Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Λουϊ Σαρλ Ντελεκλύζ (Louis Charles Delescluze, Dreux, 2 Οκτωβρίου 1809 – Paris, 25 Μαϊου 1871)


Γάλλος δημοκράτης επαναστάτης του 19ου αιώνα, δημοσιογράφος, ιακωβίνος πατριώτης, στέλεχος της «Κομμούνας του Παρισιού».

Από τον ΒΛΑΣΗ ΡΑΣΣΙΑ

ΠΡΩΤΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ
Γεννήθηκε στο Dreux του Eure - et – Loire της βόρειας Γαλλίας, υιός ενός πρώην λοχία του γαλλικού στρατού της «Πρώτης Δημοκρατίας» και μετά από επίμονη αυτοδιδαχή σπούδασε τελικά νομικά στο Παρίσι, δίχως όμως να μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσκολιών. Όντας ευγενής, μεγαλόκαρδος και με αυξημένο αίσθημα δικαιοσύνης, συνδέθηκε με ριζοσπαστικούς κύκλους δημοκρατών, συμμετείχε στην επανάσταση του Ιουλίου 1830 ενάντια στον βασιλιά Κάρολο τον 10ο και εν συνεχεία προσχώρησε στην μυστική δημοκρατική οργάνωση «Φίλοι του Λαού» («Amis du Peuple») και στα σχέδια του έτους 1832 για εκτέλεση του νέου βασιλιά Λουδοβίκου – Φίλιππου, ενώ επίσης συμμετείχε στις 5 και 6 Ιουνίου στην εξέγερση των δημοκρατικών κατά του μονάρχη έπειτα από την κηδεία του ομοϊδεάτη τους στρατηγού Λαμάρκ (Jean Maximilien Lamarque, 1770 - 1832).

Στην οργάνωση «Φίλοι του Λαού» γνώρισε τους μεγάλους επαναστάτες της εποχής Louis Auguste Blanqui (1805 – 1881), Philippe Buonarroti (1761 – 1837), Francois - Vincent Raspail (1794 - 1878) και Sigismond Auguste Armand Barbes (1809 – 1870, τον επονομαζόμενο «Μπαγιάρ της Δημοκρατίας», «Le Bayard de la Démocratie»). Κινδυνεύοντας να συλληφθεί μετά από την καταστολή μιας νέας παράνομης οργάνωσης που είχε ιδρύσει ο Μπλανκί, της «Societe des Familles», διέφυγε το καλοκαίρι του 1836 στις Βρυξέλλες, όπου έμεινε μέχρι το 1840, αρθρογραφώντας σε διάφορες βελγικές δημοκρατικές εφημερίδες.

ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΙΑΚΩΒΙΝΟΣ
Πίσω στην Γαλλία, εγκαταστάθηκε αρχικά στην Βαλενσιέν (Valenciennes), όπου εξέδωσε την αντιμοναρχική εφημερίδα «L’ Impartiale du Nord», για τα δημοσιεύματα της οποίας τιμωρήθηκε με πρόστιμο 2.500 φράγκων και ένα μήνα φυλακή. Έμεινε στο Βαλενσιέν μέχρι το ξέσπασμα της επανάστασης του 1848, την οποία ο ίδιος κήρυξε στην πόλη, ενώ στην συνέχεια τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση της βραχύβιας «Δεύτερης Δημοκρατίας» («Deuxième République», 1848 - 1852) «Κομισάριος της Δημοκρατίας στο τμήμα του Βορρά» («Commissaire de la République dans le département du Nord»). Μετά την καταστολή της επανάστασης επέστρεψε στο Παρίσι, όπου ίδρυσε μαζί με τον Μαρτίν Μπερνάρ (Martin Bernard) στις 4 Δεκεμβρίου 1848 την οργάνωση «Δημοκρατική Αλληλεγγύη» («La Solidarité Républicaine») που αποσκοπούσε στην αγωνιστική συνένωση των αριστερών ιακωβίνων με τους επαναστάτες σοσιαλιστές.

Εξέδωσε επίσης την εφημερίδα «Δημοκρατική και Κοινωνική Επανάσταση» («La Révolution démocratique et sociale. Liberté, égalité, fraternité»), η οποία πολύ σύντομα έγινε το μέσο έκφρασης των υπολειμμάτων του αριστερού «Ιακωβινισμού»: μέχρι το ηρωϊκό και τραγικό συνάμα 1871, η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση είχε αφήσει πίσω της χιλιάδες ανθρώπους που ειλικρινά εμπνέονταν από τα ιδανικά των Μαρά, Ροβεσπιέρου, Σαιν Ζυστ και των υπόλοιπων «Ορεινών» (ο ίδιος ο Ντελεκλύζ ήταν θαυμαστής του Ροβεσπιέρου και του Σαιν Ζυστ) και ήσαν μάλιστα πρόθυμοι να πεθάνουν γι’ αυτά, ερχόμενοι όχι μόνο σε σύγκρουση με την μοναρχία, αλλά και με τον αντεπαναστατικό φορμαλιστικό δημοκρατικισμό εκείνων που στο όνομα του «Ιακωβινισμού» είχαν συμφιλιωθεί με ο,τιδήποτε υποσχόταν την τάξη και την ενότητα.

Μέσα από την «Δημοκρατική και Κοινωνική Επανάσταση» στήριξε στις προεδρικές εκλογές της 13ης Μαϊου 1849 τον δημοκρατικό πολιτικό Alexandre Auguste Ledru-Rollin (1807 – 1874) του ανασυσταθέντος «Κόμματος των Ορεινών» («La Montagne»), ενώ ουκ ολίγες φορές ήλθε σε ιδεολογική αντιπαράθεση με τον πρωτο-αναρχικό Πιέρ - Ζοζέφ Προυντών (Pierre - Joseph Proudhon, 1809 - 1865) και την εφημερίδα του «Le Peuple». Τον Μάρτιο του 1849 όμως, καταδικάστηκε σε νέο πρόστιμο 3.000 φράγκων και έναν χρόνο φυλάκιση για τα πύρινα άρθρα του κατά την λαϊκή εξέγερση του Ιουνίου 1848, κυρίως κατά του στρατηγού Louis - Eugène Cavaignac (1802 – 1857) που ευθυνόταν για την αιματηρή καταστολή, και όταν τον Απρίλιο του 1850 ακολούθησε νέα βαρύτερη καταδίκη σε πρόστιμο 11.000 φράγκων και φυλάκιση τριών ετών, διάφυγε για μια ακόμη φορά στο εξωτερικό, αυτή την φορά στην Αγγλία.

Έμεινε εκεί μέχρι το 1853 και εν συνεχεία επέστρεψε παράνομα στην πατρίδα του για να αγωνιστεί κατά της κυβέρνησης των πραξικοπηματιών της 2ας Δεκεμβρίου 1851 που έφεραν το τέλος της «Δεύτερης Δημοκρατίας». Συνελήφθη όμως, καταδικάστηκε σε τέσσερα πρόσθετα χρόνια φυλάκισης και κλείστηκε στην φυλακή «Sainte-Pélagie». Μετά από παραμονή σε 2 ακόμα φυλακές, εκτοπίστηκε τελικά τον Οκτώβριο του 1858 «για 10 χρόνια» στα στρατόπεδα καταδίκων της Γαλλικής Γουϊάνας (Cayenne, Guyane) μαζί με άλλους αντικαθεστωτικούς. Τις αναμνήσεις του από την εμπειρία αυτή στο τρομερό «Νησί του Διαβόλου» («l’ Ιlle du Diable») συγκέντρωσε και εξέδωσε αργότερα στο Παρίσι με τίτλο «Από το Παρίσι στην Γουϊάνα. Το ημερολόγιο ενός εκτοπισμένου» («De Paris à Cayenne. Journal d’ un transporté», 1869).

ΑΓΚΑΛΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ
Επέστρεψε από την εξορία τον Νοέμβριο του 1860 μετά από την χορήγηση πολιτικής αμνηστίας τον Αύγουστο του 1859 από τον «αυτοκράτορα» Ναπολέοντα τον Γ και, παρά την κλονισμένη του υγεία, δραστηριοποιήθηκε ξανά στον χώρο των ριζοσπαστών αντιμοναρχικών. Το Ιούνιο του 1868 ίδρυσε στο Παρίσι την εφημερίδα «Αφύπνιση» («Le Reveil»), όργανο της «Επαναστατικής Αριστεράς», στην οποία αναδημοσιεύονταν σημαντικά κείμενα του δημοκρατικού, σοσιαλιστικού, αλλά και εργατικού επίσης κινήματος, μέχρι ακόμα και κείμενα της ιδρυθείσας το 1864 «Διεθνούς των Εργατών» («L’ Association Internationale des Travailleurs») ή «Πρώτης Διεθνούς».

Όντας «ο άνθρωπος που ποτέ δεν συγχωρεί και ποτέ δεν ξεχνάει», όπως τον περιέγραψε ο Ernest Alfred Vizetelly, οδηγήθηκε το 1868 για μία ακόμη φορά σε δίκη επειδή είχε προσπαθήσει με έρανο μέσω της «Αφύπνισης» να αναγείρει ένα μνημείο στην μνήμη του Αλφόνσου Μπωντέν (Jean - Baptiste Alphonse Victor Baudin, 1811 - 1851), του δημοκρατικού βουλευτή που είχε σκοτωθεί στα οδοφράγματα ενάντια στους πραξικοπηματίες του Δεκεμβρίου 1851. Παρά την πολύ καλή δικαστική του υπεράσπιση από τον δημοκρατικό δικηγόρο Λέοντα Γαμβέττα (Léon Gambetta, 1838 - 1882), καταδικάστηκε σε δεκαετή φυλάκιση, ωστόσο αμνηστεύθηκε μετά από έναν χρόνο.

Στις 12 Ιανουαρίου 1870 πάλι, ήταν ανάμεσα σε εκείνους τους σοσιαλιστές και μπλανκιστές (Βαλέ, Φλουράνς, Ροσφόρ) που προσπάθησαν να εξεγείρουν τους 100.000 διαδηλωτές που συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία τον δημοσιογράφο Βίκτορα Νουάρ (Victor Noir, 1848 – 1870), τον οποίο είχε σκοτώσει ο πρίγκιπας Πιέρ Βοναπάρτης (Pierre Bonaparte).

Έπειτα από νέες διώξεις και αλλεπάλληλα πρόστιμα, η εφημερίδα σφραγίστηκε τελικά από την αστυνομία του Ναπολέοντος του Γ στις 10 Αυγούστου 1870 και ο ίδιος ο Ντελεκλύζ κατέληξε για μια ακόμα φορά φυγάς στο Βέλγιο, από το οποίο όμως επέστρεψε αμέσως μετά την στρατιωτική συντριβή του μονάρχη στο Sedan, την παράδοσή του στους Πρώσους στις 2 Σεπτεμβρίου του 1870 και την ανακήρυξη στις 4 Σεπτεμβρίου της «Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας». Η «Αφύπνιση» επανεκδόθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου και συνέχισε την ηρωϊκή πορεία της μέχρι την 22α Ιανουαρίου 1871 που συνελήφθη ξανά επειδή είχε καταγγείλει ως προδότες εκείνους που παρέδιδαν το Παρίσι στους Πρώσους.

Εξ αρχής είχε ασκήσει πολεμική προς την «Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» του πολιορκημένου από τους Πρώσους Παρισιού και πήρε μέρος στην εξέγερση της 31ης Οκτωβρίου που αποπειράθηκαν οι «τυφεκιοφόροι» του Γκουστάβ Φλουράνς, οι Ιακωβίνοι δημοκράτες και οι μπλανκιστές εργάτες όταν ο λαός του Παρισιού πληροφορήθηκε ότι η κυβέρνηση είχε εξουσιοδοτήσει τον Αδόλφο Θιέρσιο (Louis-Adolphe Thiers, 1797 – 1877) να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους Πρώσους. Φωνάζοντας «προδοσία!», οι εξεγερμένοι κατέλαβαν το δημαρχείο και ανακοίνωσαν την ίδρυση μιας επαναστατικής «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» («Comité du Salut Publique», κατά μίμηση εκείνης των «Ιακωβίνων» την περίοδο 1793 - 1794) με πρόεδρο τον ίδιον τον Μπλανκί.

Αν και αρχικά η κυβέρνηση, φοβισμένη από την εξέγερση, υποσχέθηκε να κάνει δημοτικές εκλογές την επόμενη ημέρα, στην συνέχεια πήρε τον λόγο της πίσω και έστειλε τα πιστά σε αυτήν τμήματα της Εθνοφρουράς να επανακαταλάβουν του δημαρχείο και να αποκαταστήσουν την τάξη. Στις 5 Νοεμβρίου εξελέγη στην δημοτική αρχή του 19ου τμήματος Παρισιού (XlXème arrondissement de Paris), αλλά παραιτήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1871, αφού πρώτα, όπως προείπαμε, κατήγγειλε ως προδότες εκείνους που ήθελαν την παράδοση της πόλης στους Πρώσους.

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΚΟΜΜΟΥΝΑ»
Εκλέχθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1871 βουλευτής στην υπό τους Πρώσους νέα «Εθνοσυνέλευση» («L’ Assemblée Nationale»), από την οποία όμως παραιτήθηκε και προσχώρησε στην «Παρισινή Κομμούνα» αμέσως με την ανακήρυξή της. Στις 26 Μαρτίου εκλέχθηκε μέλος της κεντρικής επιτροπής και στις 4 Απριλίου μέλος της «Εκτελεστικής Επιτροπής» («La Commission Exécutive»), ενώ στις 13 Απριλίου πιάστηκαν και φυλακίστηκαν δύο άνδρες που είχαν σταλθεί με αποστολή να τον δολοφονήσουν.

Στις 9 Μαϊου εκλέχθηκε πρόεδρος της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» («Comité du Salut Public») και, τελικά, στις 10 Μαϊου «πολιτικός υπεύθυνος Πολέμου» («Délégué Civil à la Guerre»). Στην διακήρυξή του προς την Εθνοφρουρά την ημέρα της τελευταίας εκλογής του, κάλεσε τους κομμουνάρους σε μέχρις εσχάτων λαϊκό πόλεμο κατά των εχθρών:

«Εάν συμβουλευόμουν μόνο τις φυσικές μου δυνάμεις, δεν θα είχα αποδεχθεί αυτή την επικίνδυνη θέση του πολιτικού διοικητή του Υπουργείου Πολέμου. Όμως βασίζομαι στον πατριωτισμό σας για να αντέξω τα βάρη της... Όρθιοι λοιπόν Πολίτες, σταθείτε αποφασιστικά απέναντι στον εχθρό!... γνωρίζετε ότι πολεμάτε για την ελευθερία και για την κοινωνική ισότητα... για την απελευθέρωση της Γαλλίας και του κόσμου ολάκερου, για την ασφάλεια των οικογενειών σας, για τις ζωές των γυναικών σας και των παιδιών σας. Γι αυτό και θα νικήσετε. Και τότε, η ανθρωπότητα, που τώρα σας παρακολουθεί και επιδοκιμάζει τις μεγαλόψυχες προσπάθειές σας, θα πανηγυρίσει τον θρίαμβό σας, που θα σημάνει την σωτηρία όλων των ανθρώπων. Ζήτω η Παγκόσμια Δημοκρατία! Ζήτω η Κομμούνα!».

Η εκλογή του Ντελεκλύζ ως «πολιτικού υπεύθυνου Πολέμου» ήταν μια ύστατη προσπάθεια να ενωθούν όλοι οι παριζιάνοι δημοκράτες, πολίτες και στρατιωτικοί, ιακωβίνοι και σοσιαλιστές, αν και τώρα πια, όπως το έγραψε ο σοσιαλιστής Jellinek, «ήταν ήδη πολύ αργά για να κάνουν ο,τιδήποτε άλλο οι κομμουνάροι, εκτός από το να πουλήσουν τις ζωές τους όσο πιο αξιομνημόνευτα μπορούσαν… ο Ντελεκλύζ έδειχνε πως ετοίμαζε στο επαναστατημένο Παρίσι μία επαναστατική κηδεία, που θα του επέτρεπε να ακούσει από πριν τον επικήδειό του... (οι κομμουνάροι) φαίνονταν σαν να είχαν ήδη ενωθεί μαζί στον θάνατο πριν ακόμα καν πεθάνουν» (σελ. 265).

Με τις τελευταίες του δύο ιδιότητες, του πρόεδρου της «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» και του «πολιτικού υπευθύνου Πολέμου», ο Ντελεκλύζ υπερασπίστηκε μέχρι τέλους την «Κομμούνα» με το σύνθημα «αγώνας όχι στρατιωτικός αλλά επαναστατικός, τόπο στον λαό, στους αγωνιστές, στους άντρες με τα γυμνά χέρια!». Αυτός ήταν που πρότεινε την πυρπόληση όλων των κτιρίων που χρησιμοποιούσε ή μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο εχθρός και την εκτέλεση των στελεχών του καθεστώτος που κρατούντο όμηροι ως αντίποινα για τις σφαγές των επαναστατών και των συγγενών τους.

Στο τέλος, έχοντας ήδη δει τον ομοϊδεάτη του και επίσης θαυμαστή του Ροβεσπιέρου και του Σαιν Ζυστ Ωγκύστ Βερμορέλ (Auguste Jean Marie Vermorel, 1941 - 1871) να χτυπιέται από τις σφαίρες των εχθρών πριν πέσει στα χέρια τους και ξεψυχήσει αργότερα στα κρατητήρια των Βερσαλλιών, συνάντησε και ο ίδιος μέσα σε γενναία αταραξία τον θάνατο στις 25 Μαϊου 1871, στο ήδη έτοιμο να πέσει οδόφραγμα Chateau d’ Eau της «λεωφόρου πρίγκιπα Ευγένιου» (νυν Βολταίρου, Boulevard Voltaire), όπου έπεσε νεκρός, κτυπημένος στο κεφάλι και το στήθος από σφαίρες ελεύθερων σκοπευτών.

Ο ηρωϊκός θάνατος του Ντελεκλύζ σηματοδότησε επίσης το ιστορικό τέλος το κινήματος του Ιακωβινισμού (1789 – 1871), ο τελευταίος εκπρόσωπος του οποίου, ο εξόριστος μετά το 1871 στην Γενεύη πρώην εκδότης της «Droits de l’ Homme» Zυλ Γκεσντ (Jules Basile Guesde, 1845 - 1922), προσχώρησε το 1876 στον μαρξισμό, προσηλυτισμένος από Γερμανούς πολιτικούς πρόσφυγες. Το 1874, το καθεστώς, που λόγω της μη αναγνώρισης του πτώματος του Ντελεκλύζ τον θεωρούσε ζωντανό και φυγά, έσπευσε καλού – κακού να τον καταδικάσει με το στρατοδικείο του «ερήμην» σε θάνατο, ενώ ο Γαμβέττας ανέκραζε το περίφημο: «ιδού λοιπόν ένας άνθρωπος που ακόμα και νεκρός εξακολουθεί να προκαλεί στους εχθρούς του τον φόβο!».

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:
«Affaire de la souscription Baudin : seul compte rendu complet, recueilli par la sténographie et revu par les défenseurs», Paris, 1868
«De Paris à Cayenne. Journal d’ un transporté», Paris, 1869


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Marcel Dessal, «Un revolutionnaire jacobin, Charles Delescluze», Paris, 1951
Jules Guesde, «Le livre Rouge de la justice rurale: documents pour servir à l’ histoire d’ une république sans républicains; a la mémoire de Charles Delescluze», Paris, 1871
Roger Bellet, «Journalisme et Révolution, 1857 – 1885», Tusson, 1987
Charles Prolès, «Les Hommes de la revolution de 1871», Paris, 1898
Frank Jellinek, «The Paris Commune of 1871», London, 1937
Διάφορα περιοδικά και εφημερίδες από το Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου