρυθεί κοινοκτημοσύνη, γενική υποχρέωση στην εργασία και πλήρης κοινωνική ισότητα, ενώ επίσης έπρεπε να καταδικαστεί η φιλοδοξία και ο εγωϊσμός, με παράλληλη προώθηση ενός απλού και ηθικού τρόπου ζωής και μίας διαπαιδαγώγησης των νέων που θα ήταν ικανή να δημιουργήσει ισχυρούς χαρακτήρες.

Η ιδεολογία του Μπαμπέφ («Μπαμπεφισμός», «Babouvisme») εξέφραζε έναν πρωτότυπο αγροτικό σοσιαλισμό, που αντιστρατευόταν την βιομηχανία, το εμπόριο και τον αστισμό και στηριζόταν στην λιτότητα και την απλή ζωή (με υπόδειγμα τις σπαρτιατικές και ρωμαιοδημοκρατικές αρετές, του αφοσιωμένου πολεμιστή και του αγρότη - στρατιώτη).

Ο Μπαμπέφ έθετε ως σκοπό την άμεση επαναστατική κατάληψη της εξουσίας από τον λαό, την πλήρη κοινωνική αναδιοργάνωση και την ανακατανομή της ιδιοκτησίας (ιδιοκτησία βέβαια της γης, αφού η βιομηχανία δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί τον 18ο αιώνα) μέσω μία μεταβατικής αυταρχίας των επαναστατών, γινόμενος έτσι προπομπός τού μετέπειτα αυτοδιαχειριστικού και κομμουνιστικού κινήματος: «μακριά από εμάς αυτή η μικρόψυχη ατολμία που θα μας κάνει να πιστέψουμε ότι δήθεν μόνοι μας δεν έχουμε τη δύναμη να κατορθώσουμε το παραμικρό, ότι δήθεν πρέπει να έχουμε πάντα κάποιον κυβερνήτη. Οι κυβερνήτες ενδιαφέρονται για επαναστάσεις μόνο στο μέτρο που αυτές ίσως τους δώσουν δυνατότητα να κυβερνήσουν».

Για το ζήτημα της ιδιοκτησίας έγραφε το 1795: «τον άνθρωπο που πεινάει ή έχει άμεσες βιοτικές ανάγκες, δεν τον βοηθάει μία πνευματική μόνον ισότητα. Αυτή την ισότητα την έχει ούτως ή άλλως στην φυσική του κατάσταση… Το πρώτο και πιο επικίνδυνο από όσα υπάρχουν γύρω μας, και επιπλέον το πιο ανήθικο, είναι το υποτιθέμενο δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Ποιο είναι όμως αυτό το περίφημο δικαίωμα… εκτός από την απόλυτη επικράτηση του νόμου του πιο ισχυρού;» και για το ζήτημα της ευτυχίας: «Η ευτυχία! Ρωτήστε όποιον υποφέρει από πείνα, από δίψα, από κρύο, από υπερβολική κούραση ή από την ίδια την άγνοιά του, τι σημαίνει ευτυχία. Η απάντηση θα είναι καθαρή, ακριβής, κατηγορηματική».

Αρκετοί μετριοπαθείς Ιακωβίνοι, όπως λ.χ. εκείνοι της λέσχης της οδού Faubourg Saint-Antoine, αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στην «Ένωση των Δικαίων», καταγγέλλοντας μάλιστα τόσο τον ίδιο όσο και τον ομοϊδεάτη του Λεμπουά ως «egorgeurs» («μαχαιροβγάλτες»), ωστόσο αυτό δεν τον εμπόδισε να ιδρύσει, παρά το ότι κρυβόταν, πυρήνες της οργάνωσης σε όλο το Παρίσι και να δημοσιεύει υπό το ψευδώνυμο «Lalonde, στρατιώτης της πατρίδας» («Lalande, soldat de la patrie») αρκετά κείμενά του στην παράνομη επαναστατική εφημερίδα «L’Eclaireur du Peuple» του Μαρεσάλ. Σε πολλά καφενεία του Παρισιού τραγουδιόταν το τραγούδι που ο ίδιος είχε συνθέσει «Mournat de faim, mourant de froid» («Πεθαίνοντας από πείνα, πεθαίνοντας από κρύο») και κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι τα στρατεύματα της Γκρενέλ (Grenelle), επρόκειτο να στασιάσουν κατά του «Διευθυντηρίου», φήμες που έγιναν ακόμα εντονότερες μετά από την έκδοση του φύλλου της 24ης Απριλίου 1796 της επαναστατικής εφημερίδας «Ο φίλος του λαού» («Ami du peuple», 29 Φρουκτιδώρ του έτους 2 ή 15 Σεπτεμβρίου 1794 – 24 Βεντεμιαίρ του έτους 6 ή 14 Δεκεμβρίου 1797), στο οποίο ο Λεμπουά προέτρεπε και αυτός ανοικτά και ενυπόγραφα τον στρατό σε στάση. Λίγες ημέρες πριν, στις 11 Απριλίου, όλο το κέντρο του Παρισιού είχε γεμίσει αφίσες, όπου σε 12 συνοπτικές παραγράφους κάτω από τον τίτλο «Ανάλυση της Διδασκαλίας του Μπαμπέφ» («Analyse de la doctrine de Baboeuf») γινόταν για μία ακόμη φορά επίκληση στο Σύνταγμα του 1793 και, στο όνομα της Φύσης, δεχόταν ευθεία επίθεση η οικονομική ανισότητα και η ιδιοκτησία.

Η ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ «ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΕΦ»:
Hoppner περιγράφουν το παράνομο κίνημα του Μπαμπέφ με τα παρακάτω λόγια: «ήταν οργανωμένο σε μικρές ομάδες, που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, ώστε η ενδεχόμενη ανακάλυψή τους δεν μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την όλη οργάνωση. Οι καθοδηγητές των ομάδων εργάζονταν σε όλες τις συνοικίες της πόλης και, μέσω διασυνδέσεων, διατηρούσαν την συνεχή τους επικοινωνία με τη μυστική Κεντρική Επιτροπή. Διέδιδαν προπαγανδιστικό υλικό και ενημέρωναν την Κεντρική Επιτροπή για τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, για τον αριθμό των ήδη ενταγμένων μελών, αλλά και των συμπαθούντων. Η Κεντρική Επιτροπή συνεδρίαζε σε διάφορα σπίτια και ένα από τα μέλη της φρόντιζε για την ογκώδη αλληλογραφία με τους οπαδούς στα τμήματα και στις βόρειες συνοικίες».

Η «Ένωση των Δικαίων» ή «Εταιρεία των Ίσων» ήταν όμως ήδη διαβρωμένη από τον μυστικό πράκτορα του «Διευθυντηρίου» πρώην λοχαγό Ζωρζ Γκρισέλ (Georges Grisel), ο οποίος όχι μόνο είχε γίνει μέλος του επταμελούς «Μυστικού Διευθυντηρίου» της οργάνωσης, αλλά και «Αρμόδιος Οπλισμού», υπεύθυνος δηλαδή να επιτεθεί σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις κατά το ξέσπασμα της επανάστασης για να αρπάξει όπλα και να τα διανείμει στους επαναστάτες.

Μετά από τις αναφορές του καταδότη, αλλά και τις γενικότερες πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει κατά καιρούς ο χαφιές καφετζής του Cafe des Bains Chinois, στο οποίο συγκεντρώνονταν οι συνωμότες, ο υπουργός πολέμου Καρνό (Carnot) προσωπικά (καθώς το μέλος του «Διευθυντηρίου» Μπαρράς είχε εμφανιστεί σε αναφορές χαφιέδων να συνεργάζεται με κάποιους από τους συνωμότες) έδωσε εντολή στον νεαρό τότε στρατηγό Ναπολέοντα Βοναπάρτη να διαλύσει την οργάνωση και να συλλάβει τους ηγέτες της. Σε επιστολή του Σαρλ Ζερμαίν (Charles Anloine Guillaume Germain) προς τον Μπαμπέφ με ημερομηνία 19 Απριλίου 1796 (30 Ζερμινάλ του έτους 4), αναφέρεται ότι ο Μπαρράς σε συνάντηση με τον πρώτο είχε εκφράσει την κατανόησή του προς όσους ήσαν δυσαρεστημένοι με την οικονομική και πολιτική κατάσταση, είχε υπονοήσει ότι γνώριζε την ύπαρξη «Μυστικού Διευθυντηρίου» και είχε ζητήσει νεότερες συναντήσεις με τον Ζερμαιν.

Ο ίδιος ο Μπαμπέφ συνελήφθη στις 10 Μαϊου 1796 (21 Φλορεάλ του έτους 4), την παραμονή της προγραμματισμένης από την οργάνωση ένοπλης εξέγερσης, στο κρυσφήγετό του στο σπίτι του ράφτη Τισώ. Μαζί του πιάστηκαν οι Ωγκυστέν Νταρτέ και Φίλιππος Μπουοναρρότι, που από κοινού προσπαθούσαν να συντάξουν το επαναστατικό μανιφέστο, το οποίο θα κυκλοφορούσαν την επόμενη ημέρα ανάμεσα στον παρισινό λαό. Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν ενώ συνεδρίαζαν και φυλακίστηκαν στο Temple και μετά στο Abbaye οι υπόλοιποι ηγέτες της συνωμοσίας Σαρλ Ζερμαίν (Charles – Antoine - Guillaume Germain), Ιουστίνος Μορουά (Just Moroy, ένας 45χρονος κοσμηματοπώλης, πρώην μέλος του «Επαναστατικού Στρατού» των Παρισίων), Jean - Baptiste Cazin (ένας 48χρονος «ροβεσπιεριστής» που μετά την 9η Θερμιδώρ είχε φυλακιστεί επί αρκετούς μήνες στο Αρράς προτού αμνηστευθεί) και Πιερ Αντουάν ντ’ Αντονέλ (Pierre Antoine d’ Antonelle, 1747 – 1817, πρώην μαρκήσιος, πρόεδρος του «Επαναστατικού Δικαστηρίου» που καταδίκασε την Μαρία Αντουανέτα και τους Γιρονδίνους), καθώς και οι πρώην Ιακωβίνοι βουλευτές Λιντέ (Jean - Baptiste Robert Lindet, 1746 – 1825, τέως μέλος της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Αμάρ (Jean – Pierre - Andre Amar, 1755 – 1816, τέως μέλος της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας») Βαντιέ (Marc - Guillaume Alexis Vadier, 1736 – 1828, τέως μέλος της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας», ωστόσο άσπονδος εχθρός του Ροβεσπιέρου), Ρικόρ (Jean Francois Ricord, 1760 – 1818, εντεταλμένος αντιπρόσωπος στο Βιλεκρόζ κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Joseph Francois Laignelot (1752 – 1829, εντεταλμένος αντιπρόσωπος στην Βρέστη κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Ζαν – Μπαπτίστ Ντρουέ (Jean - Baptiste Drouet, 1763 - 1824, μέλος και γραμματέας του «Συμβουλίου των Πεντακοσίων»), κ.ά.

Στις 26 Μαϊου 1796 (9η Πραιριάλ του έτους 4), 100 περίπου πρώην μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» επεχείρησαν ανεπιτυχώς να εξεγείρουν τον λαό και να απελευθερώσουν τους κρατούμενους. Στις 27 Αυγούστου 1796 άπαντες οι κρατούμενοι συνωμότες, όπως και δεκάδες άλλοι πραγματικοί ή όχι συνεργάτες τους (ανάμεσά τους και ο οικοδεσπότης του Ροβεσπιέρου Ντυπλαί με τον υιό του), μεταφέρθηκαν σαν ζώα μέσα σε σιδερένια κλουβιά, όπως και οι οικογένειές των περισσότερων από αυτούς, στις φυλακές της επαρχιακής πόλης Βαντόμ (Vendome), με μυστική διαταγή του «Διευθυντηρίου», το οποίο γνώριζε από τους χαφιέδες του ότι στις 27 και 28 του μηνός οι ομοϊδεάτες τους θα επιχειρούσαν μία ακόμη λαϊκή εξέγερση με σκοπό την απελευθέρωσή τους. Δέκα ημέρες νωρίτερα ωστόσο, στις 17 Αυγούστου, ο Ντρουέ είχε διευκολυνθεί από το μέλος του «Διευθυντηρίου» Μπαρράς να δραπετεύσει και να φύγει στην Ελβετία.

Η λαϊκή εξέγερση επιχειρήθηκε τελικά στις 7 Σεπτεμβρίου από χίλιους περίπου ένοπλους παρισινούς Ιακωβίνους, οι οποίοι είχαν ως σχέδιο την απελευθέρωση των κρατουμένων μετά από έλεγχο της πρωτεύουσας με νυκτερινή κατάληψη του ανακτόρου του Λούξεμπουργκ που αποτελούσε την έδρα του «Διευθυντηρίου» και ταυτόχρονο προσεταιρισμό των δυσαρεστημένων στρατευμάτων της Γκρενέλ (Grenelle). Το σχέδιο όμως είχε καταδοθεί από χαφιέδες στο «Διευθυντήριο», του οποίου η έδρα φυλασσόταν από πολυάριθμη φρουρά, ενώ στην Γκρενέλ οι δυσαρεστημένοι στρατιωτικοί είχαν εξουδετερωθεί και έτσι οι επαναστάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με το κατά βούληση πυρ από τους στρατιώτες του ταγματάρχη Μαρλό (Marlo). Αφήνοντας περισσότερους από 100 νεκρούς και βαριά τραυματισμένους έξω από το στρατόπεδο της Γκρενέλ, οι υπόλοιποι Ιακωβίνοι διαλύθηκαν τρομοκρατημένοι και η επιχείρηση, την οποία ο Bax θεωρεί ως «το τελευταίο επεισόδιο της Γαλλικής Επανάστασης», απέτυχε παταγωδώς. Η κυβέρνηση φυσικά εκμεταλλεύθηκε τα γεγονότα και διέταξε την άμεση σύλληψη όλων των ομοϊδεατών των επαναστατών στο Παρίσι και τα περίχωρα.

Συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν συνολικά 800 περίπου άτομα, που δικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία και 30 θανατώθηκαν έξω από την Γκρενέλ, ενώ εκατοντάδες άλλοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις και εξορία. Ο μόνος που τόλμησε να υπερασπιστεί του τελευταίους Ιακωβίνους ήταν ο αποσυρμένος πια από την πολιτική πρώην δήμαρχος του Παρισιού Πας (Jean- Nicolas Pache, 1746 – 1823, φυλακισμένος από το καθεστώς των Ροβεσπιέρου, Σαιν Ζυστ και Κουτόν), ο οποίος εξέδωσε μία επώνυμη μπροσούρα σε υπεράσπιση των διωκομένων.

Η ΔΙΚΗ, Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΙ Η ΚΑΡΑΤΟΜΗΣΗ:
Η δίκη των 47 κρατουμένων (εκ των οποίων οι 5 δικάζονταν ερήμην) που παραπέμφθηκαν τελικά στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βαντόμ ξεκίνησε στις 20 Φεβρουαρίου 1797 (2 Βεντόζ του έτους 5), με ένα κατηγορητήριο στηριγμένο κυρίως στις αναφορές του χαφιέ Γκρισέλ και σε περίπου 500 έγγραφα που είχαν κατασχεθεί από το κρησφύγετο του Μπαμπέφ. Το κτίριο του Δικαστηρίου φρουρούσαν εκατοντάδες στρατιώτες και δίπλα από κάθε κατηγορούμενο έστεκαν δύο χωροφύλακες. Το ακροατήριο απαρτιζόταν κατά κανόνα από ομοϊδεάτες των κατηγορουμένων, αν και ανάμεσά τους βρίσκονταν αρκετοί χαφιέδες της αστυνομίας.

Από τους ηγέτες της συνομωσίας, οι Ζερμαίν, ντ’ Αντονέλ, Μπουοναρόττι και Μπαμπέφ χρησιμοποίησαν το εδώλιο για να προβάλουν τις ιδεολογικές τους θέσεις, ενώ ο Νταρτέ, μη αναγνωρίζοντας την εξουσία των δικαστών, έμεινε σιωπηλός σε όλη την διάρκεια της δίκης με εξαίρεση ένα μανιφέστο που διάβασε την πρώτη ημέρα και κατέληξε με τα εξής λόγια, τα οποία διέσωσε ο Μπουοναρόττι:

«Ριγμένος από πολύ νέος στην Επανάσταση, υποστήριξα όλες της τις ανάγκες, επωμίσθηκα όλους της τους κινδύνους και ποτέ δεν τσάκισα. Δεν είχα άλλη απόλαυση από την ελπίδα ότι κάποτε θα δω επιτέλους την ημέρα που θα θεμελιωθεί η αρραγής βασιλεία της ισότητας και της ελευθερίας. Απαρνήθηκα εντελώς τον εαυτό μου, αφοσιωμένος αποκλειστικά και μόνο σε αυτό το έργο υπέρ της ανθρωπότητας. Προσωπικά ενδιαφέροντα, οικογενειακές σχέσεις, όλα τα ξέχασα και τα απαρνήθηκα. Η καρδιά μου κτυπούσε μόνον για τους συναγωνιστές μου και για τον θρίαμβο της κοινωνικής δικαιοσύνης».

Στην διάρκεια της τρίμηνης δίκης, κατά την οποία ακόμα και οι αστυνομικοί μάρτυρες κατηγορίας απέφευγαν να καθίσουν δίπλα στον χαφιέ Γκρισέλ και συχνά οι κατηγορούμενοι με ένα τμήμα του ακροατηρίου τραγουδούσαν το «Tremblez, tyrans, et vous perfides» της «Μασσαλιώτιδας», ο Μπαμπέφ κατόρθωσε να ανατρέψει την εικόνα τρομοκράτησης του λαού που ήθελαν να δημιουργήσουν οι πρώην επαναστάτες και νυν τύραννοι του «Διευθυντηρίου», αλλά και να προπαγανδίσει μέσω των εφημερίδων που κάλυπταν την διαδικασία τις δικές του απόψεις για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ανάγκη άμεσης ανατροπής με μία δεύτερη επαναστατική προσπάθεια, η οποία θα ερχόταν όχι μόνο να ολοκληρώσει το έργο των «ροβεσπιεριστών», αλλά και να το υπερβεί προς την κατεύθυνση μιας κομμουνιστικού τύπου κοινωνίας:

«η Δημοκρατία δεν είναι μια κενή νοήματος λέξη, οι λέξεις Ελευθερία και Ισότητα, που τόσο μάγεψαν τα αυτιά μας κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης γιατί πιστέψαμε ότι ίσως σηματοδοτούν κάτι καλό για τον λαό, τώρα δεν σημαίνουν για κάποιους τίποτε απολύτως, και αυτό επειδή τις έχουν εκλάβει ως στερημένες από κάθε νόημα ή απλές διακοσμήσεις για κακές προθέσεις. Πρέπει να μάθουν όμως ότι αυτές μπορούν να σηματοδοτήσουν ένα απτό καλό και μάλιστα πολύτιμο για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Είπα και ξαναείπα στον λαό ότι η Επανάσταση δεν επιτρέπεται ν’ αποδειχθεί μια ατελέσφορη πράξη, δεν χύθηκε τόσο πολύ αίμα για να καταντήσουν τελικά κάποιοι πολύ χειρότεροι από αυτό που ήσαν πριν… Σκοπός της Επανάστασης είναι υποχρεωτικά η ευημερία των πολλών… εάν έχει ολοκληρωθεί όπως εσείς ισχυρίζεστε, τότε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μεγάλο και άσκοπο έγκλημα».

Σε όλη την διάρκεια της δίκης, ο Μπαμπέφ τήρησε υπερήφανη και άκαμπτη στάση: «ενώθηκα με όλους τους δημοκράτες της χώρας, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να κατονομάσω κανέναν ως συνεργό μου», δήλωσε στην απολογία του και συνέχισε: «επιπλέον όλα τα μέσα είναι νόμιμα ενάντια στους τυράννους, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να δώσω λεπτομέρειες για τα μέσα που χρησιμοποίησα. Μόνο όταν μου κόψουν τα χέρια, μόνο όταν οι δήμιοι σας μου ξεριζώσουν την γλώσσα, μόνο τότε θα πάψω να γράφω και να υπερασπίζομαι τους καταπιεσμένους».

Λίγο πριν ολοκληρωθεί η δίκη, δήλωσε στο δικαστήριο:

«Η Αρετή δεν πεθαίνει ποτέ. Ας ξοδεύονται αιώνια οι τύραννοι σε διαρκή δίωξή της. Δεν καταστρέφουν παρά ανθρώπινα σώματα, οι ψυχές των ενάρετων ανθρώπων απλώς αλλάζουν το περίβλημά τους. Όταν καταστρέφεται ένα, τότε ενσαρκώνονται σε άλλο και μετά σε άλλο, μπαίνουν σε ανθρώπους που από μέσα τους εμπνέουν γενναιόφρονα κινήματα και δεν επιτρέπουν ποτέ στα εγκλήματα των τυράννων να μένουν ακαταδίωκτα. Αυτά πιστεύοντας, και επίσης βλέποντας όλα τα καθημερινά εφευρήματα των καταπιεστών μου για να εξασφαλίσουν την βεβαιότητα της εξόντωσής μου, τους αφήνω να κάνουν ό,τι επιθυμούν. Αρνούμαι να συζητήσω ανούσιες λεπτομέρειες για να υπερασπίσω τον εαυτό μου. Ας με κτυπήσουν όπως νομίζουν, αφού ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να πετύχουν απολύτως τίποτε. Εγώ θα κοιμηθώ απλώς εν ειρήνη, αγκαλισμένος αιώνια από την Αρετή».

Στις 26 Μαϊου 1797 (7 Πραιριάλ του έτους 5), οι Μπαμπέφ και Νταρτέ καταδικάστηκαν σε θάνατο στην λαιμητόμο ως ένοχοι συνωμοσίας, οι Μπουοναρόττι, Ζερμαίν, Μορουά, Jean Baptiste Cazin, Louis Jacques Blondeau, Claude Menessier και Mathurin Bouin σε εξορία στις γαλλικές αποικίες ως ένοχοι προτροπής του λαού σε στάση και οι υπόλοιποι 38 αθωώθηκαν (ένας εξ αυτών μάλιστα επ’ ονόματι Potofeux αποδείχθηκε πως δεν γνώριζε καν τους υπόλοιπους συγκατηγορούμενους του). Στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, οι δύο καταδικασμένοι σε θάνατο προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν καρφώνοντας ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον με 2 αυτοσχέδια στιλέτα.

Ο Π. Κανελλόπουλος γράφει σχετικά:

«Ήταν μία από τις τραγικότερες σκηνές στα χρονικά των δικών. Όμως έσπευσαν οι δικαστικοί κλητήρες και τους εμπόδισαν να φθάσουν στο ποθητό τέρμα με το ίδιο τους το χέρι. Έφθασαν, την άλλη ημέρα, με το χέρι του δημίου. Ανέβηκαν στο ικρίωμα της λαιμητόμου, αφού σύρθηκαν ως εκεί αιμόφυρτοι…» («Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», τόμος 7, σελ. 183).

Στην πραγματικότητα, όταν τους καρατόμησαν τα ξημερώματα της 27ης Μαϊου 1797 ή 8ης Πραιριάλ του έτους 5, ήσαν και οι δύο σχεδόν πεθαμένοι μετά από μία μακρά νύχτα αγωνίας. Τα καρατομημένα σώματά τους πετάχθηκαν από τους δήμιους σε έναν υπόνομο, όπως έγραψε ο Μπουοναρόττι, ωστόσο περισυλλέχθηκαν λίγο μετά από τους ομοϊδεάτες τους και τάφηκαν σιωπηλά στο χωράφι ενός συμπαθούντος χωρικού (ο Bax σημειώνει πως «φαίνεται ότι κάτοικοι της μικρής κωμόπολης Βαντόμ είχαν δει με βαθύτατη συμπάθεια αυτά τα θύματα της αντεπανάστασης»).

Οι Μπαμπέφ και Νταρτέ υπήρξαν τα τελευταία θύματα της τερατώδους «Λευκής Τρομοκρατίας» (ευθείας αλλά και πλάγιας), κατά την οποία η αντίδραση εξόντωσε τα τελευταία ίχνη της πραγματικής Γαλλικής Επανάστασης, που καρατομήθηκε τον μήνα Θερμιδώρ του έτους 2 ταυτόχρονα με τον Ροβεσπιέρο, τον Σαιν Ζυστ και τους περίπου 300 περίπου αφοσιωμένους οπαδούς τους.

ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ:
Την παραμονή της σίγουρης καταδίκης του, ο Μπαμπέφ είχε αποχαιρετήσει την οικογένειά του με τα λόγια «δεν μπορούσα να σκεφθώ άλλον τρόπο να σας κάνω ευτυχισμένους, παρά μέσα από την πανανθρώπινη ευτυχία. Απέτυχα» και είχε επίσης ενημερώσει την σύζυγό του ότι ο συναγωνιστής και φίλος του Φ. Λε Πελετιέ (Felix le Pelletier) είχε υποσχεθεί να αναλάβει την συντήρηση της χήρας και των ορφανών του, που έπρεπε, σύμφωνα με τον Μπαμπέφ «να ζήσουν ενωμένοι… όπως αρμόζει σε μια οικογένεια μάρτυρα της Ελευθερίας, δίνοντας το άριστο παράδειγμα σε όλες τις αρετές, ώστε να κερδίσουν την εκτίμηση και αγάπη όλων των καλών ανθρώπων».

Όντας ένας πρακτικός και συγκροτημένος άνθρωπος ο Μπαμπέφ, είχε προσπαθήσει να οργανώσει όσο καλύτερα γινόταν μία επανάσταση που θα αντέστρεφε την πορεία των πραγμάτων, τα οποία πράγματα μετά την εξόντωση των «ροβεσπιεριστών» κυλούσαν με μαθηματική ακρίβεια προς την καθολική νίκη της αντίδρασης και προς την παλινόρθωση της μοναρχίας και του υπόλοιπου «παλιού κόσμου». Παρά την προσπάθειά του όμως να διαβρώσει ακόμα και τον στρατό, έμεινε παντελώς αβοήθητος από τον υποτίθεται «εξουθενωμένο» λαό, που με τη ίδια δικαιολογία είχε επιτρέψει την προδοσία ενάντια στους «ροβεσπιεριστές» και την καρατόμησή τους, στην οποία μάλιστα δεν είχε κανένα πρόβλημα ακόμα και να παραστεί ως θεατής.

Το πάθημα βέβαια του Μπαμπέφ έγινε μάθημα αργότερα για τον επαναστάτη Αύγουστο Μπλανκί, του οποίου η επαναστατική μεθοδολογία στηρίχθηκε αποκλειστικά στην συντονισμένη ομάδα εκπαιδευμένων επαναστατών που θα έπρεπε να δράσουν αιφνιδιαστικά στο όνομα του λαού, πλην όμως ερήμην του.

Δεκαπέντε χρόνια μετά την θανάτωση του μάρτυρα της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο υιός του Εμίλ (Emile Babeuf, που είχε υιοθετηθεί από τον Φ. Λε Πελετιέ) φρόντισε να πάρει εκδίκηση, αφαιρώντας στις 22 Ιουνίου 1812 την ζωή του καταδότη Γκρισέλ.

Ο Bax γράφει: «όταν ενηλικιώθηκε ο Εμίλ προσχώρησε στους Ισπανούς πατριώτες που αγωνίζονταν για ανεξαρτησία. Όταν όμως άκουσε, ενώ ακόμη βρισκόταν στην Ισπανία, ότι ο προδότης Γκρισέλ που είχε στείλει τον πατέρα του στον θάνατο και τους συντρόφους του στην φυλακή και την εξορία, βρισκόταν εκεί κοντά, τον βρήκε και τον προκάλεσε σε μονομαχία. Μία μονομαχία μέχρι θανάτου. Ο Εμιλ Μπαμπέφ αγωνίστηκε με γενναιότητα και οργή και τελικά κατάφερε το θανάσιμο πλήγμα στον Γρισέλ, όχι όμως προτού και ο ίδιος δεχθεί ένα επικίνδυνο τραύμα στο στήθος. Για τον ίδιον όμως αυτό δεν ήταν τίποτε. Είχε επιτέλους εκδικηθεί τον προδότη… Όταν αργότερα επέστρεψε στο Παρίσι εξέδωσε ένα περιοδικό που το ονόμαζε ‘‘Κίτρινο Ξωτικό’’ (‘‘Le Nain Jaune’’) με ισχυρές ιακωβίνικες επιρροές, το οποίο όμως υπήρξε βραχύβιο, καθώς κατασχέθηκε από την αστυνομία και σφραγίστηκαν τα γραφεία του».

ΟΙ «ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΓΡΑΚΧΟΥ ΜΠΑΜΠΕΦ»:
Διακόσια χρόνια μετά την εκτέλεση του Μπαμπέφ, διοργανώθηκε προς τιμή του στις 16 και 17 Οκτωβρίου 1997 από τους σοσιαλιστές και συνδικαλιστές θαυμαστές του, που προ 4 ετών είχαν ιδρύσει τον σύλλογο «Φίλοι του Γράκχου Μπαμπέφ» («Les Amis de Gracchus Babeuf»), ένα διεθνές συνέδριο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Σαιν Κουεντίν της Πικαρδίας. Στο συνέδριο συμμετείχαν ομιλητές από την Γαλλία, την Ρωσία, τις Η.Π.Α., την Βραζιλία και την Αγγλία, ανάμεσα στους οποίους και οι γνωστοί πανεπιστημιακοί ιστορικοί Claude Mazauric και Jean Marc Schiappa.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Advielle M. Victor, «Histoire de Gracchus Bebeuf et du babouvisme d'apres de nombreux documents», εκδόσεις «Comite des Travaux», Paris, 1995
Bax B. Ernest, «The Last Episode of the French Revolution Being a History of Gracchus Babeuf and the Conspiracy of the Equals», εκδόσεις «Grant Richards Ltd», London, 1911
Buonarroti Philippe, «Gracchus Babeuf et le Conspiration des Egaux», Paris, 1830
Hoppner Joachim - Seidel Hoppner Waltraud, «Von Babeuf bis Blanqui», Berlin, 1975
Fourniere Eugene, «Les theories socialistes au XIXe siecle de Babeuf a Proudhon», εκδόσεις «F. Alcan. Bibliotheque de philosophie contemporaine», Paris, 1904
Ρασσιάς Βλάσης, «Λαιμητόμος Αρετή», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007
Rose R. B., «Gracchus Bebeuf. The First Revolutionary Communist», εκδόσεις «Stanford University Press», Palo Alto Ca., 1978
Sencier Georges, «Le Babouvisme apres Babeuf», εκδόσεις «Megariotis», Geneve, 1977 Thomson David, «The Babeuf plot: the making of a Republican legend», εκδόσεις «Greenwood Press», Westport, Conn., 1975 Walter Gerard, «Babeuf, 1760 - 1797», εκδόσεις «Payot», Paris, 1937

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου