Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2010

"Ηχήστε οι σάλπιγγες...
Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα... Βογκήστε τύμπανα πολέμου...
Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα..."
(Άγγελος Σικελιανός).

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Λουδοβίκος Αύγουστος Μπλανκί, Ωγκύστ Μπλανκί(Louis Auguste Blanqui, Puget-Theniers 8 Φεβρουαρίου 1805 – 1 Ιανουαρίου 1881)


Λουδοβίκος Αύγουστος Μπλανκί, Ωγκύστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, Puget-Theniers 8 Φεβρουαρίου 1805 – 1 Ιανουαρίου 1881). Γάλλος δημοκράτης και σοσιαλιστής επαναστάτης, η πιο ηρωϊκή προσωπικότητα του γαλλικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, καταδικάστηκε κατ’ επανάληψη σε θάνατο, πέρασε το μισό σχεδόν της ζωής του (συνολικά 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του) στις φυλακές και υπήρξε ο θεωρητικός συγκεκριμένης επαναστατικής μεθοδολογίας η οποία απεκλήθη «Μπλανκισμός» («Blanquisme») και εστιαζόταν στην αιφνιδιαστική ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από έναν μικρό κύκλο καλοεκπαιδευμένων επαναστατών.

Από τον ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ

Γάλλος δημοκράτης και σοσιαλιστής επαναστάτης, η πιο ηρωϊκή προσωπικότητα του γαλλικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, καταδικάστηκε κατ’ επανάληψη σε θάνατο, πέρασε το μισό σχεδόν της ζωής του (συνολικά 36 από τα 75 χρόνια της ζωής του) στις φυλακές και υπήρξε ο θεωρητικός συγκεκριμένης επαναστατικής μεθοδολογίας η οποία απεκλήθη «Μπλανκισμός» («Blanquisme») και εστιαζόταν στην αιφνιδιαστική ένοπλη κατάληψη της εξουσίας από έναν μικρό κύκλο καλοεκπαιδευμένων επαναστατών.
ΠΡΩΤΟΙ ΑΓΩΝΕΣ
Γεννήθηκε το 1805 από την αστική οικογένεια του δημόσιου υπαλλήλου Jean Dominique Blanqui στο Puget-Theniers της επαρχίας Alpes-Maritimes, αδελφός του οικονομολόγου Jerome Adolphe Blanqui, και σπούδασε στο Παρίσι νομικά και φαρμακολογία, εργαζόμενος παράλληλα ως δημοσιογράφος, ωστόσο από ένα σημείο και μετά εστίασε το ενδιαφέρον του αποκλειστικά στις πολιτικές επιστήμες, αναπτύσσοντας προχωρημένες θεωρητικές προτάσεις.
Θεωρώντας τον εαυτό του «μαθητή και διάδοχο του Γράκχου Μπαμπέφ», σε ηλικία 19 μόλις ετών (το έτος 1824) προσχώρησε στο γαλλικό τμήμα της επαναστατικής πολιτικής εταιρείας των «Καρμπονάρων» («Carbonari») και ανέπτυξε εντονότατη δράση με κορύφωση την συμμετοχή του το έτος 1827 σε σοβαρές οδομαχίες στο Παρίσι ενάντια στην τυραννία του Καρόλου του 10ου (1824 - 1830) κατά τις οποίες τραυματίσθηκε σοβαρά, διέφυγε όμως της σύλληψης από την μοναρχική αστυνομία. Τρία χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 1830 συμμετείχε στην εξέγερση του παρισινού λαού που ανέτρεψε τον Κάρολο και την επόμενη χρονιά προσχώρησε στην οργάνωση «Φίλοι του Λαού» («Amis du Peuple»), όπου συνεργάστηκε με τους επαναστάτες Μπουοναρρότι (Philippe Buonarroti, 1761 – 1837), Ρασπάϊγ (Francois - Vincent Raspail, 1794 - 1878) και Μπαρμπέ (Sigismond Auguste Armand Barbes, 1809 – 1870, τον επονομαζόμενο «Μπαγιάρ της Δημοκρατίας).

Η ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1839
Κατά την βασιλεία του Λουδοβίκου Φιλίππου (1830 - 1848) κυνηγήθηκε κατ’ επανάληψη για τις δημοκρατικές – επαναστατικές ιδέες του και φυλακίστηκε 5 φορές (το 1831 δικάστηκε ως ύποπτος συμμετοχής σε συνομωσία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για εξύβριση του δικαστηρίου, το 1832 δικάστηκε για προτροπή σε στάση και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους, το 1834 φυλακίστηκε για μερικούς μήνες ως ένοχος ανατρεπτικής αρθρογραφίας, τον Αύγουστο του 1836 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 2 ετών ως ένοχος ίδρυσης παράνομης οργάνωσης, της «Societe des Familles», καθώς και κατασκευής όπλων και εκρηκτικών –αμνηστεύθηκε την επόμενη χρονιά με το διάταγμα της 7ης Μαϊου 1837- και το 1839 καταδικάστηκε ξανά ως αρχηγός συνομωσίας, αυτή την φορά σε θάνατο). Στο άρθρο του «Δημοκρατική Προπαγάνδα» (1833), ο Μπλανκί γράφει: «για να προχωρήσουμε χρειάζεται πρώτα να αποκαταστήσουμε τις δυνατότητές μας για ελεύθερη προπαγάνδα. Στο επίπεδο των ιδεών, οι αριστοκράτες είναι ανίσχυροι απέναντι των δημοκρατών. Ο λόγος που ακόμα έχουν ως όπλο τους τον Τύπο, είναι γιατί γνωρίζουν ότι με αυτόν μπορούν να διασπείρουν συκοφαντίες, την ώρα που εμείς μπορούμε να πείσουμε τις λαϊκές μάζες με μόνη δύναμή μας τις αρχές μας για ισότητα και αδελφοσύνη. Είναι απαραίτητο όμως η φωνή μας να μπορεί να τις φθάσει. Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, πολίτες, για να καταστρέψουμε το πιο αισχρό όλων των μονοπωλίων, το μονοπώλιο στην διαφώτιση. Για να διδάξουμε τους προλετάριους ότι έχουν δικαίωμα στις ελευθερίες, ότι έχουν δικαίωμα σε δωρεάν, κοινή και ίση εκπαίδευση, ότι έχουν δικαίωμα να ελέγχουν την κυβέρνηση, ότι έχουν δικαίωμα σε ένα σωρό πράγματα που τώρα τους τα απαγορεύουν. Όπως βλέπετε, πολίτες, αυτό που έχουμε κατά νου δεν είναι τόσο μία πολιτική αλλαγή, όσο μία κοινωνική αλλαγή εκ θεμελίων».

Το δικό του πολιτικό ρεύμα, οι λεγόμενοι «μπλανκιστές» («blanquistes») της οργάνωσης «Εταιρεία των Εποχών» («Societe des Saisons») σε συνεργασία με τους Γερμανούς οπαδούς του Μπαμπέφ της οργάνωσης «Λίγκα των Ίσων», ηγήθηκαν τον Μάϊο του 1839 μίας ακόμη αποτυχημένης ένοπλης εξέγερσης στο Παρίσι κατά του βασιλιά. Ο Μπλανκί συνελήφθη και στις 14 Ιανουαρίου 1840 καταδικάστηκε σε θάνατο ως αρχηγός της εξέγερσης, αν και η ποινή μετατράπηκε τελικά σε ισόβια κάθειρξη στην φυλακή Mont-Saint-Michel, όπου οι άθλιες συνθήκες κράτησης υπέσκαψαν σοβαρά την υγεία του. Το 1844 μεταφέρθηκε σε μία φυλακή της Tours.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1848
Στις αρχές του 1848 ξέσπασε μία ακόμη παρισινή επανάσταση, όταν στις 23 Φεβρουαρίου ο στρατός του «βασιλιά - πολίτη» Λουδοβίκου Φίλιππου πυροβόλησε ειρηνικούς διαδηλωτές. Την επόμενη κιόλας ημέρα όλο το Παρίσι ήταν γεμάτο οδοφράγματα και κόκκινες σημαίες με αίτημα την Δημοκρατία και μέχρι το βράδυ τα ανάκτορα είχαν πέσει στα χέρια των επαναστατών που έκαψαν τον θρόνο του «δημοκράτη» μονάρχη, ενώ ο ίδιος έφευγε τρομοκρατημένος και σχηματιζόταν προσωρινή κυβέρνηση με ταυτόχρονη ανακήρυξη της λεγόμενης «Δεύτερης Δημοκρατίας» («Deuxième République», 1848 - 1851). Την ίδια ημέρα που έπεφτε το καθεστώς του Λουδοβίκου Φίλιππου, άνοιγαν και οι πόρτες των φυλακών προς την ελευθερία για όλους τους φυλακισμένους επαναστάτες. Οι Μπλανκί, Μπερνάρ, Μπαρμπέ και όλοι οι υπόλοιποι σύντροφοί τους ήσαν τώρα ελεύθεροι να συμμετάσχουν στις επαναστατικές διαδικασίες. Η προσωρινή κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχαν και σοσιαλιστές όπως ο προστάτης των ανέργων Λουϊ Μπλαν (Louis Blanc, 1811 - 1882), είχε υιοθετήσει την καθολική ψηφοφορία, είχε διακηρύξει το δικαίωμα στην εργασία και είχε προβεί σε μείωση των ωρών εργασίας, όμως είχε απορρίψει όχι μόνον την υιοθέτηση της κόκκινης σημαίας, αλλά και όλα τα ριζοσπαστικά μέτρα κατά του ιδιωτικού πλούτου, τα οποία απαιτούσε η παράταξη των επαναστατών σοσιαλιστών. Καθώς οι διεκδικήσεις αυτές αναδύονταν η μία μετά την άλλη, πολύ σύντομα η μετριοπαθής κυβέρνηση άρχισε να ασχολείται αποκλειστικά με την αποτροπή εκείνου που την φόβιζε πιο πολύ από ο,τιδήποτε άλλο, δηλαδή μιας «κόκκινης δημοκρατίας»: «δεν ζούμε πια στο 1793, αλλά στο 1848! Η τρίχρωμη σημαία δεν είναι πια η σημαία της Δημοκρατίας, αλλά η σημαία του Λουδοβίκου Φιλίππου και της μοναρχίας. Υπό την τρίχρωμη σημαία διαπράχθησαν οι σφαγές στην οδό Transnonain, στο Faubourg de Vaise, στο Saint-Etienne και πάνω από 20 φορές βουτήχθηκε αυτή στο αίμα των εργατών. Ο λαός στα οδοφράγματα ύψωσε και εφέτος απέναντί της το κόκκινο χρώμα, όπως το ύψωσε και στα οδοφράγματα του Ιουνίου 1832, του Απριλίου 1834 και του Μαϊου 1839 και το καθαγίασε διπλά με την ήττα και την νίκη. Το κόκκινο χρώμα είναι πλέον το χρώμα αυτού του μαχόμενου λαού, μέχρι χθές κυμάτιζε υπερήφανα στις προσόψεις των κτιρίων και τώρα η αντίδραση το μολύνει σέρνοντάς το με ασέβεια στις λάσπες. Λένε ότι είναι μία σημαία αίματος και βεβαίως και είναι, μόνο που είναι του αίματος των μαρτύρων, του ίδιου αίματος που την έχει αναδείξει στο πραγματικό σύμβολο της Δημοκρατίας. Η προσβολή προς αυτήν είναι προσβολή προς τους νεκρούς μας», έγραφε ο Μπλανκί, όταν εισηγείτο την υιοθέτηση από τους επαναστάτες της κόκκινης σημαίας ως σημαίας τους.

Η ΠΡΟΒΟΚΑΤΣΙΑ ΤΟΥ ΛΕΝΤΡΥ - ΡΟΛΛΕΝ
Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, ο Μπλανκί είχε ιδρύσει την πολυπληθή επαναστατική οργάνωση «Κεντρική Δημοκρατική Εταιρεία» («Societe Republicaine Centrale»), με την οποία ζητούσε τα κεφάλια «τουλάχιστον 300.000 στελεχών της κοινωνίας του οργανωμένου κανιβαλισμού» ως προϋπόθεση για ν’ ανοίξει ο δρόμος προς την πραγματική ελευθερία και διακήρυσσε ότι «η χειρότερη σκλαβιά είναι η πείνα» και «κάθε τι που βοηθάει την δειλία να σβήσει το ιερό δικαίωμα του δυναμισμού, αποτελεί επίθεση στις κοινωνικές αξίες, στην ελευθερία, στην φυσική τάξη, στην ουσία του ανθρώπου» (όπως παρατίθεται από τον Dommanget, σελ. 49), ενώ αντίθετα ο Μπαρμπέ είχε επιλέξει, προφανώς από ευγνωμοσύνη προς τον υπουργοποιημένο πια Λαμαρτίνο που του είχε σώσει την ζωή πριν 9 χρόνια, να μην στραφεί ενάντια στην νέα κυβέρνηση, αλλ’ αντιθέτως να την στηρίξει, αναλαμβάνοντας μάλιστα την διοίκηση του 12ου τάγματος της Εθνοφρουράς. «Έβαλε το τυφλό του πάθος στην υπηρεσία των αστών, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν άριστα την ματαιοδοξία του» δήλωνε θυμωμένα ο Μπλανκί, που την ίδια εποχή είχε απορρίψει τις προτάσεις που του έκανε σε κατ’ ιδίαν συνάντηση ο Λαμαρτίνος, να μην επιτίθεται ενάντια στην κυβέρνηση (όταν την επόμενη χρονιά δικαζόταν ο Λαμαρτίνος και ανάμεσα στα άλλα τον κατηγορούσαν επίσης ότι είχε κάνει τότε ύποπτη ιδιωτική συνάντηση με τον Μπλανκί, είχε απαντήσει χαρακτηριστικά με την φράση «ω ναι, συνωμότησα μαζί του, όσο μπορεί να συνωμοτήσει ο κεραυνόπληκτος με τον κεραυνό!»).
Η αρχική διάσταση Μπλανκί - Μπαρμπέ έγινε περισσότερο εμφανής πρώτον με την ίδρυση από τον δεύτερο της καθαρά ανταγωνιστικής οργάνωσης «Λέσχη της Επανάστασης» («Club de la Revolution») μετά από παρότρυνση του πολυμήχανου υπουργού εσωτερικών Λεντρύ - Ρολλέν (Alexandre Auguste Ledru - Rollin, 1807 – 1874) και της κοινής τους φίλης Γεωργίας Σάνδη (Amantine Aurore Lucile Dupin ή «George Sand», 1804 - 1876) και δεύτερον με την εναντίωση στις δυναμικές διαδηλώσεις που είχαν οργανώσει στις 17 Μαρτίου 1848 οι «μπλανκιστές», οι οποίοι ζητούσαν αναβολή των εκλογών για την Εθνοφρουρά και την Εθνοσυνέλευση για έναν μήνα, ώστε να έχει χρόνο να ενημερωθεί ο πληθυσμός. Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες η διάσταση αυτή εξελίχθηκε σε ανοικτή έχθρα, όταν ο Μπαρμπέ εξαπατήθηκε από την πιο αισχρή προπαγάνδα και στράφηκε πια ανοικτά κατά του πρώην συναγωνιστή του: για να εξουδετερωθεί ο «ανεξέλεγκτος» και «επικίνδυνος», αλλά σχεδόν μυθικός, ιδίως για τους νέους επαναστάτες, Μπλανκί, η κυβέρνηση προώθησε δια χειρός Λεντρύ - Ρολλέν σε δημοσίευση στις 31 Μαρτίου 1848 ενός ανυπόγραφου χειρογράφου που δήθεν προερχόταν από τα αστυνομικά αρχεία του 1839, αλλά στην ουσία είχε γραφτεί λίγες ημέρες πριν, από τους συνεργάτες του.
Το χειρόγραφο, το οποίο δέχθηκε να ανατυπώσει στην ασήμαντη έως τότε εφημερίδα του «Revue Retrospective» ο απατεωνίσκος, συνεργάτης της αστυνομίας και μετέπειτα «αυτοκρατορικός βιβλιοθηκάριος» του Ναπολέοντος του Γ Jules Antoine Taschereau (1801 – 1874), αποδιδόταν αυθαίρετα στον Μπλανκί και παρουσιαζόταν ως δήθεν… χαφιέδικη αναφορά του στην μυστική αστυνομία τις παραμονές της εξέγερσης της 12ης Μαϊου 1839! Παρά το γεγονός ότι το χειρόγραφο φυσικά δεν είχε ούτε τον γραφικό χαρακτήρα του Μπλανκί, ούτε την υπογραφή του, ο Λεντρύ – Ρολλέν είχε πετύχει τον σκοπό του, καθώς η δημοσίευση έπεσε σαν βόμβα στους κύκλους των επαναστατών, όπου πρόθυμοι όσοι ήσαν υποστηρικτές της κυβέρνησης υιοθετούσαν και προωθούσαν περαιτέρω την συκοφαντία, ο δε Μπαρμπέ δήλωνε ανοικτά ότι ήταν παραπάνω από σίγουρος ότι ο Μπλανκί ήταν όντως χαφιές της μυστικής αστυνομίας και είχε προδώσει την απόπειρα της 12ης Μαϊου!
Την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης, ως έσχατη άμυνά του, ο «ξαφνικά τυλιγμένος με το πουκάμισο του Νέσσου» (όπως ο ίδιος το έγραψε) Μπλανκί υπέβαλε την παραίτησή του από την ηγεσία της «Κεντρικής Δημοκρατικής Εταιρείας», αλλά αμέσως απέσπασε την δήλωση απόλυτης εμπιστοσύνης από τα περίπου 600 μέλη της, επανεξελέγη παμψηφεί και συνοδεύθηκε πανηγυρικά στο σπίτι από ένα μεγάλο πλήθος οπαδών του. Ωστόσο οι μη άμεσοι οπαδοί του, εκείνοι οι χιλιάδες αγωνιστές που δεν τον γνώριζαν προσωπικά, είχαν φυσικά καταπιεί την προπαγάνδα, απέναντι στην οποία το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Μπλανκί ήταν να γράψει στις 14 Απριλίου στην «La République» και επίσης να κυκλοφορήσει ως μπροσούρα σε 100.000 αντίτυπα μια απάντησή του, ένα συγκλονιστικό κείμενό του, στο οποίο επεκαλείτο το αυτονόητο, ότι δηλαδή η καλύτερη απόδειξη της καθαρότητάς του ήταν η πολύχρονη και υπό τρομακτικές συνθήκες φυλάκισή του: «τον πρώτο χρόνο της φυλάκισής μου η σύζυγός μου πέθανε από απελπισία, ενώ για 4 ολόκληρα χρόνια, σε απόλυτη απομόνωση, έζησα την κόλαση και όταν βγήκα από εκεί τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει, η καρδιά και το σώμα μου είχαν ραγίσει. Τώρα ακούν τα αυτιά μου κραυγές, όπως θάνατος στον προδότη! να τον σταυρώσουμε!... πούλησε τους συντρόφους του για χρυσό! χρυσό; έτσι ονομάζουν αυτοί τον αργό θάνατο σε μία σκοτεινή τρύπα και την αγωνία να προσπαθεί κανείς να επιζήσει μόνο με μαύρο ψωμί και νερό;» (Stewart, σελ.121).

Η ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ 15Ης ΜΑΪΟΥ 1848
Στις 15 Μαϊου δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές και αριστεροί εθνοφύλακες που απαιτούσαν πιο ριζοσπαστική και φιλεργατική εφαρμογή της Δημοκρατίας, καθώς και σύσταση «υπουργείου Εργασίας» εισέβαλαν στο «Palais-Bourbon» όπου στεγαζόταν η Εθνοσυνέλευση. Ο Μπλανκί που ηγείτο του πλήθους και 12 ακόμα ηγέτες της επαναστατικής Αριστεράς (στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ο Μπαρμπέ) συνελήφθησαν ως υπαίτιοι και κλείστηκαν στις φυλακές για μια ακόμη φορά, κατηγορούμενοι για ένοπλη στάση, ενώ το ακέφαλο λαϊκό κίνημα οδηγήθηκε εύκολα στην εξόντωσή του κατά τις αιματοβαμμένες ημέρες του Ιουνίου. Η δίκη τους έγινε τον Μάρτιο του 1849 στο «Haute Cour» της πόλης του Bourges και ο Μπλανκί, με τον οποίο διαπληκτιζόταν σε όλη την διάρκεια της δίκης ο Μπαρμπέ, καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκιση, ο Μπαρμπέ σε ισόβια, ο Ρασπάϊλ σε 6 χρόνια, ενώ οι υπόλοιποι (Λουϊ Μπλαν, Albert, Benjamin Flotte, Sobrier, κ.ά.) σε μικρότερες ποινές.
Κατά την παραμονή του στην φυλακή Sainte-Pelagie, ο Μπλανκί συστηματοποίησε την δική του θεωρία για τον επαναστατικό Σοσιαλισμό με σταδιακή μετάβαση των κοινωνιών από την καπιταλιστική οικονομία σε μία κομμουνιστική, έπειτα από βίαιη επανάσταση, στην οποία μία ελίτ επαναστατών θα καταλάμβανε την πολιτική εξουσία και θα κοινωνικοποιούσε τα μέσα παραγωγής. Για τον Μπλανκί ο επαναστάτης ώφειλε να είναι αποφασισμένος, αφοσιωμένος, ορθολογιστής και φυσικά εχθρός της Εκκλησίας, η οποία αποτελεί παρασιτικό μηχανισμό που συμβάλλει στην ανθρώπινη δυστυχία και εμποδίζει την πρόοδο των κοινωνιών. Κάθε επαναστατική «μπλανκιστική» οργάνωση έπρεπε για λόγους ασφαλείας να διέπεται από αυστηρή ιεράρχηση ρόλων, η οποία είχε ήδη εφαρμοστεί στην «Εταιρεία των Εποχών»: τα μέλη αποτελούσαν ανά 7 μία χωριστή μονάδα, την «εβδομάδα», στην οποία οι 6 ακολουθούσαν τις εντολές του εβδόμου που ονομαζόταν «Κυριακή». Ανά τέσσερις τέτοιες ομάδες συγκροτούσαν μια δευτεροβάθμια μονάδα, τον «μήνα», με δύο αρχηγούς που ονομάζονταν «Ιούλιος» και «Δεκέμβριος», ενώ ανά τρεις «μήνες» συγκροτούσαν μία τριτοβάθμια μονάδα, την «εποχή», της οποίας οι αρχηγοί αναφέρονταν απευθείας στο τριμελές Συμβούλιο που αποτελούσε την ανώτατη αρχή της οργάνωσης.

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ
Έχοντας περιοδεύσει διάφορες φυλακές (στο φρούριο του Belle Isle, από το οποίο κατόρθωσε πρόσκαιρα να δραπετεύσει αλλά καταδόθηκε από έναν ψαρά, στην Κορσική και στην Lambessa της Αλγερίας) αποφυλακίστηκε τελικά το 1859 με την ολοκλήρωση της ποινής του και επέστρεψε στο Παρίσι. Μετά από μόλις 2 χρόνια, το 1861, συνελήφθη για μία ακόμη φορά με την κατηγορία της συνωμοσίας και της ίδρυσης παρανόμων οργανώσεων και κλείστηκε ξανά στις φυλακές, ωστόσο δραπέτευσε τον Αύγουστο του 1865 και έφυγε στο εξωτερικό (πρώτα στην Γενεύη και μετά στις Βρυξέλλες), συνεχίζοντας με ακόμα μεγαλύτερη ένταση την προπαγανδιστική δράση του ενάντια όχι μόνο στην μοναρχία αλλά και στον Χριστιανισμό: «πρέπει ν’ απαρνηθούμε τον τίτλο του χριστιανού που μας επιβλήθηκε μέσα από απίστευτη βία, και επίσης πρέπει να τιμωρηθεί κάθε έκφραση της θρασύτητας που ούτε λίγο ούτε πολύ θέτει σήμερα εκτός νόμου όλα και όλους που δεν ανήκουν στην χριστιανική σέχτα. Παντού πια αυτό το όνομα του χριστιανού έχει υποκαταστήσει το όνομα του ανθρώπου σε σημείο που κάποιος απειλείται να μην θεωρείται άνθρωπος εάν δεν είναι χριστιανός», έγραψε στις 29 Μαρτίου 1869, επανερχόμενος στις 8 Απριλίου 1869 με εκ θεμελίων απόρριψη του Χριστιανισμού: «η πηγή της προόδου είναι η ελεύθερη κυκλοφορία των ιδεών, συνεπώς ως κακό μπορεί να ορισθεί κάθε τι που εμποδίζει αυτήν την κυκλοφορία, ενώ ως καλό κάθε τι που την ενισχύει και την αναπαράγει. Υπό αυτή την οπτική, η ανακάλυψη της τυπογραφίας απετέλεσε την μεγαλύτερη ευεργεσία για την ανθρωπότητα και ο Χριστιανισμός την χειρότερη πληγή της, αφού αλυσοδένει το ανθρώπινο πνεύμα σε ένα ακίνητο δόγμα και απαιτεί θεωρητικά και έμπρακτα την συστηματική καταστροφή όλων των ιδεών με σκοπό την διατήρηση μιας αυτόκλητης απόλυτης αλήθειας και μιας αιώνιας ακινητοποίησης της σκέψης. Δεν είναι αυτό μια ανοικτή επίθεση ενάντια σε όλη την ανθρωπότητα; Κάθε τι που αποσκοπεί στην διαιώνιση αυτής της θρησκείας του θανάτου αποτελεί το κατ’ εξοχήν έγκλημα και η δική μας πρωταρχική υποχρέωση είναι η με κάθε τίμημα εξαφάνιση αυτής της πανούκλας».

ΝΕΕΣ ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Κατά διαστήματα επισκεπτόμενος μυστικά το Παρίσι, δημοσίευσε τον Απρίλιο του 1869 από τις Βρυξέλλες τις σκέψεις του για έναν φιλοσοφικό «Θετικισμό», ικανό να βοηθήσει την ανθρωπότητα να ξεφύγει από το σκοτάδι του Χριστιανισμού και να επανανακαλύψει την λογικότητα της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας. Για τον Μπλανκί, που εκτιμούσε ότι η Γαλλική Επανάσταση σηματοδοτεί στην Ιστορία την απόλυτη ήττα των δυνάμεων της οργανωμένης καταπίεσης από την λαϊκή συλλογική βούληση, το «πραγματικό επαναστατικό όπλο» ήταν η μόρφωση, η οποία μόνον αυτή επέτρεπε στον άνθρωπο να φθάσει στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων του. Η επανάσταση λοιπόν δεν αρκούσε να είναι μόνον πολιτική, αλλά επίσης και, κυρίως, κοινωνική, σε ένα μεγάλο τμήμα της μάλιστα μορφωτική. Η γενική αμνηστία του 1869 του επέτρεψε την επιστροφή του από το Βέλγιο στο Παρίσι, όπου στις 12 Ιανουαρίου 1870 και στις 14 Αυγούστου 1870 οργάνωσε δύο ακόμα εξεγέρσεις που όμως δεν στέφθηκαν από επιτυχία. Στην πρώτη είχε προσπαθήσει να προκαλέσει λαϊκή ανάφλεξη εκμεταλλευόμενος την διάχυτη οργή στην κηδεία του δημοσιογράφου Νουάρ (Victor Noir, 1848 – 1870) την οποία είχαν παρακολουθήσει περισσότερα από 100.000 άτομα, και στην δεύτερη είχε αποπειραθεί με οπαδούς του να αρπάξει οπλισμό από στρατιωτικές αποθήκες. Στις 2 Σεπτεμβρίου όμως, ο Γάλλος αυτοκράτορας Ναπολέων ο Γ και 100.000 στρατιώτες του αιχμαλωτίσθηκαν από τον γερμανικό στρατό του Βίσμαρκ στα ανατολικά σύνορα της Γαλλίας και δύο ημέρες μετά η δημοκρατική αντιπολίτευση ανακήρυξε στο Παρίσι την «Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου», ενώ οι Γερμανοί προέλαυναν κατά της γαλλικής πρωτεύουσας. Στην «Δημοκρατία της 4ης Σεπτεμβρίου», ο καταζητούμενος μέχρι τότε Μπλανκί βρήκε την ευκαιρία να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή ιδρύοντας την επαναστατική λέσχη «Η πατρίδα σε κίνδυνο» («La patrie en danger», ένας καθαρά ιακωβινικός τίτλος), η οποία εξέδιδε και ομώνυμη ημερήσια εφημερίδα. Όταν το Παρίσι πολιορκήθηκε μετά από λίγο καιρό από τους Γερμανούς, η συντηρητική δημοκρατική κυβέρνηση άρχισε μυστικές συνομιλίες με τον Βίσμαρκ με σκοπό την συνθηκολόγηση, ενώ ως αποτέλεσμα φημών που κυκλοφορούσαν για την επικείμενη προδοσία πλήθαιναν οι διαδηλώσεις του δημοκρατικού λαού, μεγάλο τμήμα του οποίου ήταν πλέον οπλισμένο.

Στις 31 Οκτωβρίου 1870 ένοπλες ομάδες πολιτοφυλάκων καθοδηγούμενες από τον Μπλανκί και τους οπαδούς του κατέλαβαν όλα τα δημόσια κτίρια του Παρισιού για να πυροδοτήσουν γενική εξέγερση, αλλά απομονώθηκαν και κτυπήθηκαν από τον στρατό, ο δε Μπλανκί καταδικάστηκε στις 9 Μαρτίου 1871 ερήμην εις θάνατο.
Συνελήφθη στις 17 Μαρτίου μετά από κατάδοση ενώ κοιμόταν στο σπίτι ενός φίλου του στο Bretenoux και φυλακίστηκε στο Cahors, όμως σε λίγο το Παρίσι γνώρισε μία ακόμη μεγάλη εξέγερση και αυτήν την φορά πέρασε στα χέρια των επαναστατών: στις 26 Μαρτίου το επαναστατημένο Παρίσι εξέλεξε καινούργιο δημοτικό συμβούλιο με επίτιμο πρόεδρο τον φυλάκισμένο Μπλανκί (τον οποίο αρνήθηκε η κυβέρνηση του Θιέρσιου να ανταλλάξει, ούτε καν με αντάλλαγμα όλους τους έως τότε δικούς της αιχμαλώτους των κομμουνάρων, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο αρχιεπίσκοπος Παρισιού) και δύο ημέρες μετά, στις 28 Μαρτίου, ανακηρύχθηκε η «Παρισινή Κομμούνα», στην οποία οι «μπλανκιστές» αποτελούσαν την πλειοψηφία.

Η ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΕΕΣ ΚΑΤΑΔΙΚΕΣ
Οι κομμουνάροι πάγωσαν τις τιμές στα ενοίκια κατά την διάρκεια του πολέμου, δήμευσαν την εκκλησιαστική περιουσία, πάγωσαν τις πληρωμές των χρεών, εξίσωσαν τους μισθούς των υπαλλήλων και απαγόρευσαν τον ενεχυροδανεισμό και τον τοκισμό. Η σοσιαλιστική εκείνη Δημοκρατία υπήρξε ωστόσο βραχύβια, αφού τον Μάϊο του 1871 ο μοναρχικός γαλλικός στρατός εισέβαλε στο Παρίσι και την κατέλυσε μέσα σε ένα λουτρό αίματος και θέατρο απίστευτης θηριωδίας που κόστισε τις ζωές περισσότερων από 20.000 κομμουνάρων. Ο φυλακισμένος Μπλανκί, του οποίου η υγεία είχε πλέον επιδεινωθεί σοβαρά, καταδικάστηκε σε νέα πολυετή ποινή, ως ηθικός αυτουργός στην εξέγερση.
Το 1872 εκδόθηκε το σχεδόν φιλοσοφικό βιβλίο του «Η Αιωνιότητα μέσα από τα άστρα» (στο οποίο, με βάση την αστρονομία, παρουσίασε λογοτεχνικά την προσωπική του θεωρία περί ύπαρξης παράλληλων κόσμων, των οποίων η Ιστορία είναι όμοια, αλλ’ απλώς διαφέρει στις λεπτομέρειες και τις εκβάσεις της), το δε 1877 μεταφέρθηκε στην φυλακή υψίστης ασφαλείας Chateau d'If σε νησί της Μεσογείου, από όπου αποφυλακίστηκε τον Ιούνιο του 1879 έπειτα από 8 χρόνια παραμονής στην φυλακή, όταν εξελέγη βουλευτής στο διαμέρισμα του Μπορντώ (Bordeaux) στις εκλογές της 20ης Απριλίου του ιδίου έτους.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΚΗΔΕΙΑ
Συνέχισε απτόητος την επαναστατική δράση του, η οποία τερματίστηκε μόνον όταν έπαθε καρδιακή προσβολή κατά την διάρκεια μιας ομιλίας του σε επαναστατική πολιτική εκδήλωση στην Salle Ragache του Παρισιού την Τρίτη 1 Ιανουαρίου 1881, όπου αντιμετωπίστηκε με καγχασμό από μία μικροομάδα αναιδών νεαρών κομμουνιστών. Ξεψύχησε μετά από λίγο στο νοσοκομείο και τάφηκε στο νεκροταφείο Περ Λεσαίζ (Pere Lachaise) στις 5 Ιανουαρίου. Στην κηδεία του παρευρέθησαν περισσότεροι από 10.000 άνθρωποι, κυρίως εργάτες και οπαδοί του με κόκκινες σημαίες και μαντίλια, ενώ η αστυνομία βρισκόταν σε αυξημένη επιφυλακή από τον φόβο πιθανής εξέγερσης. Επάνω από τον τάφο του, η θεία του και θαυμάστριά του Μαντάμ Αντουάν κατέστρεψε ένα στεφάνι που είχε τα χρώματα της «tricolore», ως «έμβλημα της τυραννίας», λίγο προτού αρχίσει να εκφωνεί τον επικήδειο λόγο η 50χρονη τότε επαναστάτρια Λουϊζα Μισέλ (Louisa Michel, 1830 - 1905), που επέμενε να ορκίζεται στο όνομά του κάθε φορά που την έσερναν ως κατηγορούμενη στα δικαστήρια.

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, είδε το φώς της δημοσιότητας το βιβλίο του «Κοινωνική Κριτική» («Critique Sociale», 1885), στο οποίο διασώθηκαν διάφορα κείμενά του για οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Οι οπαδοί του, οι «μπλανκιστές», αφομοιώθηκαν σιγά – σιγά ως «πολιτική τάση» στα, ακόμα επαναστατικά τότε, Σοσιαλιστικά Κόμματα. Κατά την προσφιλή τους τακτική, οι μαρξιστές κομμουνιστές απαξίωσαν και αυτόν τον μεγάλο προγενέστερό τους επαναστάτη, που δήθεν δεν είχε καταλάβει την «αξία» του «προλεταριάτου» και των «μαζών», αν και η Ιστορία του 20ου αιώνα, του αιώνα των λαϊκών ολοκληρωτισμών τόσο της λεγόμενης Δεξιάς όσο και της λεγόμενης Αριστεράς, δικαίωσε πέρα για πέρα την αντίληψη ότι η καταφυγή στην «μάζα» προκαλεί πάντοτε τον πλήρη εκχυδαϊσμό όλων των υψηλών ιδεωδών. Για τον Ένγκελς λ.χ. ο Μπλανκί «ήταν σοσιαλιστής μόνο μέσα από το συναίσθημα, μέσα από την συμπόνια του για τα βάσανα του κόσμου, αλλά δεν έχει ούτε σοσιαλιστική θεωρία, ούτε ξεκάθαρες πρακτικές προτάσεις για τα κοινωνικά προβλήματα. Στην πολιτική του δραστηριότητα υπήρξε κυρίως ένας άνθρωπος της δράσης, πιστεύοντας πως μια μικρή και καλά οργανωμένη μειοψηφία, που θα επιχειρούσε ένα ισχυρό πολιτικό κτύπημα την κατάλληλη στιγμή, θα μπορούσε να συμπαρασύρει τον κόσμο μαζί της με μερικές αρχικές επιτυχίες και άρα να πραγματοποιήσει μια επιτυχημένη επανάσταση… βλέπουμε επομένως, πως ήταν ένας επαναστάτης της προηγούμενης γενιάς».

Η μετά θάνατον κατά βούληση χρήση του εξαιρετικού εκείνου ανθρώπου, δεν τερματίστηκε βεβαίως με τους αυτόκλητους «ειδικούς» της «σωστής» κοινωνικής ανατροπής. Κατά την φάση της μεταστροφής του μετέπειτα Ιταλού δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι από σοσιαλιστή σε λαϊκιστή φασίστα, ο τελευταίος ιδιοποιήθηκε από τον Νοέμβριο του 1914 μέχρι το 1918 ως προμετωπίδα στην εφημερίδα του «Ο λαός της Ιταλίας» («Il Popolo d' Italia») την φράση του Μπλανκί «όποιος έχει τα σιδερικά (δηλαδή τα όπλα) έχει και ψωμί».

ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΜΠΛΑΝΚΙ:
«Η Αιωνιότητα μέσα από τα άστρα» («L’Eternite par les asters», 1872)
«Κοινωνική Κριτική» («Critique Sociale», 1885)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΛΑΝΚΙ:
Bernstein Samuel, «Auguste Blanqui and the art of insurrection», εκδόσεις «Lawrence and Wishart», London, 1971
Corcoran Paul E., ed., «Before Marx: socialism and communism in France, 1830 – 1848», εκδόσεις «Macmillan», London, 1983
Dommanget Maurice, «Blanqui et L’Opposition Revolutionnaire a la Fin Du Second Empire», Paris, 1960Fourniere Eugene, «Les theories socialistes au XIXe siecle de Babeuf a Proudhon», εκδόσεις «F. Alcan. Bibliotheque de philosophie contemporaine», Paris, 1904
Geffroy Gustave, «L' Enferme», εκδόσεις «Bibliotheque Charpentier», Paris, 1897
Hunt Herbert James, «Le socialisme et le romantisme en France; etude de la presse socialiste de 1830 a 1848», εκδόσεις «The Clarendon Ρress», Oxford, 1935.
Hutton Patrick H., «The Cult of the Revolutionary Tradition: The Blanquists in French Politics, 1864 - 1893», εκδόσεις «University of California Press», Berkeley, 1982
Nomad Max, «Apostles of the Revolution», εκδόσεις «M. Secker and Warburg», London, 1939
Paz Maurice, «Un revolutionnaire professionnel, Blanqui», εκδόσεις «Fayard», Paris, 1984
Postgate Raymond William, «Revolution from 1789 to 1906», εκδόσεις «Houghton Mifflin Company», Boston και New York, 1920
Spitzer Alan B., «The Revolutionary Theories of Louis Auguste Blanqui», εκδόσεις «Columbia University Press», New York, 1957
Sencier Georges, «Le Babouvisme apres Babeuf», εκδόσεις «Megariotis», Geneve, 1977
Stewart Neil, «Blanqui», εκδόσεις «Victor Gollancz», London, 1939

Λουϊ Σαρλ Ντελεκλύζ(Louis Charles Delescluze, Dreux, 2 Οκτωβρίου 1809 – Paris, 25 Μαϊου 1871)


Γάλλος δημοκράτης επαναστάτης του 19ου αιώνα, δημοσιογράφος, ιακωβίνος πατριώτης, στέλεχος της «Κομμούνας του Παρισιού».

Από τον ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ

ΠΡΩΤΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ
Γεννήθηκε στο Dreux του Eure - et – Loire της βόρειας Γαλλίας, υιός ενός πρώην λοχία του γαλλικού στρατού της «Πρώτης Δημοκρατίας» και μετά από επίμονη αυτοδιδαχή σπούδασε τελικά νομικά στο Παρίσι, δίχως όμως να μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσκολιών. Όντας ευγενής, μεγαλόκαρδος και με αυξημένο αίσθημα δικαιοσύνης, συνδέθηκε με ριζοσπαστικούς κύκλους δημοκρατών, συμμετείχε στην επανάσταση του Ιουλίου 1830 ενάντια στον βασιλιά Κάρολο τον 10ο και εν συνεχεία προσχώρησε στην μυστική δημοκρατική οργάνωση «Φίλοι του Λαού» («Amis du Peuple») και στα σχέδια του έτους 1832 για εκτέλεση του νέου βασιλιά Λουδοβίκου – Φίλιππου, ενώ επίσης συμμετείχε στις 5 και 6 Ιουνίου στην εξέγερση των δημοκρατικών κατά του μονάρχη έπειτα από την κηδεία του ομοϊδεάτη τους στρατηγού Λαμάρκ (Jean Maximilien Lamarque, 1770 - 1832).
Στην οργάνωση «Φίλοι του Λαού» γνώρισε τους μεγάλους επαναστάτες της εποχής Louis Auguste Blanqui (1805 – 1881), Philippe Buonarroti (1761 – 1837), Francois - Vincent Raspail (1794 - 1878) και Sigismond Auguste Armand Barbes (1809 – 1870, τον επονομαζόμενο «Μπαγιάρ της Δημοκρατίας», «Le Bayard de la Démocratie»). Κινδυνεύοντας να συλληφθεί μετά από την καταστολή μιας νέας παράνομης οργάνωσης που είχε ιδρύσει ο Μπλανκί, της «Societe des Familles», διέφυγε το καλοκαίρι του 1836 στις Βρυξέλλες, όπου έμεινε μέχρι το 1840, αρθρογραφώντας σε διάφορες βελγικές δημοκρατικές εφημερίδες.

ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΙΑΚΩΒΙΝΟΣ
Πίσω στην Γαλλία, εγκαταστάθηκε αρχικά στην Βαλενσιέν (Valenciennes), όπου εξέδωσε την αντιμοναρχική εφημερίδα «L’ Impartiale du Nord», για τα δημοσιεύματα της οποίας τιμωρήθηκε με πρόστιμο 2.500 φράγκων και ένα μήνα φυλακή. Έμεινε στο Βαλενσιέν μέχρι το ξέσπασμα της επανάστασης του 1848, την οποία ο ίδιος κήρυξε στην πόλη, ενώ στην συνέχεια τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση της βραχύβιας «Δεύτερης Δημοκρατίας» («Deuxième République», 1848 - 1852) «Κομισάριος της Δημοκρατίας στο τμήμα του Βορρά» («Commissaire de la République dans le département du Nord»). Μετά την καταστολή της επανάστασης επέστρεψε στο Παρίσι, όπου ίδρυσε μαζί με τον Μαρτίν Μπερνάρ (Martin Bernard) στις 4 Δεκεμβρίου 1848 την οργάνωση «Δημοκρατική Αλληλεγγύη» («La Solidarité Républicaine») που αποσκοπούσε στην αγωνιστική συνένωση των αριστερών ιακωβίνων με τους επαναστάτες σοσιαλιστές.
Εξέδωσε επίσης την εφημερίδα «Δημοκρατική και Κοινωνική Επανάσταση» («La Révolution démocratique et sociale. Liberté, égalité, fraternité»), η οποία πολύ σύντομα έγινε το μέσο έκφρασης των υπολειμμάτων του αριστερού «Ιακωβινισμού»: μέχρι το ηρωϊκό και τραγικό συνάμα 1871, η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση είχε αφήσει πίσω της χιλιάδες ανθρώπους που ειλικρινά εμπνέονταν από τα ιδανικά των Μαρά, Ροβεσπιέρου, Σαιν Ζυστ και των υπόλοιπων «Ορεινών» (ο ίδιος ο Ντελεκλύζ ήταν θαυμαστής του Ροβεσπιέρου και του Σαιν Ζυστ) και ήσαν μάλιστα πρόθυμοι να πεθάνουν γι’ αυτά, ερχόμενοι όχι μόνο σε σύγκρουση με την μοναρχία, αλλά και με τον αντεπαναστατικό φορμαλιστικό δημοκρατικισμό εκείνων που στο όνομα του «Ιακωβινισμού» είχαν συμφιλιωθεί με ο,τιδήποτε υποσχόταν την τάξη και την ενότητα.
Μέσα από την «Δημοκρατική και Κοινωνική Επανάσταση» στήριξε στις προεδρικές εκλογές της 13ης Μαϊου 1849 τον δημοκρατικό πολιτικό Alexandre Auguste Ledru-Rollin (1807 – 1874) του ανασυσταθέντος «Κόμματος των Ορεινών» («La Montagne»), ενώ ουκ ολίγες φορές ήλθε σε ιδεολογική αντιπαράθεση με τον πρωτο-αναρχικό Πιέρ - Ζοζέφ Προυντών (Pierre - Joseph Proudhon, 1809 - 1865) και την εφημερίδα του «Le Peuple». Τον Μάρτιο του 1849 όμως, καταδικάστηκε σε νέο πρόστιμο 3.000 φράγκων και έναν χρόνο φυλάκιση για τα πύρινα άρθρα του κατά την λαϊκή εξέγερση του Ιουνίου 1848, κυρίως κατά του στρατηγού Louis - Eugène Cavaignac (1802 – 1857) που ευθυνόταν για την αιματηρή καταστολή, και όταν τον Απρίλιο του 1850 ακολούθησε νέα βαρύτερη καταδίκη σε πρόστιμο 11.000 φράγκων και φυλάκιση τριών ετών, διάφυγε για μια ακόμη φορά στο εξωτερικό, αυτή την φορά στην Αγγλία.
Έμεινε εκεί μέχρι το 1853 και εν συνεχεία επέστρεψε παράνομα στην πατρίδα του για να αγωνιστεί κατά της κυβέρνησης των πραξικοπηματιών της 2ας Δεκεμβρίου 1851 που έφεραν το τέλος της «Δεύτερης Δημοκρατίας». Συνελήφθη όμως, καταδικάστηκε σε τέσσερα πρόσθετα χρόνια φυλάκισης και κλείστηκε στην φυλακή «Sainte-Pélagie». Μετά από παραμονή σε 2 ακόμα φυλακές, εκτοπίστηκε τελικά τον Οκτώβριο του 1858 «για 10 χρόνια» στα στρατόπεδα καταδίκων της Γαλλικής Γουϊάνας (Cayenne, Guyane) μαζί με άλλους αντικαθεστωτικούς. Τις αναμνήσεις του από την εμπειρία αυτή στο τρομερό «Νησί του Διαβόλου» («l’ Ιlle du Diable») συγκέντρωσε και εξέδωσε αργότερα στο Παρίσι με τίτλο «Από το Παρίσι στην Γουϊάνα. Το ημερολόγιο ενός εκτοπισμένου» («De Paris à Cayenne. Journal d’ un transporté», 1869).

ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ
Επέστρεψε από την εξορία τον Νοέμβριο του 1860 μετά από την χορήγηση πολιτικής αμνηστίας τον Αύγουστο του 1859 από τον «αυτοκράτορα» Ναπολέοντα τον Γ και, παρά την κλονισμένη του υγεία, δραστηριοποιήθηκε ξανά στον χώρο των ριζοσπαστών αντιμοναρχικών. Το Ιούνιο του 1868 ίδρυσε στο Παρίσι την εφημερίδα «Αφύπνιση» («Le Reveil»), όργανο της «Επαναστατικής Αριστεράς», στην οποία αναδημοσιεύονταν σημαντικά κείμενα του δημοκρατικού, σοσιαλιστικού, αλλά και εργατικού επίσης κινήματος, μέχρι ακόμα και κείμενα της ιδρυθείσας το 1864 «Διεθνούς των Εργατών» («L’ Association Internationale des Travailleurs») ή «Πρώτης Διεθνούς».

Όντας «ο άνθρωπος που ποτέ δεν συγχωρεί και ποτέ δεν ξεχνάει», όπως τον περιέγραψε ο Ernest Alfred Vizetelly, οδηγήθηκε το 1868 για μία ακόμη φορά σε δίκη επειδή είχε προσπαθήσει με έρανο μέσω της «Αφύπνισης» να αναγείρει ένα μνημείο στην μνήμη του Αλφόνσου Μπωντέν (Jean - Baptiste Alphonse Victor Baudin, 1811 - 1851), του δημοκρατικού βουλευτή που είχε σκοτωθεί στα οδοφράγματα ενάντια στους πραξικοπηματίες του Δεκεμβρίου 1851. Παρά την πολύ καλή δικαστική του υπεράσπιση από τον δημοκρατικό δικηγόρο Λέοντα Γαμβέττα (Léon Gambetta, 1838 - 1882), καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση, ωστόσο αμνηστεύθηκε μετά από έναν χρόνο. Στις 12 Ιανουαρίου 1870 πάλι, ήταν ανάμεσα σε εκείνους τους σοσιαλιστές και μπλανκιστές (Βαλέ, Φλουράνς, Ροσφόρ) που προσπάθησαν να εξεγείρουν τους 100.000 διαδηλωτές που συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία τον δημοσιογράφο Βίκτορα Νουάρ (Victor Noir, 1848 – 1870), τον οποίο είχε σκοτώσει ο πρίγκιπας Πιέρ Βοναπάρτης (Pierre Bonaparte).
Έπειτα από νέες διώξεις και αλλεπάλληλα πρόστιμα, η εφημερίδα σφραγίστηκε τελικά από την αστυνομία του Ναπολέοντος του Γ στις 10 Αυγούστου 1870 και ο ίδιος ο Ντελεκλύζ κατέληξε για μια ακόμα φορά φυγάς στο Βέλγιο, από το οποίο όμως επέστρεψε αμέσως μετά την στρατιωτική συντριβή του μονάρχη στο Sedan, την παράδοσή του στους Πρώσους στις 2 Σεπτεμβρίου του 1870 και την ανακήρυξη στις 4 Σεπτεμβρίου της «Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας». Η «Αφύπνιση» επανεκδόθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου και συνέχισε την ηρωϊκή πορεία της μέχρι την 22α Ιανουαρίου 1871 που συνελήφθη ξανά επειδή είχε καταγγείλει ως προδότες εκείνους που παρέδιδαν το Παρίσι στους Πρώσους.
Εξ αρχής είχε ασκήσει πολεμική προς την «Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» του πολιορκημένου από τους Πρώσους Παρισιού και πήρε μέρος στην εξέγερση της 31ης Οκτωβρίου που αποπειράθηκαν οι «τυφεκιοφόροι» του Γκουστάβ Φλουράνς, οι Ιακωβίνοι δημοκράτες και οι μπλανκιστές εργάτες όταν ο λαός του Παρισιού πληροφορήθηκε ότι η κυβέρνηση είχε εξουσιοδοτήσει τον Αδόλφο Θιέρσιο (Louis-Adolphe Thiers, 1797 – 1877) να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους Πρώσους. Φωνάζοντας «προδοσία!», οι εξεγερμένοι κατέλαβαν το δημαρχείο και ανακοίνωσαν την ίδρυση μιας επαναστατικής «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» («Comité du Salut Publique», κατά μίμηση εκείνης των «Ιακωβίνων» την περίοδο 1793 - 1794) με πρόεδρο τον ίδιον τον Μπλανκί. Αν και αρχικά η κυβέρνηση, φοβισμένη από την εξέγερση, υποσχέθηκε να κάνει δημοτικές εκλογές την επόμενη ημέρα, στην συνέχεια πήρε τον λόγο της πίσω και έστειλε τα πιστά σε αυτήν τμήματα της Εθνοφρουράς να επανακαταλάβουν του δημαρχείο και να αποκαταστήσουν την τάξη. Στις 5 Νοεμβρίου εξελέγη στην δημοτική αρχή του 19ου τμήματος Παρισιού (XlXème arrondissement de Paris), αλλά παραιτήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1871, αφού πρώτα, όπως προείπαμε, κατήγγειλε ως προδότες εκείνους που ήθελαν την παράδοση της πόλης στους Πρώσους.

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΚΟΜΜΟΥΝΑ»
Εκλέχθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1871 βουλευτής στην υπό τους Πρώσους νέα «Εθνοσυνέλευση» («L’ Assemblée Nationale»), από την οποία όμως παραιτήθηκε και προσχώρησε στην «Παρισινή Κομμούνα» αμέσως με την ανακήρυξή της. Στις 26 Μαρτίου εκλέχθηκε μέλος της κεντρικής επιτροπής και στις 4 Απριλίου μέλος της «Εκτελεστικής Επιτροπής» («La Commission Exécutive»), ενώ στις 13 Απριλίου πιάστηκαν και φυλακίστηκαν δύο άνδρες που είχαν σταλθεί με αποστολή να τον δολοφονήσουν.

Στις 9 Μαϊου εκλέχθηκε πρόεδρος της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» («Comité du Salut Public») και, τελικά, στις 10 Μαϊου «πολιτικός υπεύθυνος Πολέμου» («Délégué Civil à la Guerre»). Στην διακήρυξή του προς την Εθνοφρουρά την ημέρα της τελευταίας εκλογής του, κάλεσε τους κομμουνάρους σε μέχρις εσχάτων λαϊκό πόλεμο κατά των εχθρών: «Εάν συμβουλευόμουν μόνο τις φυσικές μου δυνάμεις, δεν θα είχα αποδεχθεί αυτή την επικίνδυνη θέση του πολιτικού διοικητή του Υπουργείου Πολέμου. Όμως βασίζομαι στον πατριωτισμό σας για να αντέξω τα βάρη της... Όρθιοι λοιπόν Πολίτες, σταθείτε αποφασιστικά απέναντι στον εχθρό!... γνωρίζετε ότι πολεμάτε για την ελευθερία και για την κοινωνική ισότητα... για την απελευθέρωση της Γαλλίας και του κόσμου ολάκερου, για την ασφάλεια των οικογενειών σας, για τις ζωές των γυναικών σας και των παιδιών σας. Γι αυτό και θα νικήσετε. Και τότε, η ανθρωπότητα, που τώρα σας παρακολουθεί και επιδοκιμάζει τις μεγαλόψυχες προσπάθειές σας, θα πανηγυρίσει τον θρίαμβό σας, που θα σημάνει την σωτηρία όλων των ανθρώπων. Ζήτω η Παγκόσμια Δημοκρατία! Ζήτω η Κομμούνα!».
Η εκλογή του Ντελεκλύζ ως «πολιτικού υπεύθυνου Πολέμου» ήταν μια ύστατη προσπάθεια να ενωθούν όλοι οι παριζιάνοι δημοκράτες, πολίτες και στρατιωτικοί, ιακωβίνοι και σοσιαλιστές, αν και τώρα πια, όπως το έγραψε ο σοσιαλιστής Jellinek, «ήταν ήδη πολύ αργά για να κάνουν ο,τιδήποτε άλλο οι κομμουνάροι, εκτός από το να πουλήσουν τις ζωές τους όσο πιο αξιομνημόνευτα μπορούσαν… ο Ντελεκλύζ έδειχνε πως ετοίμαζε στο επαναστατημένο Παρίσι μία επαναστατική κηδεία, που θα του επέτρεπε να ακούσει από πριν τον επικήδειό του... (οι κομμουνάροι) φαίνονταν σαν να είχαν ήδη ενωθεί μαζί στον θάνατο πριν ακόμα καν πεθάνουν» (σελ. 265).

Με τις τελευταίες του δύο ιδιότητες, του πρόεδρου της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» και του «πολιτικού υπευθύνου Πολέμου», ο Ντελεκλύζ υπερασπίστηκε μέχρι τέλους την «Κομμούνα» με το σύνθημα «αγώνας όχι στρατιωτικός αλλά επαναστατικός, τόπο στον λαό, στους αγωνιστές, στους άντρες με τα γυμνά χέρια!». Αυτός ήταν που πρότεινε την πυρπόληση όλων των κτιρίων που χρησιμοποιούσε ή μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο εχθρός και την εκτέλεση των στελεχών του καθεστώτος που κρατούντο όμηροι ως αντίποινα για τις σφαγές των επαναστατών και των συγγενών τους.
Στο τέλος, έχοντας ήδη δει τον ομοϊδεάτη του και επίσης θαυμαστή του Ροβεσπιέρου και του Σαιν Ζυστ Ωγκύστ Βερμορέλ (Auguste Jean Marie Vermorel, 1941 - 1871) να χτυπιέται από τις σφαίρες των εχθρών πριν πέσει στα χέρια τους και ξεψυχήσει αργότερα στα κρατητήρια των Βερσαλλιών, συνάντησε και ο ίδιος μέσα σε γενναία αταραξία τον θάνατο στις 25 Μαϊου 1871, στο ήδη έτοιμο να πέσει οδόφραγμα Chateau d’ Eau της «λεωφόρου πρίγκιπα Ευγένιου» (νυν Βολταίρου, Boulevard Voltaire), όπου έπεσε νεκρός, κτυπημένος στο κεφάλι και το στήθος από σφαίρες ελεύθερων σκοπευτών.
Ο ηρωϊκός θάνατος του Ντελεκλύζ σηματοδότησε επίσης το ιστορικό τέλος το κινήματος του Ιακωβινισμού (1789 – 1871), ο τελευταίος εκπρόσωπος του οποίου, ο εξόριστος μετά το 1871 στην Γενεύη πρώην εκδότης της «Droits de l’ Homme» Zυλ Γκεσντ (Jules Basile Guesde, 1845 - 1922), προσχώρησε το 1876 στον μαρξισμό, προσηλυτισμένος από Γερμανούς πολιτικούς πρόσφυγες. Το 1874, το καθεστώς, που λόγω της μη αναγνώρισης του πτώματος του Ντελεκλύζ τον θεωρούσε ζωντανό και φυγά, έσπευσε καλού – κακού να τον καταδικάσει με το στρατοδικείο του «ερήμην» σε θάνατο, ενώ ο Γαμβέττας ανέκραζε το περίφημο: «ιδού λοιπόν ένας άνθρωπος που ακόμα και νεκρός εξακολουθεί να προκαλεί στους εχθρούς του τον φόβο!».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
«Affaire de la souscription Baudin : seul compte rendu complet, recueilli par la sténographie et revu par les défenseurs», Paris, 1868
«De Paris à Cayenne. Journal d’ un transporté», Paris, 1869

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Marcel Dessal, «Un revolutionnaire jacobin, Charles Delescluze», Paris, 1951
Jules Guesde, «Le livre Rouge de la justice rurale: documents pour servir à l’ histoire d’ une république sans républicains; a la mémoire de Charles Delescluze», Paris, 1871
Roger Bellet, «Journalisme et Révolution, 1857 – 1885», Tusson, 1987
Charles Prolès, «Les Hommes de la revolution de 1871», Paris, 1898
Frank Jellinek, «The Paris Commune of 1871», London, 1937
Διάφορα περιοδικά και εφημερίδες από το Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Φραντζέσκο Μάριο Παγκάνο (Francesco Mario Pagano, Brienza Salerno 8 Δεκεμβρίου 1748 – Napoli 29 Οκτωβρίου 1799).

Ιταλός νομικός, φιλόσοφος, συγγραφέας και Ιακωβίνος μάρτυρας. Γεννήθηκε στην Brienza του Σαλέρνο από πατέρα συμβολαιογράφο, στάλθηκε σε ηλικία 12 ετών στο σπίτι ενός θείου του στην Νάπολη και σπούδασε νομικά και φιλοσοφία, αριστεύοντας σε σημείο που 22ετής ακόμα να ασκεί δικηγορία και να είναι επίσης λέκτορας Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης.

Από τον ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ

Από τα 20 του ωστόσο (το έτος 1768) συνέγραψε μία πολιτική κριτική στο ρωμαϊκό δίκαιο («Politicum universae nomothesiae examen»), η οποία είχε εξοργίσει τους συντηρητικούς κύκλους με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για αθεϊα και να φυλακιστεί. Την επόμενη δεκαετία μυήθηκε στον Ελευθεροτεκτονισμό μέσω του προσωπικού φίλου του, φιλόσοφου και νομικού Γκαετάνο Φιλαντζέρι (Gaetano Filangieri, 1752 - 1788). Έχοντας ήδη να επιδείξει ένα αξιόλογο συγγραφικό έργο επάνω σε νομικά ζητήματα, κατέλαβε το 1787 καθηγητική έδρα στην Νομική συγγράφοντας το ίδιο έτος το «Considerazioni sul processo criminale» και το 1792 δημοσίευσε πολιτικές πραγματείες αναφορικά με την προέλευση και εξέλιξη των πολιτισμένων και βαρβαρικών κοινωνιών («Saggi politici dei principi, progressi e decadenza delle societa»). Ο Παγκάνο ασχολήθηκε επίσης και με την συγγραφή θεατρικών έργων από τα οποία γνωστότερα υπήρξαν η τραγωδία «Gerbino» και το μελόδραμα «Agamemnon».
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ: Το 1793 ίδρυσε με τους δικηγόρους Ρούσο και Φλαμίνιο Μας (Flaminio Mass) την «λέσχη» των ναπολιτάνων Ιακωβίνων με το όνομα «Πατριωτική Εταιρεία» («Societa Patriottica»), η οποία σφραγίστηκε το 1794 από τις αρχές και τα μέλη της συνελήφθησαν, πέρασαν από δικαστικές περιπέτειες και 3 από αυτούς (οι Emanuele De Deo, Vincenzo Galiani και Vincenzo Vitaliani) εκτελέστηκαν τελικά το 1794 ως ένοχοι «ιακωβινικής συνωμοσίας», παρά τις προσπάθειες του συνηγόρου τους Παγκάνο να τους σώσει. Ο ίδιος ο Παγκάνο φυλακίστηκε ξανά τον Φεβρουάριο του 1796 στο Castel Sant Elmo με την κατηγορία του αντιμοναρχισμού, του αφαιρέθηκε η δικηγορική ιδιότητα και τον Ιούλιο του 1798 που αποφυλακίστηκε (όπως και αρκετοί ακόμα σύντροφοί του, όπως λ.χ. οι Ciaia, Fasulo, Colonna, Cassano, κ.ά.) μετά από έντονες πιέσεις των Γάλλων, βρήκε καταφύγιο στην Ρώμη, όπου είχε κηρυχθεί η «Ρωμαϊκή Ιακωβινική Δημοκρατία» («Repubblica Romana Giacobina»).
Όταν το 1799 ανακηρύχθηκε υπό την κάλυψη του γαλλικού στρατού η βραχύβια «Παρθενόπια Δημοκρατία» («Repubblica Partenopea», 23 Ιανουαρίου 1799 – 13 Ιουνίου 1799) από τους ναπολιτάνους Ιακωβίνους, ο Φραντζέσκο Μάριο Παγκάνο επέστρεψε στην Νάπολη την 1η Φεβρουαρίου και ανέλαβε πολιτικά καθήκοντα , στα οποία αναδείχθηκε σε ένα από τα πιο δραστήρια στελέχη της νεαρής, αλλά εξαιρετικά εύθραυστης Δημοκρατίας. Εξελέγη αντιπρόσωπος του λαού και, ανάμεσα στα διάφορα άλλα έργα του, συνέταξε με βάση το ιακωβίνικο Σύνταγμα της Γαλλικής Δημοκρατίας του 1793 το αντίστοιχο Σύνταγμα της «Παρθενόπιας». Όταν η τελευταία δέχθηκε την άγρια επίθεση των μοναρχικών τον Ιούνιο του 1799, ο Παγκάνο πολέμησε με τους τελευταίους δημοκράτες στο Castel Nuovo, αλλά παραδόθηκε όταν πια κάθε αντίσταση ήταν μάταιη.
ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ: Παρά την συμφωνία όμως για σεβασμό της ελευθερίας και της ζωής των αιχμαλώτων, οι μοναρχικοί τους φυλάκισαν, τους δίκασαν ομαδικά και τους καταδίκασαν σε θάνατο. Έχοντας μείνει αρκετές εβδομάδες στην φυλακή, ο Παγκάνο εκτελέστηκε τελικά στις 29 Οκτωβρίου 1799 με δημόσιο απαγχονισμό, μαζί με τους συναγωνιστές του Ντομένικο Κιρίλο (Domenico Cirillo, 1739 - 1799), Γεώργιο Πιλιατσέλι (George Pigliacelli) και Ιγνάτιο Κιάϊα (Ignazio Ciaia, 1766 - 1799) στην Piazza Mercato της Νάπολης.
ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΕΡΓΑ: «Politicum universae nomothesiae examen», 1768 «De saggi politici», 2 τόμοι, 1783 – 1785 «Considerazioni sul processo criminale», 1787 «Ragionamento sulla liberta del commercio del pesce», 1789 «Saggi politici dei principi, progressi e decadenza delle societa», 3 τόμοι, 1792 - 1793 «Principi del codice penale», εκδόθηκε μετά θάνατον, το 1819 «Logica dei probabili o teoria delle prove», 1819 «Opere scelte di estetica», 1819 «Opere filosofico politiche ed estetiche», 1837 «Opuscoli sopra il diritto penale» 1837 «Dio e natura: pensieri inediti», 1885

ΘΕΑΤΡΙΚΑ ΕΡΓΑ: «Gli esuli Tebani», 1782 «Il Gerbino», 1787 «Agamennone», 1787 «Corradino», 1789 «L'Emilia : commedia in cinque atti», 1792

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Bruschi Renato ed., «Francesco Mario Pagano: la coscienza della liberta: dai Saggi politici al Progetto di Costituzione», Napoli, 1998 Cantimori Delio, «Utopisti e riformatori Italiani, 1794 - 1847», Florence, 1943 Cantimori Delio, «Giacobini Italiani», τόμοι 3, Bari, 1956 – 1964 Conforti Luigi, «Napoli nel 1799», Naples, 1889 Giglioli Constance H. D., «Naples in 1799. An account of the revolution of 1799 and the rise and fall of the Parthenopean Republic», London, 1903 Gutteridge H. C. ed., «Nelson and the Neapolitan Jacobins», London, 1903 Von Helfert Fr., «Fabrizio Ruffo, Revolution und Gegen - Revolution von Neapel, November 1798 bis August 1799», Wien, 1882

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

Φρανσουά - Νοέλ «Γράκχος» Μπαμπέφ (Francois - Noel «Gracchus» Babeuf, Σαιν Κουεντίν 23 Νοεμβρίου 1760 – Παρίσι 27 Μαϊου 1797)


Γάλλος επαναστάτης, αρχικά Ιακωβίνος και μετά ουτοπιστής – σοσιαλιστής, θεμελιωτής του επαναστατικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, ιδρυτής μέσα σε αυτόν της συγκεκριμένης ιδεολογικής τάσης του «Μπαμπεφισμού» («Babouvisme»), που διεκδίκησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα όλων των πολιτών, γι’ αυτό και ο ίδιος αποκλήθηκε μετά θάνατον «Προμηθέας του Προλεταριάτου».

Από τον ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ

Φρανσουά - Νοέλ «Γράκχος» Μπαμπέφ (Francois - Noel «Gracchus» Babeuf, Σαιν Κουεντίν 23 Νοεμβρίου 1760 – Παρίσι 27 Μαϊου 1797). Γάλλος επαναστάτης, αρχικά Ιακωβίνος και μετά ουτοπιστής – σοσιαλιστής, θεμελιωτής του επαναστατικού Σοσιαλισμού του 19ου αιώνα, ιδρυτής μέσα σε αυτόν της συγκεκριμένης ιδεολογικής τάσης του «Μπαμπεφισμού» («Babouvisme»), που διεκδίκησε την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και την πλήρη πολιτική και οικονομική ισότητα όλων των πολιτών, γι’ αυτό και ο ίδιος αποκλήθηκε μετά θάνατον «Προμηθέας του Προλεταριάτου».

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ:
Γεννήθηκε στο Saint Qentin στην πάμφτωχη οικογένεια του Κλωντ Μπαμπέφ (Claude Babeuf), παλαιού στρατιώτη από το καλβινιστικό χωριό Bobeuf ή Baboeuf της Πικαρδίας που είχε αυτομολήσει το 1738 στον αυστριακό στρατό, είχε προαχθεί σε δάσκαλο της Αυλής και είχε επιστρέψει στην Γαλλία μετά από αμνηστία που χορηγήθηκε το 1755. Όπως και ο φτωχός πατέρας του (που σημειωτέον δίδαξε ωστόσο στα παιδιά του τα γερμανικά και μαθηματικά που γνώριζε) έτσι και ο νεαρός Φρανσουά - Νοέλ, χρειάστηκε από 14 ετών να εργαστεί σκληρά για να εξοικονομήσει η οικογένειά του αλλά και ο ίδιος τα απαραίτητα για την συντήρησή της. Ο πατέρας του είχε πεθάνει ήδη από το 1780 και έκτοτε έπεσε αποκλειστικά στον Φρανσουά - Νοέλ η ευθύνη να συντηρήσει την μητέρα του και τα αδέλφια του, καθώς αργότερα και την σύζυγό του και τους τρεις δικούς του υιούς. Λέγεται ότι λίγο πριν ξεψυχήσει ο πατέρας του, έδωσε στον 20χρονο Φρανσουά - Νοέλ ένα φθαρμένο αντίτυπο των «Παράλληλων Βίων» του Πλουτάρχου με την ευχή να τον συνοδεύει σε όλες τις χαρές και λύπες της ζωής και επίσης τον όρκισε επάνω στο στρατιωτικό του ξίφος να μάχεται πάντοτε για τα δίκαια των ανθρώπων.
Στις 13 Νοεμβρίου 1782 ο Μπαμπέφ νυμφεύθηκε μία νεαρή κοπέλα από την Αμιένη, υπηρέτρια στο σπίτι κάποιων αριστοκρατών όπου και ο ίδιος εργαζόταν ως υπηρέτης. Συνέχισε να εργάζεται ως υπηρέτης μέχρι το 1784, οπότε και μετακόμισε οικογενειακώς στο Ροϊ (Roye), όπου βρήκε μία πολύ καλή και οικονομικά αποδοτική εργασία, ως κλητήρας του κτηματολογίου, μέχρι το 1789 που ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση. Το 1787 συνέγραψε το πρώτο κείμενό του με τίτλο «Διαρκές Κτηματολόγιο», που το εξέδωσε, καθώς και την μπροσούρα «La nouvelle distinction des ordres par M. de Mirabeau», το 1790 στο Παρίσι με τον τίτλο «Cadastre perpetuel, dedie a l'assemblee nationale, l'an 1789 et le premier de la liberte francaise», μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα της Γαλλικής Επανάστασης, όπου είχε παρακολουθήσει από κοντά την κατάληψη και κατεδάφιση της Βαστίλης και την δράση των «Αβράκωτων» ή «Σανκιλότ». Έχοντας ωστόσο συγκλονιστεί από το θέαμα του καρφωμένου σε ένα κοντάρι κεφαλιού του Φουλόν (Foulon) που περιφερόταν από τον όχλο στην οδό Faubourg Saint-Martin εν μέσω γενικής χαράς και τραγουδιών, σε μια επιστολή προς την σύζυγό του έδειχνε πολύ προβληματισμένος για το απίστευτο μέγεθος ανελέητης βιαιότητας που μπορούσε να εκδηλώσει το πλήθος: «να’ ξερες πόσο με αρρώστησε όλη αυτή η χαρά του πλήθους!… Όλες εκείνες οι τιμωρίες του παρελθόντος, οι διαμελισμοί, τα βασανιστήρια, ο τροχός, η πυρές, οι μαστιγώσεις, οι κάθε είδους εκτελέσεις, μας έχουν αποκτηνώσει! Αντί να μας εξημερώσουν, οι αφέντες μας μάς έχουν αποβαρβαρώσει, αφού βάρβαροι ήσαν και παραμένουν και αυτοί οι ίδιοι… Αυτό, φτωχή μου γυναίκα, θα έχει κατ’ όπως δείχνουν τα πράγματα συνέπειες φρικτές! Και μάλλον βρισκόμαστε μόνο στην αρχή!».
ΟΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ:
Μετά από αρθρογραφία σε διάφορες ριζοσπαστικές εφημερίδες της εποχής με τα ψευδώνυμα «Καμίλλος» («Camille») και «Γράκχος» («Gracchus», σε ανάμνηση των μεταρρυθμιστών αδελφών Γράκχων, μαρτύρων της αρχαίας ρωμαϊκής Δημοκρατίας) άρχισε να αποκτά την φήμη του εξτρεμιστή, συνελήφθηκε ως τέτοιος στις αρχές του Ιουλίου 1790, αλλά έτυχε της άμεσης υποστήριξης της εφημερίδας του Zαν Πωλ Μαρά (Jean Paul Marat) «Φίλος του Λαού» («Ami du Peuple») και αφέθηκε ελεύθερος μετά από μερικές ημέρες. Τον Οκτώβριο του 1790 μετακόμισε στο Ροϊ, από όπου εξέδιδε για μερικούς μήνες την επαναστατική εφημερίδα «Ο ανταποκριτής της Πικαρδίας» («Le Correspondant Picard»), η οποία σταμάτησε μετά από 40 συνολικά τεύχη. Το σκληρό ύφος των άρθρων του τού κόστισε τελικά 200 μηνύσεις σε διάστημα 6 μόλις μηνών και μια ακόμη σύλληψη και φυλάκιση, ενώ παύθηκε από δημοτικός σύμβουλος στην δημαρχεία του Ροϊ, όπου είχε εκλεγεί τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς. Τον Μάρτιο του 1791 πάντως, και ενώ ήδη η σύζυγός του είχε υποχρεωθεί να πουλήσει τα έπιπλα του σπιτιού τους για να πληρώσει τα χρέη της οικογένειας, διορίστηκε εντεταλμένος για την καταγραφή της εθνικής περιουσίας («biens nationaux») στο Ροϊ, αλλά μετά από μερικούς μήνες διώχθηκε και από εκεί επειδή προπαγάνδιζε την ανάγκη διανομής των αμφίβολης ιδιοκτησίας χωραφιών και γενικά απέκτησε πάμπολλους εχθρούς λόγω της αδιαλλαξίας του σε ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Στα μέσα του καλοκαιριού του 1793 έφυγε για το επαναστατημένο Παρίσι όπου διορίστηκε γραμματέας στην «Επιτροπή Επισιτισμού» («Comite des subsistances») της Κομμούνας, ενώ στις 23 Αυγούστου καταδικάστηκε ερήμην από δικαστήριο του Somme σε 20ετή φυλάκιση με βάση ένα στημένο από τους εχθρούς του κατηγορητήριο περί υποτιθέμενης «πλαστογραφίας» κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του στο Ροϊ.
Σε υλοποίηση της δικαστικής απόφασης συνελήφθη τον μήνα Μπρυμαίρ του έτους 2 της Δημοκρατίας (τον Νοέμβριο 1793) στο σπίτι του στο Παρίσι (επί της οδού Porte St Honore, αριθμός 27), δυνάμει εντάλματος που είχαν εκδώσει οι δικαστικές αρχές της Αμιένης, φυλακίστηκε στο Abbaye και στις 18 Ιουλίου 1794 (28 Φλορεάλ του έτους 2) δικάστηκε στο κακουργιοδικείο του Aisne στο Λαόν (Laon), όπου όμως οι δικαστές ακύρωσαν ομόφωνα την καταδικαστική απόφαση των δικαστών του Somme και τον αθώωσαν πανηγυρικά, αποφαινόμενοι ότι η όλη υπόθεση ξεκίνησε από προσωπικό φθόνο φιλομοναρχικών στοιχείων. Μετά την αθώωσή του, επέστρεψε για λίγο στο Παρίσι, αλλά δεν έζησε από κοντά την ανατροπή και καρατόμηση του Ροβεσπιέρου και την πλήρη επικράτηση των αντεπαναστατικών στοιχείων στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση λίγες ημέρες αργότερα, στις 9 Θερμιδώρ του έτους 2 (27 Ιουλίου 1794), γιατί απουσίαζε στο Λαόν, όπου βρισκόταν ο βαριά άρρωστος υιός του Εμίλ (Emile). Όταν ξαναγύρισε στο Παρίσι εξέδωσε από τις 3 Σεπτεμβρίου του 1794 (στα τέλη δηλαδή του έτους 2) την εφημερίδα «Για την Ελευθερία του Τύπου» («Journal de la Liberte de la Presse»), αρχικά με θέσεις κατά των ανατραπέντων «τρομοκρατών» και υπέρ των «θερμιδωριανών».

Η ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ «ΡΟΒΕΣΠΙΕΡΙΚΩΝ» ΘΕΣΕΩΝ:
Μέσα σε έναν μόλις μήνα ωστόσο, μετακινήθηκε προς τις ροβεσπιερικές θέσεις, ιδίως όταν στις 5 Οκτωβρίου (ή 4η Βεντεμιαίρ του έτους 3) μετονόμασε την εφημερίδα του σε «Βήμα του Λαού» («Tribune du Peuple») και υιοθέτησε μόνιμα πλέον το όνομα «Γράκχος». Εξαιτίας της δριμύτητας των άρθρων του, των αντι-ιδιοκτησιακών θέσεών του, αλλά και της ανοικτής ηθικής και ιδεολογικής υποστήριξης που εξέφρασε τώρα πια προς τους πεσόντες Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ και Κουτόν, συνελήφθη πριν καν τελειώσει ο Οκτώβριος και φυλακίστηκε για ένα διάστημα στο Αρράς (Arras), όπου γνώρισε φυλακισμένους «τρομοκράτες» ροβεσπιεριστές, όπως τον γνωστό εκδότη της «Επιθεώρησης της Ισότητας» («Journal de l' Εgalite») Λεμπουά (Lebois).

Αποφυλακίστηκε για λίγο, τοποθετήθηκε ξανά υπέρ του Ροβεσπιέρου και υπέρ του Συντάγματος του 1793 στο τεύχος 33 της εφημερίδας του και φυλακίστηκε ξανά τον Φεβρουάριο του 1795, ενώ οι εξτρεμιστές της φιλομοναρχικής αντι-ιακωβινικής οργάνωσης «Χρυσή Νεολαία» («Jeunesse Doree») έσπασαν τα σφραγισμένα γραφεία της ενοχλητικής εφημερίδας και έκαψαν δημόσια τα αντίτυπα που βρήκαν σε μια μεγάλη πυρά έξω από το Theatre des Bergeres. Όπως αναφέρει ο Ernest Belfort Bax, στην αλληλογραφία του Μπαμπέφ που βρέθηκε στο σπίτι του και κατασχέθηκε από την αστυνομία, υπήρξε και μία επιστολή με την οποία απαντούσε στον «Εμπεριστή» (οπαδό του εξτρεμιστή Εμπέρ που καρατομήθηκε την άνοιξη του 1794) Joseph Bodson ότι ο ίδιος ο Μπαμπέφ και οι ομοϊδεάτες του αποτελούσαν τους «δεύτερους Γράκχους» της Γαλλικής Επανάστασης, θεωρώντας ως «πρώτους Γράκχους» τους Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ, Κουτόν και τους υπόλοιπους εξοντωθέντες «ροβεσπιεριστές»: «να αποδώσουμε στον Ροβεσπιέρο την τιμή που του αξίζει, ώστε επιτέλους όλοι οι οπαδοί του να σηκωθούν ξανά και να θριαμβεύσουν… Ο Ροβεσπιερισμός είναι η Δημοκρατία, οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι. Η αναζωογόνηση του Ροβεσπιερισμού εγγυάται την αναζωογόνηση της Δημοκρατίας».
Στην φυλακή Plessis, όπου έμεινε φυλακισμένος για περίπου 8 μήνες, γνώρισε τον Ιταλό επαναστάτη και «ροβεσπιεριστή» Φίλιππο Μπουοναρόττι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti ή Buonarroti, 1761 - 1837), τον οικοδεσπότη του Ροβεσπιέρου Μωρίς Ντυπλαί (Maurice Duplay) και τον επίσης «ροβεσπιεριστή» Μαρκ Αντουάν Ζυλιέν (Marc Antoine Julien). Μετά την δεύτερη αποφυλάκισή του στις 31 Οκτωβρίου του ιδίου έτους (ή στις 4 Μπρυμαίρ του έτους 4), με την γενική αμνηστία που έδωσε η Συμβατική, και εκμεταλλευόμενος την πείνα που είχε πέσει στον λαό μετά από την κατάργηση των οικονομικών μέτρων των ροβεσπιεριστών, ενέτεινε μέσα από τις σελίδες του «Βήματος του Λαού» (που επανεκδόθηκε από το 35ο του τεύχος) την πολεμική του προς το καθεστώς του «Διευθυντηρίου» (σε αναφορές των χαφιέδων της αστυνομίας που χρονολογούνται από τον Νοέμβριο του 1795 καταγγελλόταν ότι «προέτρεπε σε στάση, εξέγερση και εφαρμογή του Συντάγματος του 1793»).

ΑΠΟ ΤΗΝ «ΛΕΣΧΗ ΤΟΥ ΠΑΝΘΕΟΥ» ΣΤΗΝ «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΩΝ ΙΣΩΝ»:
Τον επόμενο μήνα συμμετείχε με τον Μπουοναρόττι στην ίδρυση της φιλο-ιακωβινικής οργάνωσης «Λέσχη του Πανθέου» («Societe du Pantheon»), που έλαβε το όνομά της από την πλατεία όπου πραγματοποιούσε τις συγκεντρώσεις της. Το «Βήμα του Λαού» απετέλεσε εφεξής το επίσημο όργανο της οργάνωσης, η οποία στις αρχές του 1796 αριθμούσε 17.000 μέλη, αρκετά από τα οποία ήσαν και μέλη της φρουράς του Παρισιού ή μέλη του ιακωβινικού στρατιωτικού σώματος «Πατριώτες του ’89», το οποίο είχε χρησιμοποιήσει πριν από λίγους μήνες το «Διευθυντήριο» κατά των μοναρχικών. Οι τακτικές νυκτερινές συγκεντρώσεις της «Λέσχης του Πανθέου» κάτω από το φως πυρσών, η αίτησή τους στις αρχές να ιδρύσουν λατρεία του «Φυσικού Νόμου» ως «θρησκευτική» διάσταση του πολιτικού αιτήματος για Ισότητα, η ταχεία επικράτηση της τάσης του Μπαμπέφ και η εντονότατη ανησυχία των «φιλήσυχων νοικοκυραίων» του Παρισιού (που στις δραστηριότητες εκείνων που αποκαλούσαν «συμμορίτες» διέβλεπαν επιστροφή του «ροβεσπιερισμού»), έδειξαν στο «Διευθυντήριο» ότι έπρεπε να προγραμματίσει άμεση καταστολή. Τελικά στις 27 Φεβρουαρίου 1796 ο Ναπολέων Βοναπάρτης προέβη κατ’ εντολή του «Διευθυντηρίου» στην διάλυση της «Λέσχης», με αποτέλεσμα όμως να προχωρήσει άμεσα ο Μπαμπέφ μαζί με αδιάλλακτους αριστερούς Ιακωβίνους (Λεμπουά, Μπουοναρόττι, Νταρτέ, Λιντέ, κ.ά.) στην ίδρυση της «Ένωσης των Δικαίων» ή «Εταιρείας των Ίσων» («Societe des Egaux»), η οποία απετέλεσε ιστορικά την πρώτη μεγάλη σοσιαλιστική επαναστατική οργάνωση της Γαλλίας.
Ήδη μερικές ημέρες πριν από την διάλυση της «Λέσχης του Πανθέου», ο Μπαμπέφ κατεζητείτο από την αστυνομία και συνεπώς ίδρυσε την νέα οργάνωση και συντόνιζε τις ενέργειές της από το παρισινό κρησφύγετο του, και από εκεί επίσης σύστησε στις 30 Μαρτίου (10 Ζερμινάλ του έτους 4) το επταμελές «Μυστικό Διευθυντήριο» της οργάνωσης. Έχοντας αποφασίσει να κλείσει το ενοχλητικό «Βήμα του Λαού», το καθεστωτικό «Διευθυντήριο» είχε στείλει στα μέσα του Φεβρουαρίου έναν αξιωματούχο του στο σπίτι του Μπαμπέφ με εντολή να κατάσχει ό,τι αφορούσε την εφημερίδα, όμως αυτός ξυλοκοπήθηκε από τον Μπαμπέφ και πετάχθηκε στον δρόμο. Αντιμετωπίζοντας συνεπώς άμεση σύλληψη και φυλάκισή του, ο Μπαμπέφ κατέφυγε σε ένα κρυσφήγετο (στο σπίτι του ράφτη Τισώ, Tissot, στην οδό Grande Truanderie 21) που του είχε παράσχει ο «ροβεσπιεριστής» Ωγκυστέν Νταρτέ (Augustin Alexandre Darthe, 1769 - 1797), ενώ η αστυνομία συνέλαβε και φυλάκισε αντ’ αυτού την σύζυγο και τα παιδιά του. Από την παρανομία ο Μπαμπέφ κατόρθωσε να εκδώσει μερικά ακόμη τεύχη του «Βήματος του Λαού», μέχρι το τελευταίο 43ο τεύχος, υποστηριζόμενος οικονομικά από μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» και ομοϊδεάτες του από το Αρράς. Στο 40ο τεύχος ο Μπαμπέφ κάλεσε ενυπόγραφα τον λαό σε εξέγερση και απεκάλεσε την κυβέρνηση «μαέστρους της πείνας, αιματοπότες, τυράννους, δήμιους, απατεώνες και τσαρλατάνους», στο δε τελευταίο 43ο «πύρινο» τεύχος στις 16 Απριλίου 1796 (5 Φλορεάλ του έτους 4), επετέθηκε για μία ακόμη φορά στην τυραννία του «Διευθυντηρίου»: «Όλα έχουν τελειώσει. Η τρομοκρατία ενάντια στον λαό είναι η έννομη τάξη του σήμερα. Δεν μας επιτρέπεται πια να μιλάμε, δεν μας επιτρέπεται πια να διαβάζουμε, δεν μας επιτρέπεται πια να σκεπτόμαστε, δεν μας επιτρέπεται πια να δείχνουμε ότι υποφέρουμε. Δεν μας επιτρέπεται να παραδεχόμαστε ότι ζούμε υπό τον ζυγό των πιο απαίσιων τυράννων».
Σχεδόν αμέσως μετά το τελευταίο τεύχος του «Βήματος του Λαού» η «Ένωση των Δικαίων» εξέδωσε το «Μανιφέστο των Ίσων» («Le Manifeste des Egaux») του αναρχικού ποιητή Μαρεσάλ (Sylvain Marechal 1750 – 1803, αρχισυντάκτη του επαναστατικού περιοδικού «Πρόσκοπος του Λαού», «L’Eclaireur du People, ou le defenseur de vingt - cinq millions d'opprimes», που μοιραζόταν από χέρι σε χέρι και στα λίγα τεύχη που εξέδωσε είχε γράψει άρθρα και ο Μπαμπέφ). Στο «Μανιφέστο» του Μαρεσάλ η ατομική ιδιοκτησία δεχόταν ανοικτή επίθεση στο όνομα της Φύσης και επίσης εγείρονταν σαφείς απαιτήσεις για αγροτική μεταρρύθμιση, Δημοκρατία και ισότητα: «Λαέ της Γαλλίας! Επί 15 αιώνες έζησες σκλάβος και, κατά συνέπεια, δυστυχισμένος. Τα τελευταία 6 χρόνια όμως, περιμένεις ανυπόμονα να αποκτήσεις επιτέλους την ανεξαρτησία, την ελευθερία και την ισότητα. Ισότητα! Η πρώτη επιθυμία της Φύσης, η πρώτη ανάγκη του ανθρώπου, ο πρώτος κόμπος της κάθε αξιοπρεπούς σχέσης… Η Γαλλική Επανάσταση δεν ήταν παρά ο προάγγελος μιας επόμενης επανάστασης, πολύ πιο μεγάλης και πιο σοβαρής, η οποία και θα είναι η τελευταία. Ο λαός παρέλασε πάνω από τα κουφάρια των βασιλιάδων και των παπάδων που τόλμησαν να συμπαραταχθούν εναντίον του. Το ίδιο θα πράξει και με τους νέους τυράννους του, με τους νέους πολιτικούς Ταρτούφους που έχουν θρονιαστεί στους θώκους των παλαιών… Συκοφάντες του αγώνα μας πολιτικοί, σωπάστε! Στην σιωπή της σύγχυσής σας ακούστε τα αιτήματά μας, αιτήματα που τα υπαγόρευσε η Φύση και τα στηρίζει η έννοια της Δικαιοσύνης».
Για την «Ένωση των Δικαίων» η δημοκρατία δίχως οικονομική ανατροπή ισοδυναμούσε με κανονική δουλεία, συνεπώς έπρεπε να εγκαθιδρυθεί κοινοκτημοσύνη, γενική υποχρέωση στην εργασία και πλήρης κοινωνική ισότητα, ενώ επίσης έπρεπε να καταδικαστεί η φιλοδοξία και ο εγωϊσμός, με παράλληλη προώθηση ενός απλού και ηθικού τρόπου ζωής και μίας διαπαιδαγώγησης των νέων που θα ήταν ικανή να δημιουργήσει ισχυρούς χαρακτήρες. Η ιδεολογία του Μπαμπέφ («Μπαμπεφισμός», «Babouvisme») εξέφραζε έναν πρωτότυπο αγροτικό σοσιαλισμό, που αντιστρατευόταν την βιομηχανία, το εμπόριο και τον αστισμό και στηριζόταν στην λιτότητα και την απλή ζωή (με υπόδειγμα τις σπαρτιατικές και ρωμαιοδημοκρατικές αρετές, του αφοσιωμένου πολεμιστή και του αγρότη - στρατιώτη). Ο Μπαμπέφ έθετε ως σκοπό την άμεση επαναστατική κατάληψη της εξουσίας από τον λαό, την πλήρη κοινωνική αναδιοργάνωση και την ανακατανομή της ιδιοκτησίας (ιδιοκτησία βέβαια της γης, αφού η βιομηχανία δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί τον 18ο αιώνα) μέσω μία μεταβατικής αυταρχίας των επαναστατών, γινόμενος έτσι προπομπός τού μετέπειτα αυτοδιαχειριστικού και κομμουνιστικού κινήματος: «μακριά από εμάς αυτή η μικρόψυχη ατολμία που θα μας κάνει να πιστέψουμε ότι δήθεν μόνοι μας δεν έχουμε τη δύναμη να κατορθώσουμε το παραμικρό, ότι δήθεν πρέπει να έχουμε πάντα κάποιον κυβερνήτη. Οι κυβερνήτες ενδιαφέρονται για επαναστάσεις μόνο στο μέτρο που αυτές ίσως τους δώσουν δυνατότητα να κυβερνήσουν». Για το ζήτημα της ιδιοκτησίας έγραφε το 1795: «τον άνθρωπο που πεινάει ή έχει άμεσες βιοτικές ανάγκες, δεν τον βοηθάει μία πνευματική μόνον ισότητα. Αυτή την ισότητα την έχει ούτως ή άλλως στην φυσική του κατάσταση… Το πρώτο και πιο επικίνδυνο από όσα υπάρχουν γύρω μας, και επιπλέον το πιο ανήθικο, είναι το υποτιθέμενο δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Ποιο είναι όμως αυτό το περίφημο δικαίωμα… εκτός από την απόλυτη επικράτηση του νόμου του πιο ισχυρού;» και για το ζήτημα της ευτυχίας: «Η ευτυχία! Ρωτήστε όποιον υποφέρει από πείνα, από δίψα, από κρύο, από υπερβολική κούραση ή από την ίδια την άγνοιά του, τι σημαίνει ευτυχία. Η απάντηση θα είναι καθαρή, ακριβής, κατηγορηματική».
Αρκετοί μετριοπαθείς Ιακωβίνοι, όπως λ.χ. εκείνοι της λέσχης της οδού Faubourg Saint-Antoine, αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στην «Ένωση των Δικαίων», καταγγέλλοντας μάλιστα τόσο τον ίδιο όσο και τον ομοϊδεάτη του Λεμπουά ως «egorgeurs» («μαχαιροβγάλτες»), ωστόσο αυτό δεν τον εμπόδισε να ιδρύσει, παρά το ότι κρυβόταν, πυρήνες της οργάνωσης σε όλο το Παρίσι και να δημοσιεύει υπό το ψευδώνυμο «Lalonde, στρατιώτης της πατρίδας» («Lalande, soldat de la patrie») αρκετά κείμενά του στην παράνομη επαναστατική εφημερίδα «L’Eclaireur du Peuple» του Μαρεσάλ. Σε πολλά καφενεία του Παρισιού τραγουδιόταν το τραγούδι που ο ίδιος είχε συνθέσει «Mournat de faim, mourant de froid» («Πεθαίνοντας από πείνα, πεθαίνοντας από κρύο») και κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι τα στρατεύματα της Γκρενέλ (Grenelle), επρόκειτο να στασιάσουν κατά του «Διευθυντηρίου», φήμες που έγιναν ακόμα εντονότερες μετά από την έκδοση του φύλλου της 24ης Απριλίου 1796 της επαναστατικής εφημερίδας «Ο φίλος του λαού» («Ami du peuple», 29 Φρουκτιδώρ του έτους 2 ή 15 Σεπτεμβρίου 1794 – 24 Βεντεμιαίρ του έτους 6 ή 14 Δεκεμβρίου 1797), στο οποίο ο Λεμπουά προέτρεπε και αυτός ανοικτά και ενυπόγραφα τον στρατό σε στάση. Λίγες ημέρες πριν, στις 11 Απριλίου, όλο το κέντρο του Παρισιού είχε γεμίσει αφίσες, όπου σε 12 συνοπτικές παραγράφους κάτω από τον τίτλο «Ανάλυση της Διδασκαλίας του Μπαμπέφ» («Analyse de la doctrine de Baboeuf») γινόταν για μία ακόμη φορά επίκληση στο Σύνταγμα του 1793 και, στο όνομα της Φύσης, δεχόταν ευθεία επίθεση η οικονομική ανισότητα και η ιδιοκτησία.
Η ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ «ΣΥΝΩΜΟΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΕΦ»:
Hoppner περιγράφουν το παράνομο κίνημα του Μπαμπέφ με τα παρακάτω λόγια: «ήταν οργανωμένο σε μικρές ομάδες, που δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, ώστε η ενδεχόμενη ανακάλυψή τους δεν μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την όλη οργάνωση. Οι καθοδηγητές των ομάδων εργάζονταν σε όλες τις συνοικίες της πόλης και, μέσω διασυνδέσεων, διατηρούσαν την συνεχή τους επικοινωνία με τη μυστική Κεντρική Επιτροπή. Διέδιδαν προπαγανδιστικό υλικό και ενημέρωναν την Κεντρική Επιτροπή για τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, για τον αριθμό των ήδη ενταγμένων μελών, αλλά και των συμπαθούντων. Η Κεντρική Επιτροπή συνεδρίαζε σε διάφορα σπίτια και ένα από τα μέλη της φρόντιζε για την ογκώδη αλληλογραφία με τους οπαδούς στα τμήματα και στις βόρειες συνοικίες». Η «Ένωση των Δικαίων» ή «Εταιρεία των Ίσων» ήταν όμως ήδη διαβρωμένη από τον μυστικό πράκτορα του «Διευθυντηρίου» πρώην λοχαγό Ζωρζ Γκρισέλ (Georges Grisel), ο οποίος όχι μόνο είχε γίνει μέλος του επταμελούς «Μυστικού Διευθυντηρίου» της οργάνωσης, αλλά και «Αρμόδιος Οπλισμού», υπεύθυνος δηλαδή να επιτεθεί σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις κατά το ξέσπασμα της επανάστασης για να αρπάξει όπλα και να τα διανείμει στους επαναστάτες.
Μετά από τις αναφορές του καταδότη, αλλά και τις γενικότερες πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει κατά καιρούς ο χαφιές καφετζής του Cafe des Bains Chinois, στο οποίο συγκεντρώνονταν οι συνωμότες, ο υπουργός πολέμου Καρνό (Carnot) προσωπικά (καθώς το μέλος του «Διευθυντηρίου» Μπαρράς είχε εμφανιστεί σε αναφορές χαφιέδων να συνεργάζεται με κάποιους από τους συνωμότες) έδωσε εντολή στον νεαρό τότε στρατηγό Ναπολέοντα Βοναπάρτη να διαλύσει την οργάνωση και να συλλάβει τους ηγέτες της. Σε επιστολή του Σαρλ Ζερμαίν (Charles Anloine Guillaume Germain) προς τον Μπαμπέφ με ημερομηνία 19 Απριλίου 1796 (30 Ζερμινάλ του έτους 4), αναφέρεται ότι ο Μπαρράς σε συνάντηση με τον πρώτο είχε εκφράσει την κατανόησή του προς όσους ήσαν δυσαρεστημένοι με την οικονομική και πολιτική κατάσταση, είχε υπονοήσει ότι γνώριζε την ύπαρξη «Μυστικού Διευθυντηρίου» και είχε ζητήσει νεότερες συναντήσεις με τον Ζερμαιν.

Ο ίδιος ο Μπαμπέφ συνελήφθη στις 10 Μαϊου 1796 (21 Φλορεάλ του έτους 4), την παραμονή της προγραμματισμένης από την οργάνωση ένοπλης εξέγερσης, στο κρυσφήγετό του στο σπίτι του ράφτη Τισώ. Μαζί του πιάστηκαν οι Ωγκυστέν Νταρτέ και Φίλιππος Μπουοναρρότι, που από κοινού προσπαθούσαν να συντάξουν το επαναστατικό μανιφέστο, το οποίο θα κυκλοφορούσαν την επόμενη ημέρα ανάμεσα στον παρισινό λαό. Την ίδια ημέρα συνελήφθησαν ενώ συνεδρίαζαν και φυλακίστηκαν στο Temple και μετά στο Abbaye οι υπόλοιποι ηγέτες της συνωμοσίας Σαρλ Ζερμαίν (Charles – Antoine - Guillaume Germain), Ιουστίνος Μορουά (Just Moroy, ένας 45χρονος κοσμηματοπώλης, πρώην μέλος του «Επαναστατικού Στρατού» των Παρισίων), Jean - Baptiste Cazin (ένας 48χρονος «ροβεσπιεριστής» που μετά την 9η Θερμιδώρ είχε φυλακιστεί επί αρκετούς μήνες στο Αρράς προτού αμνηστευθεί) και Πιερ Αντουάν ντ’ Αντονέλ (Pierre Antoine d’ Antonelle, 1747 – 1817, πρώην μαρκήσιος, πρόεδρος του «Επαναστατικού Δικαστηρίου» που καταδίκασε την Μαρία Αντουανέτα και τους Γιρονδίνους), καθώς και οι πρώην Ιακωβίνοι βουλευτές Λιντέ (Jean - Baptiste Robert Lindet, 1746 – 1825, τέως μέλος της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Αμάρ (Jean – Pierre - Andre Amar, 1755 – 1816, τέως μέλος της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας») Βαντιέ (Marc - Guillaume Alexis Vadier, 1736 – 1828, τέως μέλος της «Επιτροπής Γενικής Ασφαλείας» κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας», ωστόσο άσπονδος εχθρός του Ροβεσπιέρου), Ρικόρ (Jean Francois Ricord, 1760 – 1818, εντεταλμένος αντιπρόσωπος στο Βιλεκρόζ κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Joseph Francois Laignelot (1752 – 1829, εντεταλμένος αντιπρόσωπος στην Βρέστη κατά την περίοδο της «Τρομοκρατίας»), Ζαν – Μπαπτίστ Ντρουέ (Jean - Baptiste Drouet, 1763 - 1824, μέλος και γραμματέας του «Συμβουλίου των Πεντακοσίων»), κ.ά.
Στις 26 Μαϊου 1796 (9η Πραιριάλ του έτους 4), 100 περίπου πρώην μέλη της «Λέσχης του Πανθέου» επεχείρησαν ανεπιτυχώς να εξεγείρουν τον λαό και να απελευθερώσουν τους κρατούμενους. Στις 27 Αυγούστου 1796 άπαντες οι κρατούμενοι συνωμότες, όπως και δεκάδες άλλοι πραγματικοί ή όχι συνεργάτες τους (ανάμεσά τους και ο οικοδεσπότης του Ροβεσπιέρου Ντυπλαί με τον υιό του), μεταφέρθηκαν σαν ζώα μέσα σε σιδερένια κλουβιά, όπως και οι οικογένειές των περισσότερων από αυτούς, στις φυλακές της επαρχιακής πόλης Βαντόμ (Vendome), με μυστική διαταγή του «Διευθυντηρίου», το οποίο γνώριζε από τους χαφιέδες του ότι στις 27 και 28 του μηνός οι ομοϊδεάτες τους θα επιχειρούσαν μία ακόμη λαϊκή εξέγερση με σκοπό την απελευθέρωσή τους. Δέκα ημέρες νωρίτερα ωστόσο, στις 17 Αυγούστου, ο Ντρουέ είχε διευκολυνθεί από το μέλος του «Διευθυντηρίου» Μπαρράς να δραπετεύσει και να φύγει στην Ελβετία.
Η λαϊκή εξέγερση επιχειρήθηκε τελικά στις 7 Σεπτεμβρίου από χίλιους περίπου ένοπλους παρισινούς Ιακωβίνους, οι οποίοι είχαν ως σχέδιο την απελευθέρωση των κρατουμένων μετά από έλεγχο της πρωτεύουσας με νυκτερινή κατάληψη του ανακτόρου του Λούξεμπουργκ που αποτελούσε την έδρα του «Διευθυντηρίου» και ταυτόχρονο προσεταιρισμό των δυσαρεστημένων στρατευμάτων της Γκρενέλ (Grenelle). Το σχέδιο όμως είχε καταδοθεί από χαφιέδες στο «Διευθυντήριο», του οποίου η έδρα φυλασσόταν από πολυάριθμη φρουρά, ενώ στην Γκρενέλ οι δυσαρεστημένοι στρατιωτικοί είχαν εξουδετερωθεί και έτσι οι επαναστάτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με το κατά βούληση πυρ από τους στρατιώτες του ταγματάρχη Μαρλό (Marlo). Αφήνοντας περισσότερους από 100 νεκρούς και βαριά τραυματισμένους έξω από το στρατόπεδο της Γκρενέλ, οι υπόλοιποι Ιακωβίνοι διαλύθηκαν τρομοκρατημένοι και η επιχείρηση, την οποία ο Bax θεωρεί ως «το τελευταίο επεισόδιο της Γαλλικής Επανάστασης», απέτυχε παταγωδώς. Η κυβέρνηση φυσικά εκμεταλλεύθηκε τα γεγονότα και διέταξε την άμεση σύλληψη όλων των ομοϊδεατών των επαναστατών στο Παρίσι και τα περίχωρα. Συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν συνολικά 800 περίπου άτομα, που δικάστηκαν από έκτακτα στρατοδικεία και 30 θανατώθηκαν έξω από την Γκρενέλ, ενώ εκατοντάδες άλλοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις και εξορία. Ο μόνος που τόλμησε να υπερασπιστεί του τελευταίους Ιακωβίνους ήταν ο αποσυρμένος πια από την πολιτική πρώην δήμαρχος του Παρισιού Πας (Jean- Nicolas Pache, 1746 – 1823, φυλακισμένος από το καθεστώς των Ροβεσπιέρου, Σαιν Ζυστ και Κουτόν), ο οποίος εξέδωσε μία επώνυμη μπροσούρα σε υπεράσπιση των διωκομένων.

Η ΔΙΚΗ, Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΚΑΙ Η ΚΑΡΑΤΟΜΗΣΗ:
Η δίκη των 47 κρατουμένων (εκ των οποίων οι 5 δικάζονταν ερήμην) που παραπέμφθηκαν τελικά στο Ανώτατο Δικαστήριο της Βαντόμ ξεκίνησε στις 20 Φεβρουαρίου 1797 (2 Βεντόζ του έτους 5), με ένα κατηγορητήριο στηριγμένο κυρίως στις αναφορές του χαφιέ Γκρισέλ και σε περίπου 500 έγγραφα που είχαν κατασχεθεί από το κρησφύγετο του Μπαμπέφ. Το κτίριο του Δικαστηρίου φρουρούσαν εκατοντάδες στρατιώτες και δίπλα από κάθε κατηγορούμενο έστεκαν δύο χωροφύλακες. Το ακροατήριο απαρτιζόταν κατά κανόνα από ομοϊδεάτες των κατηγορουμένων, αν και ανάμεσά τους βρίσκονταν αρκετοί χαφιέδες της αστυνομίας. Από τους ηγέτες της συνομωσίας, οι Ζερμαίν, ντ’ Αντονέλ, Μπουοναρόττι και Μπαμπέφ χρησιμοποίησαν το εδώλιο για να προβάλουν τις ιδεολογικές τους θέσεις, ενώ ο Νταρτέ, μη αναγνωρίζοντας την εξουσία των δικαστών, έμεινε σιωπηλός σε όλη την διάρκεια της δίκης με εξαίρεση ένα μανιφέστο που διάβασε την πρώτη ημέρα και κατέληξε με τα εξής λόγια, τα οποία διέσωσε ο Μπουοναρόττι: «Ριγμένος από πολύ νέος στην Επανάσταση, υποστήριξα όλες της τις ανάγκες, επωμίσθηκα όλους της τους κινδύνους και ποτέ δεν τσάκισα. Δεν είχα άλλη απόλαυση από την ελπίδα ότι κάποτε θα δω επιτέλους την ημέρα που θα θεμελιωθεί η αρραγής βασιλεία της ισότητας και της ελευθερίας. Απαρνήθηκα εντελώς τον εαυτό μου, αφοσιωμένος αποκλειστικά και μόνο σε αυτό το έργο υπέρ της ανθρωπότητας. Προσωπικά ενδιαφέροντα, οικογενειακές σχέσεις, όλα τα ξέχασα και τα απαρνήθηκα. Η καρδιά μου κτυπούσε μόνον για τους συναγωνιστές μου και για τον θρίαμβο της κοινωνικής δικαιοσύνης».
Στην διάρκεια της τρίμηνης δίκης, κατά την οποία ακόμα και οι αστυνομικοί μάρτυρες κατηγορίας απέφευγαν να καθίσουν δίπλα στον χαφιέ Γκρισέλ και συχνά οι κατηγορούμενοι με ένα τμήμα του ακροατηρίου τραγουδούσαν το «Tremblez, tyrans, et vous perfides» της «Μασσαλιώτιδας», ο Μπαμπέφ κατόρθωσε να ανατρέψει την εικόνα τρομοκράτησης του λαού που ήθελαν να δημιουργήσουν οι πρώην επαναστάτες και νυν τύραννοι του «Διευθυντηρίου», αλλά και να προπαγανδίσει μέσω των εφημερίδων που κάλυπταν την διαδικασία τις δικές του απόψεις για την κοινωνική δικαιοσύνη και την ανάγκη άμεσης ανατροπής με μία δεύτερη επαναστατική προσπάθεια, η οποία θα ερχόταν όχι μόνο να ολοκληρώσει το έργο των «ροβεσπιεριστών», αλλά και να το υπερβεί προς την κατεύθυνση μιας κομμουνιστικού τύπου κοινωνίας: «η Δημοκρατία δεν είναι μια κενή νοήματος λέξη, οι λέξεις Ελευθερία και Ισότητα, που τόσο μάγεψαν τα αυτιά μας κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης γιατί πιστέψαμε ότι ίσως σηματοδοτούν κάτι καλό για τον λαό, τώρα δεν σημαίνουν για κάποιους τίποτε απολύτως, και αυτό επειδή τις έχουν εκλάβει ως στερημένες από κάθε νόημα ή απλές διακοσμήσεις για κακές προθέσεις. Πρέπει να μάθουν όμως ότι αυτές μπορούν να σηματοδοτήσουν ένα απτό καλό και μάλιστα πολύτιμο για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Είπα και ξαναείπα στον λαό ότι η Επανάσταση δεν επιτρέπεται ν’ αποδειχθεί μια ατελέσφορη πράξη, δεν χύθηκε τόσο πολύ αίμα για να καταντήσουν τελικά κάποιοι πολύ χειρότεροι από αυτό που ήσαν πριν… Σκοπός της Επανάστασης είναι υποχρεωτικά η ευημερία των πολλών… εάν έχει ολοκληρωθεί όπως εσείς ισχυρίζεστε, τότε δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μεγάλο και άσκοπο έγκλημα».
Σε όλη την διάρκεια της δίκης, ο Μπαμπέφ τήρησε υπερήφανη και άκαμπτη στάση: «ενώθηκα με όλους τους δημοκράτες της χώρας, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να κατονομάσω κανέναν ως συνεργό μου», δήλωσε στην απολογία του και συνέχισε: «επιπλέον όλα τα μέσα είναι νόμιμα ενάντια στους τυράννους, συνεπώς δεν είμαι υποχρεωμένος να δώσω λεπτομέρειες για τα μέσα που χρησιμοποίησα. Μόνο όταν μου κόψουν τα χέρια, μόνο όταν οι δήμιοι σας μου ξεριζώσουν την γλώσσα, μόνο τότε θα πάψω να γράφω και να υπερασπίζομαι τους καταπιεσμένους». Λίγο πριν ολοκληρωθεί η δίκη, δήλωσε στο δικαστήριο: «Η Αρετή δεν πεθαίνει ποτέ. Ας ξοδεύονται αιώνια οι τύραννοι σε διαρκή δίωξή της. Δεν καταστρέφουν παρά ανθρώπινα σώματα, οι ψυχές των ενάρετων ανθρώπων απλώς αλλάζουν το περίβλημά τους. Όταν καταστρέφεται ένα, τότε ενσαρκώνονται σε άλλο και μετά σε άλλο, μπαίνουν σε ανθρώπους που από μέσα τους εμπνέουν γενναιόφρονα κινήματα και δεν επιτρέπουν ποτέ στα εγκλήματα των τυράννων να μένουν ακαταδίωκτα. Αυτά πιστεύοντας, και επίσης βλέποντας όλα τα καθημερινά εφευρήματα των καταπιεστών μου για να εξασφαλίσουν την βεβαιότητα της εξόντωσής μου, τους αφήνω να κάνουν ό,τι επιθυμούν. Αρνούμαι να συζητήσω ανούσιες λεπτομέρειες για να υπερασπίσω τον εαυτό μου. Ας με κτυπήσουν όπως νομίζουν, αφού ούτως ή άλλως δεν πρόκειται να πετύχουν απολύτως τίποτε. Εγώ θα κοιμηθώ απλώς εν ειρήνη, αγκαλισμένος αιώνια από την Αρετή».

Στις 26 Μαϊου 1797 (7 Πραιριάλ του έτους 5), οι Μπαμπέφ και Νταρτέ καταδικάστηκαν σε θάνατο στην λαιμητόμο ως ένοχοι συνωμοσίας, οι Μπουοναρόττι, Ζερμαίν, Μορουά, Jean Baptiste Cazin, Louis Jacques Blondeau, Claude Menessier και Mathurin Bouin σε εξορία στις γαλλικές αποικίες ως ένοχοι προτροπής του λαού σε στάση και οι υπόλοιποι 38 αθωώθηκαν (ένας εξ αυτών μάλιστα επ’ ονόματι Potofeux αποδείχθηκε πως δεν γνώριζε καν τους υπόλοιπους συγκατηγορούμενους του). Στο άκουσμα της καταδικαστικής απόφασης, οι δύο καταδικασμένοι σε θάνατο προσπάθησαν να αυτοκτονήσουν καρφώνοντας ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον με 2 αυτοσχέδια στιλέτα.

Ο Π. Κανελλόπουλος γράφει σχετικά: «Ήταν μία από τις τραγικότερες σκηνές στα χρονικά των δικών. Όμως έσπευσαν οι δικαστικοί κλητήρες και τους εμπόδισαν να φθάσουν στο ποθητό τέρμα με το ίδιο τους το χέρι. Έφθασαν, την άλλη ημέρα, με το χέρι του δημίου. Ανέβηκαν στο ικρίωμα της λαιμητόμου, αφού σύρθηκαν ως εκεί αιμόφυρτοι…» («Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος», τόμος 7, σελ. 183). Στην πραγματικότητα, όταν τους καρατόμησαν τα ξημερώματα της 27ης Μαϊου 1797 ή 8ης Πραιριάλ του έτους 5, ήσαν και οι δύο σχεδόν πεθαμένοι μετά από μία μακρά νύχτα αγωνίας. Τα καρατομημένα σώματά τους πετάχθηκαν από τους δήμιους σε έναν υπόνομο, όπως έγραψε ο Μπουοναρόττι, ωστόσο περισυλλέχθηκαν λίγο μετά από τους ομοϊδεάτες τους και τάφηκαν σιωπηλά στο χωράφι ενός συμπαθούντος χωρικού (ο Bax σημειώνει πως «φαίνεται ότι κάτοικοι της μικρής κωμόπολης Βαντόμ είχαν δει με βαθύτατη συμπάθεια αυτά τα θύματα της αντεπανάστασης»). Οι Μπαμπέφ και Νταρτέ υπήρξαν τα τελευταία θύματα της τερατώδους «Λευκής Τρομοκρατίας» (ευθείας αλλά και πλάγιας), κατά την οποία η αντίδραση εξόντωσε τα τελευταία ίχνη της πραγματικής Γαλλικής Επανάστασης, που καρατομήθηκε τον μήνα Θερμιδώρ του έτους 2 ταυτόχρονα με τον Ροβεσπιέρο, τον Σαιν Ζυστ και τους περίπου 300 περίπου αφοσιωμένους οπαδούς τους.

ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ:
Την παραμονή της σίγουρης καταδίκης του, ο Μπαμπέφ είχε αποχαιρετήσει την οικογένειά του με τα λόγια «δεν μπορούσα να σκεφθώ άλλον τρόπο να σας κάνω ευτυχισμένους, παρά μέσα από την πανανθρώπινη ευτυχία. Απέτυχα» και είχε επίσης ενημερώσει την σύζυγό του ότι ο συναγωνιστής και φίλος του Φ. Λε Πελετιέ (Felix le Pelletier) είχε υποσχεθεί να αναλάβει την συντήρηση της χήρας και των ορφανών του, που έπρεπε, σύμφωνα με τον Μπαμπέφ «να ζήσουν ενωμένοι… όπως αρμόζει σε μια οικογένεια μάρτυρα της Ελευθερίας, δίνοντας το άριστο παράδειγμα σε όλες τις αρετές, ώστε να κερδίσουν την εκτίμηση και αγάπη όλων των καλών ανθρώπων». Όντας ένας πρακτικός και συγκροτημένος άνθρωπος ο Μπαμπέφ, είχε προσπαθήσει να οργανώσει όσο καλύτερα γινόταν μία επανάσταση που θα αντέστρεφε την πορεία των πραγμάτων, τα οποία πράγματα μετά την εξόντωση των «ροβεσπιεριστών» κυλούσαν με μαθηματική ακρίβεια προς την καθολική νίκη της αντίδρασης και προς την παλινόρθωση της μοναρχίας και του υπόλοιπου «παλιού κόσμου». Παρά την προσπάθειά του όμως να διαβρώσει ακόμα και τον στρατό, έμεινε παντελώς αβοήθητος από τον υποτίθεται «εξουθενωμένο» λαό, που με τη ίδια δικαιολογία είχε επιτρέψει την προδοσία ενάντια στους «ροβεσπιεριστές» και την καρατόμησή τους, στην οποία μάλιστα δεν είχε κανένα πρόβλημα ακόμα και να παραστεί ως θεατής.
Το πάθημα βέβαια του Μπαμπέφ έγινε μάθημα αργότερα για τον επαναστάτη Αύγουστο Μπλανκί, του οποίου η επαναστατική μεθοδολογία στηρίχθηκε αποκλειστικά στην συντονισμένη ομάδα εκπαιδευμένων επαναστατών που θα έπρεπε να δράσουν αιφνιδιαστικά στο όνομα του λαού, πλην όμως ερήμην του.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την θανάτωση του μάρτυρα της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο υιός του Εμίλ (Emile Babeuf, που είχε υιοθετηθεί από τον Φ. Λε Πελετιέ) φρόντισε να πάρει εκδίκηση, αφαιρώντας στις 22 Ιουνίου 1812 την ζωή του καταδότη Γκρισέλ.
Ο Bax γράφει: «όταν ενηλικιώθηκε ο Εμίλ προσχώρησε στους Ισπανούς πατριώτες που αγωνίζονταν για ανεξαρτησία. Όταν όμως άκουσε, ενώ ακόμη βρισκόταν στην Ισπανία, ότι ο προδότης Γκρισέλ που είχε στείλει τον πατέρα του στον θάνατο και τους συντρόφους του στην φυλακή και την εξορία, βρισκόταν εκεί κοντά, τον βρήκε και τον προκάλεσε σε μονομαχία. Μία μονομαχία μέχρι θανάτου. Ο Εμιλ Μπαμπέφ αγωνίστηκε με γενναιότητα και οργή και τελικά κατάφερε το θανάσιμο πλήγμα στον Γρισέλ, όχι όμως προτού και ο ίδιος δεχθεί ένα επικίνδυνο τραύμα στο στήθος. Για τον ίδιον όμως αυτό δεν ήταν τίποτε. Είχε επιτέλους εκδικηθεί τον προδότη… Όταν αργότερα επέστρεψε στο Παρίσι εξέδωσε ένα περιοδικό που το ονόμαζε ‘‘Κίτρινο Ξωτικό’’ (‘‘Le Nain Jaune’’) με ισχυρές ιακωβίνικες επιρροές, το οποίο όμως υπήρξε βραχύβιο, καθώς κατασχέθηκε από την αστυνομία και σφραγίστηκαν τα γραφεία του».

ΟΙ «ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΓΡΑΚΧΟΥ ΜΠΑΜΠΕΦ»:
Διακόσια χρόνια μετά την εκτέλεση του Μπαμπέφ, διοργανώθηκε προς τιμή του στις 16 και 17 Οκτωβρίου 1997 από τους σοσιαλιστές και συνδικαλιστές θαυμαστές του, που προ 4 ετών είχαν ιδρύσει τον σύλλογο «Φίλοι του Γράκχου Μπαμπέφ» («Les Amis de Gracchus Babeuf»), ένα διεθνές συνέδριο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Σαιν Κουεντίν της Πικαρδίας. Στο συνέδριο συμμετείχαν ομιλητές από την Γαλλία, την Ρωσία, τις Η.Π.Α., την Βραζιλία και την Αγγλία, ανάμεσα στους οποίους και οι γνωστοί πανεπιστημιακοί ιστορικοί Claude Mazauric και Jean Marc Schiappa.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Advielle M. Victor, «Histoire de Gracchus Bebeuf et du babouvisme d'apres de nombreux documents», εκδόσεις «Comite des Travaux», Paris, 1995
Bax B. Ernest, «The Last Episode of the French Revolution Being a History of Gracchus Babeuf and the Conspiracy of the Equals», εκδόσεις «Grant Richards Ltd», London, 1911
Buonarroti Philippe, «Gracchus Babeuf et le Conspiration des Egaux», Paris, 1830
Hoppner Joachim - Seidel Hoppner Waltraud, «Von Babeuf bis Blanqui», Berlin, 1975
Fourniere Eugene, «Les theories socialistes au XIXe siecle de Babeuf a Proudhon», εκδόσεις «F. Alcan. Bibliotheque de philosophie contemporaine», Paris, 1904
Ρασσιάς Βλάσης, «Λαιμητόμος Αρετή», εκδόσεις «Ανοιχτή Πόλη», Αθήνα, 2007
Rose R. B., «Gracchus Bebeuf. The First Revolutionary Communist», εκδόσεις «Stanford University Press», Palo Alto Ca., 1978
Sencier Georges, «Le Babouvisme apres Babeuf», εκδόσεις «Megariotis», Geneve, 1977 Thomson David, «The Babeuf plot: the making of a Republican legend», εκδόσεις «Greenwood Press», Westport, Conn., 1975 Walter Gerard, «Babeuf, 1760 - 1797», εκδόσεις «Payot», Paris, 1937

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Γκουστάβ Τριντόν (Edme Marie Gustave Tridon, Chatillon-sur-Seine, Cote-d’ Or, 5 Ιουνίου 1841 – Bruxelles, 29 Αυγούστου 1871)


Γάλλος επαναστάτης του 19ου αιώνα, δημοκράτης, αντιχριστιανός, σοσιαλιστής, ηγετικό στέλεχος των μπλανκιστών (δεύτερος μετά τον Μπλανκί), μέλος της «Κομμούνας του Παρισιού», εκδότης, κοινωνικός μεταρρυθμιστής και συγγραφέας του τολμηρού βιβλίου «Ο εβραϊκός Μολωχισμός» («Du Molochisme Juif»).

Από τον ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ

Γάλλος επαναστάτης του 19ου αιώνα, δημοκράτης, αντιχριστιανός, σοσιαλιστής, ηγετικό στέλεχος των μπλανκιστών (δεύτερος μετά τον Μπλανκί), μέλος της «Κομμούνας του Παρισιού», εκδότης, κοινωνικός μεταρρυθμιστής και συγγραφέας του τολμηρού βιβλίου «Ο εβραϊκός Μολωχισμός» («Du Molochisme Juif»).

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Γεννήθηκε στο Chatillon-sur-Seine του Κοτ ντ’ Ορ (Cote-d’ Or) της Βουργουνδίας από εύπορη οικογένεια και έτυχε μιας πολύ καλής μόρφωσης στο Παρίσι, αποκορύφωμα της οποίας ήταν ένα διδακτορικό στα Νομικά, αν και ποτέ δεν άσκησε ούτε δικηγορία, ούτε κάποιο άλλο σχετικό με τα Νομικά επάγγελμα, αρκούμενος στο εισόδημα από την μεγάλη ακίνητη περιουσία του πατέρα του.

ΠΟΛΙΤΙΚΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια γνωρίστηκε με τους επαναστατικούς κύκλους του Παρισιού και ασπάστηκε τις ιδέες του πρωτο-αναρχικού Πιέρ - Ζοζέφ Προυντόν (Pierre - Joseph Proudhon, 1809 - 1865). Μετά από ένα κείμενό του που δημοσιεύθηκε στην σοσιαλιστική επιθεώρηση «Η Εργασία» («Le Travail»), συνελήφθη, δικάστηκε με την κατηγορία της «προσβολής της δημόσιας ηθικής και της θρησκείας» και κλείστηκε το καλοκαίρι του 1861 για τρεις μήνες στην φυλακή «Sainte-Pélagie». Εκεί γνωρίστηκε με τον επαναστάτη Ωγκύστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, 1805 – 1881, που ήταν καταδικασμένος για «συνωμοσία και ίδρυση παρανόμων οργανώσεων»), υιοθέτησε τις απόψεις του και παρέμεινε έκτοτε αφοσιωμένος «μπλανκιστής» («blanquiste») μέχρι το τέλος της ζωής του, αναδεικνυόμενος μάλιστα στον δεύτερο στην τάξη ηγέτη του κινήματος μετά από τον ίδιο τον Μπλανκί.
Στο κείμενό του «Ισχύς» («La Force»), το οποίο γράφτηκε εκείνη την εποχή και περιελήφθη στην μετά τον θάνατό του 300σέλιδη έκδοση «Oeuvres diverses de Gustave Tridon», ο νεαρός τότε Τριντόν τόνιζε: «είμαστε δυνατοί, είμαστε νέοι και πεινάμε όχι μόνο για ψωμί αλλά για ιδέες, για κοινωνική δικαιοσύνη και επιστημονιή γνώση… Γιατί θα πρέπει να συνεχίσουμε να περιμένουμε; Και πίστη έχουμε, τον Αθεϊσμό, και σκοπό, την Δικαιοσύνη, και μέθοδο, την Επανάσταση».
Συνεπής προς τον προγενέστερο χαιρετισμό του στην επαναστατική ισχύ («Ω εσύ Ισχύς, βασίλισσα των οδοφραγμάτων, εσύ που λάμπεις στην αστραπή και στις συγκρούσεις... προς εσένα απλώνουν τ' αλυσοδεμένα χέρια τους οι φυλακισμένοι», «O Force, reine des barricades, toi qui brille dans l' eclair et dans l' emeute... c' est vers toi que les prisonniers tendent leurs mains enchainees»), συνέγραψε το έτος 1864 το μικρό βιβλίο «Les Hébertistes. Plainte contre une calomnie de l'histoire», το οποίο δημοσίευσε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Les Ecoles de France» του αθεϊστή και οπαδού του Προυντών Σαρλ Λονγκέ (Charles Longuet, 1839 - 1903). Εκεί υπερασπιζόταν ανοικτά τους εξτρεμιστές της Γαλλικής Επανάστασης Εμπέρ (Jacques - Réne Hébert, 1757 - 1794), Κλότζ (Cloots) και Σωμέτ (Chaumette) που ζητούσαν την καθολική εξόντωση της αριστοκρατίας, την κατάργηση κάθε μορφής ιδιοκτησίας και την ολοκληρωτική καταστροφή της Εκκλησίας, ως μάρτυρες της ελεύθερης σκέψης, ισάξιους μάλιστα του Μπρούνο, του Βανίνι και του Σερβέτου. Το βιβλίο, που το προλόγιζε ο ίδιος ο Μπλανκί, κατασχέθηκε από την αστυνομία σχεδόν αμέσως μετά την έκδοσή του και ο Τριντόν καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση.
Έχοντας υιοθετήσει απολύτως τις απόψεις του δασκάλου του Μπλανκί («ο Χριστιανισμός αποτελεί την χειρότερη πληγή της ανθρωπότητας, αφού αλυσοδένει το ανθρώπινο πνεύμα σε ένα ακίνητο δόγμα και απαιτεί θεωρητικά και έμπρακτα την συστηματική καταστροφή όλων των ιδεών, με σκοπό την διατήρηση μιας αυτόκλητης απόλυτης αλήθειας και μιας αιώνιας ακινητοποίησης της σκέψης. Δεν είναι αυτό μια ανοικτή επίθεση ενάντια σε όλη την ανθρωπότητα; Κάθε τι που αποσκοπεί στην διαιώνιση αυτής της θρησκείας του θανάτου αποτελεί το κατ’ εξοχήν έγκλημα και η δική μας πρωταρχική υποχρέωση είναι η με κάθε τίμημα εξαφάνιση αυτής της πανούκλας», έγραφε ο Μπλανκί στις 8 Απριλίου 1869), ο Τριντόν εξέφραζε σε κάθε περίσταση, τόσο με γραπτό όσο και προφορικό λόγο, την πεποίθησή του ότι η ελευθερία και η επιστήμη μπορούν να σταθούν και να αναπτυχθούν μόνο μετά από την ανατροπή του καταπιεστικού καθεστώτος, που το ισχυρότερο τμήμα του είναι η χριστιανική θεοκρατία, για την οποία η συνήθης και διαχρονική «πολιτική» πρακτική ήταν «να σκοτώνει και να φιμώνει» («La Force», σελ. 107 -109).
Τον Οκτώβριο του 1865 εκπροσώπησε τους μπλανκιστές στο «Διεθνές Φοιτητικό Συνέδριο» της Λιέγης (Liége), όπου η καταγγελτική για τον Χριστιανισμό ομιλία του προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση του επίσκοπου Dupanloup, όσο και η μαύρη σημαία που ύψωσαν στην αίθουσα οι Γάλλοι φοιτητές (για πρώτη φορά στην Ιστορία με επαναστατικό – πολιτικό νόημα), προκάλεσε την μήνη των καθεστωτικών Γάλλων πανεπιστημιακών και του ίδιου του βασιλιά Ναπολέοντος του Γ. Νωρίτερα, στις 3 Μαϊου 1865, είχε ιδρύσει με τον Μπλανκί και άλλους ομοίδεάτες τους (Villeneuve, Vaissier, Watteau, Marchand, Viette, Verlière και Sumino) την δισεβδομαδιαία «βολταιρική» εφημερίδα «Καντίντ» («Le Candide»), ενώ το 1866 ίδρυσε την «Κριτική» («La Critique») και την «Ελεύθερη Σκέψη» («La Libre Pensée»), οι οποίες προήγαγαν τον αθεϊσμό με παράλληλη επίθεση στον Χριστιανισμό και τις πολιτικές του χρήσεις για την καταπίεση των κοινωνιών.
Toν Σεπτέμβριο του 1866, επικεφαλής μιας εξαμελούς αντιπροσωπείας, εκπροσώπησε για μία ακόμη φορά σε διεθνές συνέδριο τους μπλανκιστές, αυτή την φορά στο πρώτο συνέδριο της «Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων» («L’'Association Internationale des Travailleurs», «International Workingmen's Association», ΑΙΤ, IWA) ή της «Πρώτης Διεθνούς» στην Γενεύη και συνελήφθη γι’ αυτό κατά την επιστροφή του στην Γαλλία. Πρωτύτερα, για τα ανατρεπτικά κείμενα που είχαν δημοσιευθεί στην «Καντίντ», είχε συλληφθεί και καταδικαστεί σε φυλάκιση 6 μηνών, ενώ το 1867 εξέτισε μία ακόμη ποινή φυλάκισης 5 μηνών στην φυλακή «Sainte-Pélagie», όπου κρατείτο και ο ομοϊδεάτης του Ζυλ Βαλέ (Louis Jules Vallès, 1832 – 1885), εκδότης της εφημερίδας «Ο Δρόμος» («La Rue»). Εκεί έγραψε το αντιχριστιανικό κείμενό του «Ο εβραϊκός Μολωχισμός», στο οποίο αναφερόμαστε παρακάτω. Το καλοκαίρι 1870 διώχθηκε για μία ακόμη φορά από το καθεστώς του Ναπολέοντος του Γ για «ανατρεπτική προπαγάνδα και δράση», όμως, λίγο πριν καταδικαστεί (ερήμην τελικά) σε εξορία στις γαλλικές αποικίες, κατόρθωσε να διαφύγει στο Βέλγιο.

ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΗΣ «ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ»
Μετά την στρατιωτική συντριβή του Ναπολέοντος του Γ στο Sedan, την παράδοσή του στους Πρώσους στις 2 Σεπτεμβρίου του 1870 και την ανακήρυξη στις 4 Σεπτεμβρίου της «Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας», ο Τριντόν, όπως και οι άλλοι εξόριστοι μπλανκιστές, επέστρεψε στο Παρίσι, ίδρυσε μαζί με τον Μπλανκί την επαναστατική λέσχη «Η Πατρίς εν Κινδύνω» («La Patrie en Danger», ένας καθαρά ιακωβινικός τίτλος), η οποία εξέδιδε και ομώνυμη ημερήσια εφημερίδα. Στις 6 Ιανουαρίου 1871 συμμετείχε με άλλους μπλανκιστές, ιακωβίνους και μπακουνικούς αναρχικούς της παράνομης «Κεντρικής Δημοκρατικής Επιτροπής» («Comité central républicain des Vingt arrondissements») στην σύνταξη, κυκλοφορία και τοιχοκόλληση της διακήρυξης της «Κόκκινης Αφίσσας» («L' Affiche Rouge») προς τον παρισινό λαό, η οποία απαιτούσε την ίδρυση μιας «Παρισινής Κομμούνας», καταλήγοντας «Εμπρός για τον λαό, εμπρός για την Κομμούνα!».
Μετά από την παράδοση του Παρισιού στους Πρώσους, έθεσε στις 8 Φεβρουαρίου 1871 υποψηφιότητα για βουλευτής του Κοτ ντ’ Ορ και τελικά εξελέγη στην υπό τους Πρώσους νέα «Εθνοσυνέλευση», από την οποία όμως παραιτήθηκε μαζί με τον Μαλόν (Benoit Malon, 1841 - 1893) στις 3 Μαρτίου, όταν το σώμα ψήφισε υπέρ της «Συνθήκης της Φρανκφούρτης», χαρίζοντας στον εχθρό την Αλσατία – Λωραίνη (Alsace - Lorraine): «θα σταθώ αδιάλλακτα ενάντια σε αυτή την εγκληματική συνθήκη, μέχρι την ημέρα που είτε η επανάσταση, είτε ο πατριωτισμός, θα την καταστρέψουν». Ο Τριντόν προσχώρησε στην «Παρισινή Κομμούνα» αμέσως με την ανακήρυξή της, εξελέγη στις 26 Μαρτίου μέλος της κεντρικής επιτροπής για το τεταρτημόριο (quartier) του Πανθέου και τοποθετήθηκε στην «Στρατιωτική Επιτροπή» («La Commission Militaire»).
Παρά την αδιαμφισβήτητη αφοσίωσή του στον αγώνα, το πνεύμα του Τριντόν, όπως και του ομοϊδεάτη του Ζυλ Βαλέ, παρέμεινε ελεύθερο και ανοικτό, και αρκετές φορές πήρε αποκλίνουσες θέσεις, λ.χ. καταψήφισε την πρόταση για ίδρυση μιας «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» («Comite de Salut Public») κατά τα ιακωβινικά πρότυπα της περιόδου 1793 – 1794. Στις αρχές Μαϊου επίσης, λίγο πριν την ένοπλη ήττα της «Κομμούνας», οι Τριντόν και Βαλέ ήσαν δύο από τους «κομμουνάρους» που υπέγραψαν το περίφημο μανιφέστο των μειοφηφούντων («Le Manifeste de la Minorite»).
Όταν τελικά στις 28 Μαϊου έπεσε και το τελευταίο οδόφραγμα της «Κομμούνας», ο Τριντόν κρύφτηκε για να αποφύγει την σύλληψη και μετά από λίγες ημέρες κατόρθωσε να διαφύγει για μία ακόμη φορά στο Βέλγιο. Εκεί στις Βρυξέλλες, αποκαρδιωμένος, τσακισμένος και πάσχοντας από βαριά κατάθλιψη, «ο εύπορος άνδρας που με χαρά του αντιμετώπιζε την φυλάκιση ή την εξορία, μαχόμενος για τα δίκαια των άλλων», όπως έγραψε ο αντικληρικαλιστής συγγραφέας Γιόζεφ Μακ Κάμπε (Joseph Martin McCabe, 1867 – 1955), αφαίρεσε ο ίδιος την ζωή του στις 29 Αυγούστου 1871, σε ηλικία μόλις 30 ετών.

«Ο ΕΒΡΑΪΚΟΣ ΜΟΛΩΧΙΣΜΟΣ»
Το κείμενό του «Ο εβραϊκός Μολωχισμός» («Du Molochisme Juif: études critiques et philosophiques»), το οποίο είχε γράψει τον καιρό που ήταν φυλακισμένος στην φυλακή «Sainte-Pélagie», κυκλοφόρησε στις Βρυξέλλες, 13 χρόνια μετά τον θάνατό του, το έτος 1884, και από την πρώτη στιγμή προκάλεσε τις αντιδράσεις των χριστιανών θεοκρατών, αλλά και αργότερα, όταν αυτοί ισχυροποιήθηκαν πολιτικά, των Εβραίων, οι οποίοι κατηγόρησαν και εξακολουθούν να κατηγορούν τον Τριντόν για «αντισημιτισμό».
Προσυπογράφοντας τις απόψεις του Μπλανκί για ανάγκη ανατροπής του Χριστιανισμού πριν από το οποιοδήποτε άλλο βήμα ελευθερίας, ο Τριντόν μέσα σε αυτό το έργο του υπενθύμιζε στον αναγνώστη ότι οι χριστιανοί θεοκράτες είχαν επιβάλει στην ανθρωπότητα ένα υπερχιλιετές διανοητικό σκοτάδι και απόλυτη πολιτική καταπίεση και είχαν εξαφανίσει εντελώς τις αρετές του κλασικού κόσμου (σελ. 12 - 16). Στην κορύφωση της γραφής του, ο Τριντόν χαρακτήριζε τον Θεό των μονοθεϊστών «δολοφόνο, υποκριτή και διεστραμμένο, φυσικό και ηθικό αυτουργό του κάθε είδους εγκλήματος» και τον λαό που τον εφηύρε «λεκέ στην εικόνα του ανθρώπινου πολιτισμού, πιο κακόβουλο σε όλον τον πλανήτη, τα δώρα του οποίου είναι μολυσματικά». Εκεί έχουν πατήσει όλοι εκείνοι που τον κατηγόρησαν και εξακολουθούν να τον κατηγορούν για «αντισημιτισμό».
Tο 1891, στην εικοστή επέτειο του θανάτου του, κυκλοφόρησε στο Παρίσι η συλλογή κειμένων του με τίτλο «Oeuvres diverses de Gustave Tridon».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
«Les Hébertistes. Plainte contre une calomnie de l'histoire», 1864
«Du Μolochisme Juif: études critiques et philosophiques», 1884, μετά θάνατον
«Oeuvres diverses de Gustave Tridon», 1891, μετά θάνατον (περιέχει και τα «Les Hébertistes» και «La Force»)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Jules Clere, «Les Hommes de la Commune: Biographie Complète de tous ses Membres», Paris, 1871
Patrick H. Hutton, «The Cult of the Revolutionary Tradition: The Blanquists in French Politics, 1864 - 1893», Berkeley, 1982
Joseph Martin McCabe, «A Biographical Dictionary of Modern Rationalists», London, 1920
Bernard Noël, «Dictionnaire de la Commune», Paris, 1978
J. M. Wheeler, «Α Biographical Dictionary of Freethinkers of all ages», London, 1889